Translate

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022

Η ΠΙΟ ΑΘΛΙΑ ΜΑΖΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ

 

15 Νοεμβρίου 1922, ώρα 11:27΄


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com




Στις 15 Νοεμβρίου 1922, στις 11:27΄ εκτελέστηκαν σε άλσος της τότε περιοχής Γουδί του δήμου Αθηναίων όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης των εκλογών του 1920, ως υπεύθυνοι της προδιαγεγραμμένης από το 1919 μικρασιατικής καταστροφής. Η στρατιωτική χούντα των Πλαστήρα, Γονατά, Πάγκαλου και Σία μεθόδευσε ταχύρρυθμες διαδικασίες. Στις 7:15΄ το πρωί ο σκληρός βενιζελικός και πρόεδρος του έκτακτου στρατοδικείου στρατηγός Αλέξανδρος Οθωναίος διάβασε την ετυμηγορία: «… παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζηανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του Θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών…». Στα μετέπειτα χρόνια τον Οθωναίο –που πρόλαβε να γίνει και Εαμίτης-  θα τον προσέξει ιδιαιτέρως ο Βενιζέλος, έχοντάς τον «καβάντζα» για πάν ενδεχόμενο μελλοντικού κινήματος!

«Την αποφασισθείσαν εκτέλεσιν των μελλουσών θανατικών αποφάσεων εθεώρησα και επίστευσα ως εθνικώς ασύμφορον και αντικειμένην προς το αρχικόν πρόγραμμα της Επαναστάσεως υποσχεθείσης την συμφιλίωσιν του λαού. Υπεστήριξα ότι δεν είναι ορθόν το επιχείρημα, καθ’ ό η αφαίρεσις της ζωής των θεωρηθέντων ως ενόχων της Μικρασιατικής καταστροφής Πολιτικών Αρχηγών του αντιβενιζελικού κόσμου θα επέφερε την γαλήνην του τόπου. Υπεστήριξα ότι δεν ήτο ορθόν το και σήμερον έτι επαναλαμβανόμενον υπό τινων επιχείρημα ότι ο λαός ομονοεί και υποκύπτει άμα ως θανατωθώσιν οι μη ομόφρονες αρχηγοί αυτού».

Αυτά ανέφερε ο υπουργός Αντώνιος Χρηστομάνος στη λογοδοσία του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εθνική Ώρα», στις 9 και 11 Δεκεμβρίου 1923. Ο Χρηστομάνος είχε αναλάβει καθήκοντα υπουργού «Επί των Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων» στις 6 Οκτωβρίου 1922, στη βραχύβια κυβέρνηση του Σωτηρίου Κροκιδά (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1922). Αλλά δεν ήταν μόνον ο Χρηστομάνος που διαφωνούσε με την εκτέλεση των Έξι πολιτικών αρχηγών. Και ο ίδιος ο Κροκιδάς παραιτήθηκε μη θέλοντας να συνεχίσει την πρωθυπουργία του μέσα σ’ εκείνο το δυσώδες πολιτικό κλίμα συγκεκαλυμμένης δικτατορίας Πλαστήρα, Πάγκαλου και Σία. Στα τέλη Οκτωβρίου 1922 είχε διαφανεί ότι θα αναλάμβανε την πρωθυπουργία ο πολύπειρος Αλέξανδρος Ζαΐμης, αλλά αυτός αρνήθηκε να αναλάβει την ηγεσία της χώρας γνωρίζοντας τις μεθοδεύσεις της «επαναστατικής επιτροπής» για την εκτέλεση όλων των πολιτικών αντιπάλων του βενιζελισμού. Ο Ζαΐμης δεν ήθελε επ’ ουδενί να χρεωθεί τη δολοφονία των Έξι.

Αλλά αν η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα, πόσο μάλλον η Δικτατορία! Ο Πλαστήρας κατήργησε το 5μελές επαναστατικό συμβούλιο, αναλαμβάνοντας αυτός μόνος την ηγεσία της «Επαναστατικής Επιτροπής». Πρωθυπουργός ανέλαβε ο έτερος των πραξικοπηματιών Στυλιανός Γονατάς. Στις 16 Δεκεμβρίου 1923 έγιναν «εκλογές» με μόνον υποψήφιους από τη βενιζελική παράταξη! Μα που να βρεθούν άλλοι υποψήφιοι; Τους είχαν δολοφονήσει όλους!

Η δημοκρατία στα πάνω της! Είχε προηγηθεί, στις 23 Οκτωβρίου 1923, το προβοκατόρικο αντεπαναστατικό κίνημα των στρατηγών Γαργαλίδη και Λεοναρδόπουλου, το οποίο κατεστάλη άμεσα από τον Πλαστήρα στην Αθήνα, και από τον Κονδύλη στη Θεσσαλονίκη. Ο Πλαστήρας άρπαξε την ευκαιρία από τα μαλλιά και ζήτησε από τον Γεώργιο τον Β΄ να αποχωρήσει με πρόσχημα τη συμμετοχή δύο υπασπιστών του στο «κίνημα». Στις 20 Δεκεμβρίου 1923 ορκίστηκε αντιβασιλέας ο Παύλος Κουντουριώτης.

