Το 2ο μέρος της συζήτησης του Βασίλη Κάρτσιου με
τον Γιώργη Έξαρχο


Μεταπολεμικά
–και σχεδόν μέχρι τη λήξη του 20ού αιώνα– οι αναπτυξιακές προσπάθειες των
περισσότερων χωρών της γης είχαν στραφεί στο να αυξήσουν το Ακαθάριστο Εγχώριο
Προϊόν, μέσω της επίτευξης υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης του συνολικού όγκου
παραγωγής. Ο στόχος αυτός θεωρήθηκε ότι μπορεί να πραγματωθεί με την αύξηση της
συμβολής του βιομηχανικού τομέα στη δημιουργία της συνολικής εγχώριας και
εθνικής παραγωγής, γεγονός που οδήγησε πολλούς στο να ερμηνεύσουν και να
αποδεχθούν το σχήμα: οικονομική μεγέθυνση = εκβιομηχάνιση = οικονομική ανάπτυξη.
Αναμφίβολα, η εκβιομηχάνιση συμβάλλει στη μεγέθυνση της
οικονομίας, αλλά ήδη έχει τονιστεί πως η οικονομική μεγέθυνση δεν
συνεπάγεται απαραιτήτως και ανάπτυξη. Διότι ο όρος ανάπτυξη έχει
ευρύτερο περιεχόμενο από τον όρο οικονομική ανάπτυξη. Μπορεί η συνολική
αύξηση του εγχώριου προϊόντος να ορίζει την οικονομική μεγέθυνση, αλλά μόνον
όταν αυτή συνοδεύεται και από διαρθρωτικές αλλαγές στο οικονομικό σύστημα, και
μόνον τότε, μπορεί να σημαίνει ότι αυτή η αύξηση στο προϊόν αποτελεί οπωσδήποτε
και διαδικασία ανάπτυξης.
Δεν πρέπει
να λησμονηθεί και τούτο: η οικονομική μεγέθυνση μπορεί να προκύψει και
ως αποτέλεσμα βραχυχρόνιων διεργασιών, ενώ η οικονομική ανάπτυξη μπορεί
να πραγματωθεί μόνο μέσα από μακροχρόνιες διαδικασίες. Όμως η θεωρία της
ανάπτυξης –με περιεχόμενο σαφώς ευρύτερο από αυτό της θεωρίας της
οικονομικής ανάπτυξης– έχει καθολικό χαρακτήρα και είναι επιστήμη που αφορά
στην ανθρώπινη κοινωνία στο σύνολό της.
Η ανάπτυξη
μιας χώρας συνδέεται με πολλούς παράγοντες, σημαντικότεροι των οποίων μπορούν
να θεωρηθούν οι: η οικονομία της, το πολίτευμά της, ο κυβερνητικός
προγραμματισμός της, ο πολιτισμός της, ο χαρακτήρας των πολιτών της, η
συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, η συμμετοχή των πολιτών στη
δημιουργία του εθνικού πλούτου, το επίπεδο απόλαυσης των πολιτών σε σχέση με
τον δημιουργούμενο εθνικό πλούτο κ.ο.κ. Ώστε, για τον σύγχρονο κόσμο, ανάπτυξη σημαίνει
και ένα μείζον κοινωνικό πρόβλημα το οποίο πρέπει να επιλυθεί με ευθύνη του κράτους,
δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην εφαρμοζόμενη κοινωνική πολιτική, η οποία
συμβάλλει καθοριστικά στην άνοδο του επιπέδου ζωής των πολιτών και στην
ταυτόχρονη ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου αυτών. Διαχρονικά, όλες οι
θεωρητικές αναζητήσεις του περιεχομένου και της έννοιας του όρου ανάπτυξη είχαν
ως κύριο στόχο τον άνθρωπο και την κοινωνία, και βάση εκκίνησής τους υπήρξε το
πλέγμα των αντιλήψεων περί ευνομούμενης κοινωνίας και περί κράτους
δικαίου.


1. Υψηλό
βαθμό εκμηχάνισης της αγροτικής παραγωγής και χαμηλή απασχόληση εργατικού
δυναμικού σε αυτόν.
2. Υψηλό
βαθμό οργάνωσης των παραγωγικών τομέων της οικονομίας, με αναπτυγμένο τον
βιομηχανικό τομέα και με ικανοποιητικό ποσοστό απασχόλησης σε αυτόν.
3. Τεχνολογικό εκσυγχρονισμό ολόκληρου του οικονομικού συστήματος παραγωγής (=
πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής τομέας).
4. Υψηλή
απασχόληση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού στον τριτογενή τομέα ή τομέα των
υπηρεσιών.
5. Υψηλή
παραγωγικότητα της εργασίας και υψηλή αποδοτικότητα εδάφους και μηχανών.
6. Υψηλό
όγκο παραγωγής, σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό.
7. Υψηλό
κατά κεφαλήν όγκο εξωτερικού εμπορίου.