Στις 14 Μαΐου 1925, η εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ κυκλοφόρησε με μία πρωτοσέλιδη ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη, με τίτλο «Ας ακούσουν οι πρόσφυγες πως ετορπιλλίζετο το Μέτωπον», για την προκήρυξη που είχε συντάξει και υπογράψει ο συνταγματάρχης Γεώργιος Κονδύλης, με ημερομηνία 16 Απριλίου 1922 «εκ του ασφαλούς και ηδονικωτάτου ορμητηρίου του». Με την προκήρυξη ο Κονδύλης καλούσε τους στρατιώτες της «Αμύνης» να επαναστατήσουν κατά των «Κωνσταντινικών αξιωματικών». Η προκήρυξη είχε σταλεί κατά χιλιάδες αντίτυπα στη Σμύρνη για να προωθηθεί στο μέτωπο και όπως ήταν φυσικό έπεσε στα χέρια των Τούρκων, μεταφράστηκε και στάλθηκε στον Κεμάλ. Η μεταφρασμένη προκήρυξη είχε και αριθμό πρωτοκόλλου και υπογραφές: Ευλιά Ζαντές Ρεσήτ, και λοχαγός Ιμπραήμ Ρετσέπ.

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της αθλιότητας, θα παραθέσουμε την προκήρυξη της 16ης Απριλίου 1922 στην τρέχουσα γλώσσα:

«Ω, ήρωες στρατιώτες της Αμύνης. Εχύσατε το αίμα σας για τη Σμύρνη δια να ελευθερώσετε τους αλύτρωτους αδελφούς σας από την ατιμία και σφαγή των Τούρκων. Τώρα ο Κωνσταντίνος και η Κυβέρνησή του θέλουν να την παραδώσουν στον Κεμάλ και εντός ολίγου πρόκειται να την εκκενώσουν (σ.σ.:!!).

Ο Βασιλεύς όταν ήλθε στη Σμύρνη και τέθηκε επικεφαλής σας, σας υποσχέθηκε ότι εντός 15 ημερών θα συντρίψει τον Κεμαλικό στρατό και θα καταλάβει την Άγκυρα. Ο Βασιλεύς σας εξαπάτησε. Το έκανε σκοπίμως (σ.σ.:!!) και διέταξε να γίνει η εκστρατεία από την Αλμυράν Έρημον κατά του Κεμάλ δια να νικηθείτε και να σας συλλάβει αιχμαλώτους ο Κεμάλ (σ.σ.: το άκρον άωτον της αθλιότητας του Κονδύλη). Ο Βασιλεύς εγνώριζε πολύ καλά ότι από την Αλμυρά Έρημο ήταν αδύνατον να πάτε στην Άγκυρα, και τώρα, οπότε σας νίκησε ο στρατός του Κεμάλ, ο Βασιλεύς σας άφησε και επέστρεψε στην Αθήνα. Σας σκότωσε αδίκως.

… Όχι, γενναίοι μου Αμυνίτες, δεν νικηθήκατε. Σας πρόδωσε ο Βασιλεύς και νικηθήκατε. Σας εξορκίζω, πριν παραδώσουν οι προδότες τη Σμύρνη στον Κεμάλ να επαναστατήσετε κατά των Κωνσταντινικών αξιωματικών. Να τους εκδιώξετε από το Μέτωπο. Εγώ δε ο συνταγματάρχης σας Κονδύλης από την Κωνσταντινούπολη θα προφθάσω αμέσως με τον Βυζαντινό Στρατό (σ.σ.: παράνοια) και με όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς της Αμύνης, θα μας βοηθήσουν και οι Σύμμαχοί μας με το στόλο και θα διώξουμε τον Κεμάλ πέρα από την Άγκυρα, και θα κρατήσουμε τη Σμύρνη. Αλλά όσο υπάρχει στην Ελλάδα ο Κωνσταντίνος οι Σύμμαχοι δεν θα σας βοηθήσουν. Πάλι εσείς ήρωες στρατιώτες της Σμύρνης θα διώξετε τον Βασιλέα και τα όργανά του. Υπογραφή, Κονδύλης Συνταγματάρχης».

Όταν δημοσιεύθηκε η προκήρυξη στο ΣΚΡΙΠΤ, ο Κονδύλης είχε γίνει στρατηγός, προφανώς μπαρουτοκαπνισμένος από τους τεκέδες της Πόλης όπου ηγείτο των φυγόστρατων βενιζελικών αξιωματικών, αλλά ήταν και υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (Οκτώβριος 1924-Ιούνιος 1925). Ο Μιχαλακόπουλος είχε σχηματίσει κυβέρνηση αφού εξασφάλισε τη συνεργασία του Κονδύλη. Διότι τότε μία κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει και τον στρατηγό της!

Εκείνες τις ημέρες, της δημοσίευσης της προκήρυξης Κονδύλη, οι εφημερίδες έγραφαν για επικείμενο κίνημα αξιωματικών για να ρίξουν την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου και να εγκαθιδρύσουν «στρατοκρατική βενιζελική κυβέρνηση». Η πρόφαση, προφανώς, θα ήταν το απεργιακό κύμα του Μαρτίου του 1925 και τα έκτροπα που είχαν ακολουθήσει από τη χρήση της αστυνομικής βίας. Επίσης, οι πληροφορίες ανέφεραν ότι οι κινηματίες θα είχαν ως στόχο τη ματαίωση σύναψης της Ελληνοσερβικής συνθήκης. Ο Κονδύλης διέψευσε τα πάντα:

«Πάντα τα τελευταίως αναγραφόμενα εις τας εφημερίδας περί στρατιωτικών κινημάτων είναι αποκυήματα της φαντασίας των συντακτών των. Οι αξιωματικοί δεν αναμιγνύονται πλέον εις την πολιτικήν και ουδείς έτερος λόγος υπάρχει δια να προβούν εις την κήρυξιν κινήματος…».

Μάλιστα, ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Παπαθανασίου δήλωσε: «Αι πληροφορίαι αύται είνε ανακριβείς. Οι αξιωματικοί δεν αναμιγνύονται εις την πολιτικήν διότι έχουν αφοσιωθή εις την οργάνωσιν του στρατού. Ουδείς αξιωματικός σκέπτεται να υποκαταστήση την Κυβέρνησιν ήτις μόνη είνε εις θέσιν να γνωρίζη την διπλωματικήν θέσιν της Ελλάδος…».

Ρώτησαν, λοιπόν, και τον άλλον στρατηγό του Βενιζελισμού, τον Θεόδωρο Πάγκαλο, αν αληθεύουν οι πληροφορίες περί επικειμένου κινήματος. Ο Πάγκαλος διέψευσε και αυτός τις πληροφορίες, αλλά άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να γίνει κάτι στο μέλλον αν παραστεί ανάγκη! Δεν πέρασαν 45 ημέρες από τη διάψευσή του και ο Πάγκαλος έγινε δικτάτορας με το «Κίνημα» της 25ης Ιουνίου 1925. Έτσι, λοιπόν, οι στρατιωτικοί, που κατά τον αντιστράτηγο Παπαθανασίου δεν αναμιγνύονταν στην πολιτική, αναμίχθηκαν και πάλι, πάντα μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της φιλελεύθερης παράταξης. Οι λοχίες του κινήματος στο Γουδί του 1909 συνέχιζαν να κάνουν αυτό που γνώριζαν καλύτερα: Πραξικοπήματα!

 Άλλωστε, η συνταγή ήταν γνωστή. Έλεγχος των Σωμάτων Στρατού, του Στόλου και των τηλεπικοινωνιών. Ο Πάγκαλος είχε θέσει υπό τη διοίκησή του τους στρατώνες στο Ρουφ, ενώ κατέλαβε και το μέγαρο των Ταχυδρομείων, Τηλεγραφείων και της Τηλεφωνίας, γνωστό ως μέγαρο (Τ.Τ.Τ.). Στην προσχηματική διαδικασία, που ακολούθησε την πραξικοπηματική κατάργηση της μέχρι τότε κυβέρνησης, ο Μιχαλακόπουλος, ο Καφαντάρης και Παπαναστασίου αρνήθηκαν να σχηματίσουν κυβέρνηση και κατέθεσαν την εντολή, την οποία πήρε δια των όπλων ο Πάγκαλος.

Ο Πάγκαλος στη Βουλή πήρε και ψήφο εμπιστοσύνης! Σε σύνολο 208, υπέρ ψήφισαν 185, κατά 14, και υπήρξαν και 9 αποχές. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1925 ο δικτάτορας ανήγγειλε την οριστική διάλυση της Βουλής και υποσχέθηκε τη διενέργεια εκλογών για τις αρχές του 1926. Αλλά στις αρχές Ιανουαρίου 1926, αντί για εκλογές, με «Διάγγελμα προς τον Ελληνικόν Λαόν, τον Στρατόν και τον Στόλον» συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του -τις οποίες τις είχε ήδη- και ανέβαλε επ’ αόριστο τις εκλογές σε Βουλή και Γερουσία. Τον Απρίλιο του 1926, ο Πάγκαλος εκλέχθηκε και πρόεδρος Δημοκρατίας! Στις 18 Απριλίου 1926 ορκίστηκε στη μητρόπολη Αθηνών. Ήταν η «δικαίωση» του πραιτωριανού του Βενιζελισμού, ενός εκ των κυρίων υπευθύνων για τη προδιαγεγραμμένη, προμελετημένη πολιτική δολοφονία των Έξι πολιτικών αρχηγών από το έκτακτο χουντικό στρατοδικείο των Πλαστήρα, Πάγκαλου, Οθωναίου κλπ.