8. Σχετικά
μεγάλη “ισοκατανομή” του εθνικού εισοδήματος, ιδίως προς τα μεσαία και προς τα
ανώτερα κοινωνικά στρώματα.
9. Υψηλό
δείκτη αστικοποίησης του πληθυσμού.
10. Υψηλά
επίπεδα εκπαίδευσης, υγείας, κατοικίας και, γενικά, υψηλό επίπεδο ζωής
–τουλάχιστον– για τα δύο τρίτα (2/3) του συνολικού πληθυσμού.
Ας δούμε
τώρα τις επισημάνσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, για τα χαρακτηριστικά των
αναπτυγμένων χωρών 40 χρόνια αργότερα (2006): Τα χαρακτηριστικά αυτών των χωρών
αποκαλύπτουν ταυτόχρονα και τις αρνητικές επιπτώσεις που προκύπτουν από την
εφαρμογή ορισμένων οικονομικών πολιτικών, όπως είναι λ.χ.: i) Η οικονομική
εξαθλίωση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων, μέχρι του σημείου να μη διαθέτουν
ούτε καν το στοιχειώδες εισόδημα το οποίο θεωρείται ως το ελάχιστο αναγκαίο για
την επιβίωση των ατόμων. ii) Η ρύπανση και η μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος
και η καταστροφή του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και των
οικοσυστημάτων, με τρομακτικές συνέπειες πάνω στη ζωή των ανθρώπων και στην
οικολογική ισορροπία στον πλανήτη γη. iii) Η κοινωνική αλλοτρίωση και
αποξένωση, η εξαφάνιση της κοινωνικής αλληλεγγύης, η επέκταση των
ανθρωποφοβικών συνδρόμων κ.ά., τα οποία έχουν ως άμεση συνέπεια: την αύξηση της
εγκληματικότητας και τη διάδοση των ναρκωτικών ουσιών στη νεολαία και στα εξαθλιωμένα
τμήματα του πληθυσμού, την επέκταση των ψυχικών παθήσεων και των αυτοκτονιών,
τη διόγκωση όλων των μορφών βίας κ.λπ.
Γίνεται έτσι
σαφές ότι η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί μια διαδικασία οικονομικών
–κυρίως– μεταβολών, που αποσκοπούν στην προγραμματισμένη και ορθολογική
χρησιμοποίηση των συντελεστών της παραγωγής, με σκοπό την πραγμάτωση-επίτευξη
μιας παρατεταμένης και μακροχρόνιας αύξησης τού κατά κεφαλήν πραγματικού
εισοδήματος και –κατά συνέπεια– την πραγμάτωση-επίτευξη μιας παρατεταμένης
βελτίωσης και ανύψωσης του επιπέδου ζωής των ατόμων της κοινωνίας. Μιλώντας για
διαδικασία ανάπτυξης σημαίνει πως υποθέτουμε ή εννοούμε ύπαρξη ορισμένων
πρότυπων ή κριτηρίων που “ενσαρκώνονται” στην έννοια της ανάπτυξης.
Ενδιαφέρον
παρουσιάζουν οι επισημάνσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας για τις αναπτυσσόμενες
χώρες: Τα χαρακτηριστικά αυτών των χωρών πείθουν ότι το οικονομικό και το
κοινωνικό σύστημά τους διέπονται από εσωτερικές αντιφάσεις, με συνέπεια τη μακροχρόνια
αστάθεια σε όλα τα επίπεδα, μηδέ εξαιρουμένου και του πολιτικού επιπέδου (πολιτική
αστάθεια). Πρόκειται –μάλλον– για χώρες δορυφορικές των αναπτυγμένων χωρών ή
αλλιώς για οικονομικά εξαρτημένες χώρες, δέσμιες ενός «μεσαίου επιπέδου
ανάπτυξης», σε σύγκριση με αυτό των αναπτυγμένων, και με «υψηλό επίπεδο
ανάπτυξης» ή πλούσιων ή βιομηχανικών χωρών. Διαχρονικά διαπιστώνεται πως –με
ελάχιστες εξαιρέσεις– αυτό το χάσμα μεγαλώνει όλο και περισσότερο και
γίνεται αγεφύρωτο, παρ’ όλο που πολλάκις παρατηρείται ότι επιτυγχάνονται και
πραγματώνονται ικανοποιητικοί ρυθμοί στους πιο πολλούς οικονομικούς δείκτες
αυτών των χωρών. Η απαγκίστρωση και η απεμπλοκή τους από το «μεσαίο επίπεδο
ανάπτυξης», στο οποίο συνυπάρχουν ταυτόχρονα στοιχεία των καθυστερημένων/
φτωχών και των αναπτυγμένων/ πλούσιων χωρών, είναι μια εξόχως δύσκολη υπόθεση που
δεν ξεπερνιέται εύκολα.