Άλλωστε, έτσι είχε ξεκινήσει η «στρατιωτική καμαρίλα», όπως τη χαρακτήρισε ο Μπάζιλ Τόμσον, του Βενιζελισμού με το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 των Πλαστήρα, Γονατά και Σία. Στην επαναστατική επιτροπή συμμετείχε και ο ναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, ο οποίος 2,5 χρόνια μετά πήρε μέρος και στο πραξικόπημα Πάγκαλου καταλαμβάνοντας το θωρηκτό Αβέρωφ και ανακηρύσσοντας εαυτόν αρχηγό του στόλου! Αυτός ήταν μάλιστα που έστειλε στον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Στόλος ταύτην την νύκταν εκήρυξεν έκπτωτον Κυβέρνησιν. Καθιστώμεν προσωπικώς υπευθύνους πρόεδρον, μέλη κυβερνήσεως δια χύσιν αδελφικού αίματος». Τετράγωνη λογική ο κύριος. Αυτοί έκαναν πραξικόπημα, αλλά οι άλλοι θα ήταν υπεύθυνοι για την αιματοχυσία!

(Αυτά και άλλα πολλά για την πιο άθλια πολιτικά δεκαετία της σύγχρονης Νεοελληνικής Ιστορίας στο υπό έκδοση βιβλίο μου για την περίοδο 1910-1980).

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ "ΧΩΡΑ" ΣΕ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ

 

Εκφώνηση του πανηγυρικού την Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου στην επίσημη δοξολογία στον ιερό μητροπολιτικό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Κιλκίς, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που διοργάνωσε η Περιφερειακή Ενότητα Κιλκίς.


https://youtu.be/18zHZowruig

 



Όταν ο φροντιστής Νικόλαος Ποριώτης επισκέφθηκε στα τέλη Νοεμβρίου 1922 το αμερικανικό αντιτορπιλικό Λίτσφιλντ με εντολή του αντιπλοίαρχου Μελετόπουλου να πάρει σειρά φωτογραφιών της πυρκαγιάς και των ωμοτήτων στην προκυμαία της Σμύρνης, οι αξιωματικοί του δήλωσαν ορθά κοφτά ότι προ πολλού είχαν πάρει αυστηρή διαταγή από τον ναύαρχο του αμερικανικού στόλου να μην δοθεί πουθενά καμία φωτογραφία που είχε ληφθεί από τα αμερικανικά πλοία και να καταστραφούν τα υπάρχοντα αντίτυπα.

Μπορεί αυτή η γενικευμένη συνωμοσία της σιωπής που επέβαλαν τότε οι «σύμμαχοι» να εξέπληξε τον Ποριώτη και τον Μελετόπουλο αλλά εμείς σήμερα γνωρίζουμε, ή θα έπρεπε να γνωρίζουμε, πολλά περισσότερα γιατί έγιναν όλα αυτά. Ένας από τους λόγους που θα έπρεπε να γνωρίζουμε σήμερα είναι και η αποδέσμευση το 2005 των άκρως άκρως απόρρητων συνδυασμένων εγγράφων του Φόρεϊν Όφις και της Ιντέλιτζενς Σέρβις, από τα οποία προέκυψαν συγκλονιστικά τεκμήρια για τον τρόπο με τον οποίοι Γάλλοι και Άγγλοι δημιούργησαν τον Εθνικό Διχασμό και τις ουτοπικές προσδοκίες για παραχώρηση εδαφών στη Μικρά Ασία με αντάλλαγμα την παραχώρηση της ανατολικής Μακεδονίας στους Βουλγάρους.

Οι σύμμαχοι γνώριζαν από την πρώτη στιγμή και σε πραγματικό χρόνο όλες τις θηριωδίες των Κεμαλικών από την ημέρα αποβίβασης της ελληνικής μεραρχίας στη Σμύρνη και μετά. Γνώριζαν ότι εξελίσσονταν μία από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και σιώπησαν, και έγιναν συνένοχοι. Και τι ειρωνεία. Στη συνθήκη του Μούδρου, το καλοκαίρι του 1918, προβλεπόταν ρητά η προστασία των χριστιανικών πληθυσμών από τις συμμαχικές δυνάμεις σε οποιοδήποτε τμήμα της τουρκικής επικράτειας. 




Το 1992 ο Γιάννης Καψής αποκάλυψε ότι στα αρχεία του κράτους υπήρχαν εκθέσεις των γαλλικών και αγγλικών μυστικών υπηρεσιών που περιγράφουν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις ωμότητες των κεμαλικών. Και μάλιστα πιθανολογούσε ότι οι εκθέσεις αυτές είχαν φθάσει στα χέρια των ελληνικών αρχών όχι από την επίσημη οδό αλλά από διαρροές των άγγλων και γάλλων πρακτόρων.

Καθόλου απίθανο, αν θυμηθούμε το βιβλίο του διευθυντικού στελέχους της Ιντέλιτζενς Σέρβις Μπάζιλ Τόμσον για τη δράση των αγγλικών και γαλλικών μυστικών υπηρεσιών στην Αθήνα που έστησαν τον Εθνικό Διχασμό για να βγει η Ελλάδα στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά στην ουσία προετοίμαζαν την καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917, οι Μπολσεβίκοι έδωσαν στην δημοσιότητα τη μυστική συμφωνία Σάικς-Πικό του 1916 μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Τσαρικής Ρωσίας, με την οποία οι σύμμαχοι της Αντάντ μοίραζαν μεταξύ τους τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή δύο χρόνια πριν λήξει ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος. Για την Ελλάδα δεν είχε προβλεφθεί ούτε ένα εκατοστό από τη μικρασιατική γη!

Όμως οι Μπολσεβίκοι, εκτός από την συμφωνία Σάικς-Πικό που έδωσαν στη δημοσιότητα, έδωσαν στον Κεμάλ και τεράστια στρατιωτική και οικονομική βοήθεια γεγονός που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας. Ο ανώτατος διοικητής των «Κόκκινων» στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο σύντροφος Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Φρούνζε συμμετείχε στο πολεμικό συμβούλιο του Κεμάλ στην Άγκυρα, όπου είχαν εγκατασταθεί μόνιμα και 25 αξιωματικοί των Μπολσεβίκων. Ο κατάλογος της δωρεάν στρατιωτικής βοήθειας είναι ενδεικτικός: εκατομμύρια χρυσά ρούβλια και σφαίρες, δεκάδες χιλιάδες οβίδες και όπλα, πυροβόλα, πλοία και αεροπλάνα, δεκάδες βαγόνια με πετρέλαιο από το Μπακού.

Η καλοστημένη παγίδα που οδήγησε στην καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού ολοκληρώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις διαβουλεύσεις και τις αποφάσεις στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, αμέσως μετά τη λήξη του αδικαιολόγητου και καταστροφικού Μεγάλου Πολέμου 1914-1918. Την εποχή εκείνη, στις λαϊκές γκραβούρες ο Ελευθέριος Βενιζέλος φάνταζε ισοϋψής με τα «θηρία» της εποχής: Με τον Γούντροου Γουίλσον, τον Λόιντ Τζόρτζ, τον Κλεμανσό, τον στρατάρχη Φέρντιναντ Φος.  Οι στρατηγοί όμως των «συμμάχων» αποδείχθηκαν περισσότερο έντιμοι από τους πολιτικούς πάτρωνές τους.

Είναι άκρως υποτιμητικός ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στον Έλληνα πρωθυπουργό, ο επικεφαλής του βρετανικού αυτοκρατορικού στρατού Σερ Χένρι Γουίλσον σε μία σημείωση στο ημερολόγιό του με ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1919: «Του είπα ευθέως ότι είχε καταστρέψει τη χώρα του και τον εαυτό του πηγαίνοντας στη Σμύρνη, και ο κακομοίρης συμφώνησε, αλλά είπε ότι αυτό έγινε επειδή το Παρίσι δεν είχε αποτελειώσει τους Τούρκους και έκανε ειρήνη μαζί τους… Αναγνωρίζει ότι βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση και τώρα προσπαθεί να μας «πουλήσει» τις 12 μεραρχίες του. Με ικέτευσε να πω στον Λόυντ Τζώρτζ ότι και αυτός και η Ελλάδα τελείωσαν. Είπα ότι θα το κάνω. Ο παλιόφιλος τετέλεσται». Προσέξτε, ήταν Οκτώβριος του 1919! Τρία χρόνια πριν τον καταραμένο Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922.

Ο κατ’ εξοχήν τεχνοκράτης, και ειδικός των διεθνών διακυβερνητικών διασκέψεων της τελευταίας δεκαετίας του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, Καναδός καθηγητής του διεθνούς δικαίου James Brown Scott (1866-1943) είχε χαρακτηρίσει τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του 1919 «συνέδριο των αδαών». Ήταν ένας εύσχημος τρόπος για να μας πει ότι στις διασκέψεις ειρήνης ενδεχομένως να προετοιμάζονται οι επόμενοι καταστροφικοί πόλεμοι. 






Για το τι πραγματικά συνέβη στη Συνδιάσκεψη Ειρήνευσης των Παρισίων μίλησαν και έγραψαν σε πραγματικό χρόνο, ήδη από το 1921, οι κύριοι διαπραγματευτές της αμερικανικής αντιπροσωπείας, ο Edward Mandell House και ο καθηγητής του πανεπιστημίου Yale, Charles Seymour. Τα συμπεράσματα και οι επισημάνσεις τους ουδέποτε πέρασαν στην ελληνική βιβλιογραφία και αρθρογραφία διότι αποδομούσαν το «συστημικό» ιστορικό αφήγημα για τη μικρασιατική εκστρατεία και τη μικρασιατική καταστροφή. Οι κορυφαίοι Αμερικανοί διπλωμάτες από το 1920 κιόλας είχαν χαρακτηρίσει τη χάρτινη συνθήκη των Σεβρών «συνώνυμο του αναχρονισμού», υπό την έννοια ότι η συνθήκη εκείνη ήταν παντελώς ανεφάρμοστη.