Το επίπεδο
ανάπτυξης μιας χώρας αποτελεί έκφραση «βαθμού ανάπτυξης» των δυνάμεων
παραγωγής στο πλαίσιο του εθνικού ή κρατικού χώρου, και δηλώνει την εξέλιξη
του επιπέδου του συστήματος παραγωγής, του συστήματος κοινωνικής οργάνωσης,
αλλά και του επιπέδου των τεχνολογικών δυνατοτήτων και του βαθμού εξειδίκευσης
της εργασίας, καθώς και του επιπέδου των ρυθμών παραγωγικότητας της εργατικής δύναμης
κ.λπ. Στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης ενσωματώνονται και διαδικασίες
σχετιζόμενες άμεσα με καλύτερες αξιοποιήσεις των πλεονεκτημάτων που παρέχει ο
καταμερισμός της εργασίας, το συνεργατικό πνεύμα και η συνεταιριστική οργάνωση
της παραγωγής και η κοινωνική αλληλεγγύη.
Οι διεθνείς
συναλλαγές και το εξωτερικό εμπόριο λειτουργούν καθοριστικά στη διαμόρφωση του επιπέδου
ανάπτυξης, διότι σε αυτό απεικονίζονται και ο «βαθμός ανάπτυξης» και η
ποιότητα των παραγωγικών δραστηριοτήτων, δηλαδή στην ανάπτυξη κατ’
ουσίαν απεικονίζεται και το επίπεδο των ξένων επενδύσεων στη χώρα, και το επίπεδο
της χρηματοπιστωτικής και δημοσιονομικής οργάνωσης του κράτους κ.λπ. Για διεθνείς
συγκρίσεις του επιπέδου ανάπτυξης χρησιμοποιείται κυρίως το Κατά
Κεφαλήν ΑΕΠ: α) γιατί είναι ο πιο εύχρηστος και αποδεκτός δείκτης από τη
διεθνή στατιστική, β) γιατί εκφράζει τόσο το επίπεδο του τεχνολογικού
εξοπλισμού και οργάνωσης/ εξειδίκευσης της εργασίας όσο και το επίπεδο της
παραγωγικότητας της εργασίας. Δηλαδή είναι ένας δείκτης που
«προσωποποιεί» τα αποτελέσματα των οικονομικών δραστηριοτήτων μιας χώρας.
Η ανάπτυξη
συνεχίζει να παραμένει ένα μακρινό όνειρο –για την πλειονότητα των κατοίκων του
πλανήτη μας– και ένας συνειδητός στόχος για τις περισσότερες χώρες του κόσμου,
αφού μέχρι σήμερα οι οικονομικές στρατηγικές και πολιτικές που έχουν εφαρμοσθεί
ή εφαρμόζονται δεν έχουν οδηγήσει κατ’ ουσίαν πουθενά ή, μάλλον, δεν έχουν μπορέσει
να συμβάλουν στη γεφύρωση του τεράστιου χάσματος που υπήρχε και υπάρχει μεταξύ
πλούσιων από τη μία και φτωχών ή και αναπτυσσόμενων χωρών από την άλλη. Το
γεγονός ότι δεν υπάρχουν κοινά αποδεκτές αναπτυξιακές πολιτικές, που η εφαρμογή
τους να εγγυάται επίλυση των μέγιστων και ήδη οξυμένων παγκόσμιων προβλημάτων,
είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε όξυνση των υφιστάμενων αντιθέσεων, όξυνση που
θα εκφρασθεί με μορφή θρησκευτικών πολέμων, ή πολέμων μεταναστών προς γηγενείς,
ή πολέμων ανήλικων μη-ενταγμένων προς τους ενταγμένους ηλικιακά μεγαλύτερους, ή
πολέμων φυλετικά, γλωσσικά και κοινωνικά καταπιεσμένων προς την κυρίαρχη
οικονομικά και κοινωνικά τάξη, ή πολέμων των κοινωνικά αποκλεισμένων προς τους
καταπιεστές τους, κ.ο.κ., ή πολέμων που τα «πεδία των μαχών» θα είναι οι
μεγάλες πόλεις του αναπτυγμένου κόσμου, κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των
ΗΠΑ , με ενδεχόμενη πυροδότηση παρόμοιων καταστάσεων (εξεγέρσεων) και σε χώρες
όπως είναι η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και άλλες.
Το χρήμα και
ο πλουτισμός, ως παγκόσμια ιδεολογήματα, δεν μπορούν να προοιωνίσουν
έναν καλύτερο κόσμο σε σύγκριση με αυτόν που τώρα ζούμε, οπότε μάλλον είναι
κατανοητό το γιατί πολύ σύντομα διάφορες κοινωνικές εξεγέρσεις θα εξελίσσονται
σε πολέμους –για τις αιτίες που προαναφέραμε–, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει
πως θα υπάρξει και επίλυση των ζωτικών προβλημάτων που σχετίζονται με την ανάπτυξη,
την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισονομία. Ίδωμεν!