Σ’ εκείνη τη χρονική συγκυρία το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν το διάγγελμα των «14 Σημείων» του Αμερικανού προέδρου, με το οποίο το ολιγαρχικό διεθνές τραπεζικό καρτέλ εξέφραζε (δια γραφίδος House) την κατηγορηματική του αντίθεση στο διαμελισμό της τουρκικής επικράτειας που είχε απομείνει.

Οι αντιδράσεις των «συμμάχων» εκδηλώθηκαν αρχικά στις συνεδριάσεις της Επιτροπής επί των Ελληνικών Υποθέσεων, τα μέλη της οποίας ήταν εμπειρογνώμονες που εξέφρασαν την πολιτική των κυβερνήσεών τους. Ήταν οι λεγόμενοι «αδαείς» του καθηγητή Τζέιμς Μπράουν Σκοτ. Πίσω από τη σκόπιμη ασάφεια της αμερικανικής πρότασης για το τι μέλλει γενέσθαι στη Μικρά Ασία μπορούσε να δει κάποιος καθαρά μία προσπάθεια να εφαρμοσθεί, έστω και τυπικά, η διακήρυξη του Αμερικανού προέδρου για αυτοδιάθεση των λαών, με τη δημιουργία καθεστώτος κηδεμονίας και προστασίας για το μικρασιατικό Ελληνισμό και όχι βέβαια ενσωμάτωση εδαφών στο ελληνικό κράτος.

Η οριστική διατύπωση της αμερικανικής πρότασης περιλαμβάνεται στο πόρισμα της Επιτροπής επί των Ελληνικών Υποθέσεων, όπου δηλώνεται κατηγορηματικά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αντιτίθενται στην απόσπαση των περιοχών αυτών από την Τουρκία και προβάλλουν την ιδέα της κηδεμονίας του νέου τουρκικού κράτους από κάποια Δύναμη.



 

Κυρίες και κύριοι

Τα τουρκικά ομαδικά φρικιαστικά εγκλήματα εναντίον του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, εναντίον του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, είναι ένα διαρκές έγκλημα, διαχρονικό έγκλημα, που δεν χωρά σε μία μόνον ημέρα Μνήμης και ξεκίνησε πολύ πριν την κατάρρευση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας. Οι σφαγές των ελληνικών πληθυσμών είχαν ξεκινήσει αμέσως μετά την αποβίβαση στη Σμύρνη της πρώτης ελληνικής μεραρχίας, και τα γεγονότα που ακολούθησαν, στις 2 Μαΐου 1919. Τον Ιούνιο του 1919 οι Τούρκοι κατέσφαξαν τους Έλληνες στο Αϊδίνι, όπου είχαν συγκεντρωθεί μετά από παρόμοιες σφαγές και οι διασωθέντες του Νασλή, του Ακτσέ, του Σουλτάν Χισάρ, από το Κιόσκι, το Ομερλού και άλλες περιοχές που γειτνίαζαν ή βρίσκονταν στην ιταλοκρατούμενη ζώνη.

Ο διοικητής των εθνικιστικών δυνάμεων στην Σαμψούντα Λαζέ Μεχμέτ λεηλατούσε επί τρεις μήνες τα ελληνικά χωριά μαζί με τις κεμαλικές συμμορίες της περιοχής. Όταν πέθανε άφησε μία τεράστια περιουσία από χρυσές και χάρτινες τουρκικές λίρες. Από την Χάφζα ως την Σαμψούντα καταστράφηκαν εκατοντάδες χωριά και όσοι γλύτωσαν τη σφαγή απελάθηκαν και άφησαν μαρτυρικά την τελευταία τους πνοή στους ατελείωτους δρόμους της εξορίας.




Γενοκτονικές απελάσεις σημειώθηκαν στο Μπιλετζίκ, στο Γκιούλ Παζάρ, στο Σεϊγκουντ, στο Εσκή Σεχίρ, στην Κιουτάχεια, στο Σεϊντί-Γαζί, στο δυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας, στα ανατολικά, στα νότια της Κόνιας, στην περιοχή της Κασταμονής.

Όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα ανάγκαζαν την εκάστοτε διοίκηση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας να διευρύνει το μέτωπο προς τα ανατολικά διότι έπρεπε να εξουδετερωθεί οριστικά η απειλή του κεμαλικού στρατού που διέθετε, εκτός από τις τακτικές μονάδες, και συμμορίες με φυγόδικους και δραπέτες των φυλακών και κάθε είδους κοινωνικά αποβράσματα που επιδίδονταν σε σφαγές, βιασμούς και λεηλασίες.

Από την πλευρά τους οι «σύμμαχοι» παρέμειναν μέχρι τέλους σταθεροί στην εφαρμογή της αμερικανικής πρότασης στη διάσκεψη ειρήνης στο Παρίσι. Διαφύλαξαν ως κόρη οφθαλμού την τουρκική επικράτεια (άλλωστε οι άγγλοι είχαν ήδη πάρει το 80% των πετρελαίων της Μεσοποταμίας και έδωσαν στους Αμερικανούς σε πρώτη φάση το υπόλοιπο 20%). Έτσι, λοιπόν, μας απείλησαν με πόλεμο όταν επιχειρήσαμε να καταλάβουμε την Κωνσταντινούπολη, τον Ιούλιο του 1922.

Στη Μικρά Ασία, στις αρχές Αυγούστου 1922, το Γ΄ Σώμα Στρατού εξακολουθούσε να ελέγχει ένα μέτωπο 300 χιλιομέτρων στο βόρειο τμήμα των επιχειρήσεων από την Προποντίδα, και διερχόμενο από τη λίμνη Ασκανία και τις περιοχές Κιοπρού Χισάρ, Μπιλετζίκ, Μποζ Ντάγ, Σεϊντί Γαζί και Άκ Ίν.

Αναφέρουμε τα στοιχεία αυτά, διότι προκύπτει το εξής ερώτημα: Γιατί εγκαταλείψαμε την περιοχή σε μία χρονική συγκυρία που στον ευρύτερο ευρωπαϊκό και ασιατικό χώρο της Κωνσταντινούπολης η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε τουλάχιστον 8 μεραρχίες; Τις τέσσερις της Στρατιάς Θράκης και τις τέσσερις του Βορείου Συγκροτήματος μεραρχιών, τουτέστιν το Δ΄ και το Γ΄ Σώματα Στρατού;

Διότι, όπως είπαμε, οι «σύμμαχοι» μας απείλησαν με πόλεμο αν ο ελληνικός στρατός προχωρούσε πέρα από την οριοθετημένη ζώνη συμμαχικής κατοχής της Κωνσταντινούπολης. Μόλις ένα χιλιόμετρο προχώρησαν οι ελληνικές μονάδες στις 15 Ιουλίου 1922 και έφθασε η διαταγή ανάκλησης της προέλασης.

Οι κεμαλικές δυνάμεις είχαν εξασφαλισμένη την ατιμωρησία να συνεχίσουν τις σφαγές με περισσότερο ζήλο. Στα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών υπάρχουν συνταρακτικές καταθέσεις των προσφύγων που έφθασαν στην Ελλάδα. Να μία από αυτές: «Τα βράδια άκουγα τρεις στρατιώτες, που δεν υποπτεύθηκαν ότι γνωρίζω τουρκικά, να γελάνε, εξιστορώντας πόσους βιασμούς είχαν κάνει, πόσες παρθένες διακόρευσαν και πόσους σκότωσαν. Ένας απ’ αυτούς έλεγε ότι ήταν σ’ ένα απόσπασμα που είχε αναλάβει να οδηγήσει 6.000 νεαρούς άνδρες στο εσωτερικό σαν αιχμαλώτους. Αλλά μεταξύ Μαγνησίας και Κασαμπά, με διαταγή των αξιωματικών τους σκότωσαν όλους, μέχρις ενός».

Συνεπώς, ωχριά η Διαταγή του αρχηγού χωροφυλακής Αϊδινίου Μεχμέρ Χρηφ προς τον σταθμό χωροφυλακής Ρεσαδιέ μετά από γραπτή διαταγή άνωθεν: «… η πατρίς επιβάλλει την υποχρέωσιν όπως έκαστος οπλίτης εκπληρώση αμέσως το καθήκον του της γενικής σφαγής, όπως του έχει ανατεθεί. Έκαστος υποχρεούται να φονεύσει τέσσερις-πέντε Έλληνες». Κάποια «τέρατα» όμως είχαν δολοφονήσει με φρικτό τρόπο εκατοντάδες Έλληνες ο καθένας.

Θα στοιχειώνουν στο διηνεκές το ανθρώπινο είδος οι γόοι και κοπετοί των 30.000 γυναικόπαιδων στην παραλία του Αδραμυττηνού κόλπου που περίμεναν μάταια κάποιο πλοίο σωτηρίας.

Κυρίες και κύριοι

Η γενοκτονία του μικρασιατικού Ελληνισμού δεν χωρά σε μία Ημέρα Μνήμης. Γιατί ήταν εκατοντάδες χιλιάδες αυτοί που σφαγιάστηκαν και πετάχτηκαν στα βάραθρα. Αυτοί που ικέτεψαν μα έλεος δεν τους δόθηκε.

 

Αιωνία τους η μνήμη.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΜΠΕΔΟ ΤΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΣΕΡΡΩΝ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΓΓΑΡΙΟ




ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΤΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΒΛΑΧΩΝ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ, ΣΤΙΣ 31/8/2022  ΣΤΟ ΒΕΛΛΙΔΕΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.






Τον Μάιο του 1919, αμέσως μετά την αποβίβαση της 1ης ελληνικής μεραρχίας στη Σμύρνη, και τα έκτροπα που ακολούθησαν, εκατοντάδες νέοι από τη Μακεδονία κλήθηκαν στα όπλα στο έμπεδο της μεραρχίας Σερρών καθώς ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η μικρασιατική περιπέτεια μόλις είχε αρχίσει με την αναγκαστική διεύρυνση του μετώπου πέρα από τα όρια που είχαν θέσει οι σύμμαχοι.

Πολλοί από αυτούς τους νέους ήταν απόγονοι των βλάχικων οικογενειών της ανατολικής Πίνδου ((Σαμαρίνα, Αβδέλλα, Περιβόλι), που μετά το 1832 παρέμειναν και ενσωματώθηκαν στα χωριά και τους οικισμούς στα όρη της Βροντούς, στις παρυφές του Μενοικίου όρους και σε άλλες περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας. Ένα μεγάλο τμήμα των βλάχικων αυτών οικογενειών δημιούργησαν αργότερα τους οικισμούς στο Σέλι και το Ξηρολίβαδο.

Μήπως, όμως, δεν ήταν τυχαία η περιπλάνηση των βλάχικων αυτών οικογενειών στην ανατολική Μακεδονία  για περισσότερα από 10 χρόνια μετά τη μεγάλη φυγή τους, ελέω Αλή Πασά, από τις πατρογονικές τους εστίες; Διότι από ιστορικής πλευράς παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον ο εντοπισμός των βλάχικων οικογενειών που παρέμειναν και ενσωματώθηκαν σε οικισμούς της περιοχής των Σερρών, αλλά και η ταύτιση των επιθέτων με τις οικογένειες που τελικά κατέληξαν στο Ξηρολίβαδο, στο Σέλι και σε άλλες περιοχές.

Η Ιστορία όμως πάει αρκετά πίσω. Στα μέσα του 14ου αιώνα, εκτός από τα κατεπανίκια Σερρών και Ζιχνών, οι πηγές αναφέρουν και το κατεπανίκιο Βαλαβίστης (μετέπειτα Σιδηρόκαστρο), το οποίο θα μπορούσε να αποδοθεί ως Βλαχόκαστρο. Τοπωνύμιο Βαλαβίστης αναφέρεται σε αρκετές πηγές.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι τα τοπωνύμια Βαλαβίστα, Δοβίστα, Προβίστα, Τσερβίστα και Χωροβίστα (ασχέτως αν αργότερα είχαν ενταχθεί ή όχι ως οικισμοί στο οθωμανικό τιμαριωτικό σύστημα) εκφράζουν τοποθεσίες που είτε είναι κάστρα, είτε έχουν φυσική οχύρωση, είτε είναι σε τέτοια θέση που δύσκολα γίνονται ορατές, είτε βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση επιτήρησης, και γενικώς με αυτά ορίζεται η θέση του οικισμού. Dove est? ρωτούσαν οι Λατίνοι!

Η ίδια μεθοδολογία ονομασίας στα τοπωνύμια υπήρξε, στην ίδια ή σε διαφορετική χρονική περίοδο, και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης. Έτσι, για παράδειγμα, ακόμη και σήμερα στις νορμανδικές ακτές υπάρχουν οι πόλεις Trouville, Deauville και Granville.

Μήπως, δηλαδή, οι οικογένειες αυτές ακολούθησαν μία διαδρομή που την είχαν ξανακάνει οι πρόγονοί τους, με αντίθετη φορά, μετά την κατάκτηση από τους Τούρκους, το 1383, της περιοχής των Σερρών; Διότι σε κάποιες περιπτώσεις, είναι εντυπωσιακή η ταύτιση των επιθέτων.

Μετά την ολιγοήμερη εκπαίδευσή τους, οι στρατεύσιμοι είχαν διασχίσει όλη τη Θράκη για να βρεθούν στην Αδριανούπολη. Τις λεπτομέρειες της επικής αυτής πορείας μας τις περιέγραψε ο οπλίτης Θεόδωρος Ιωαννίδης από το Δρυμό Θεσσαλονίκης, στο αδημοσίευτο μέχρι αυτή τη στιγμή ημερολόγιό του.


Ο Βασίλης Κάρτσιος με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας
Προσφυγικών Σωματείων Αντώνη Οραήλογλου.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων
Μιχάλης Μαγειρίας με τη κ. Μιμή Ντενίση, η οποία τιμήθηκε
για την προσφορά της στον μικρασιατικό πολιτισμό.

Από το χωριό Καρακασίμ είχαν ξεκινήσει πορεία 60 χιλιομέτρων, από το βράδυ της 12ης Ιουλίου μέχρι τα ξημερώματα της 13ης Ιουλίου 1920, και βρέθηκαν έξω από την ποθητή πόλη. Εκείνη την ημέρα στην Αδριανούπολη έγινε παρέλαση με την παρουσία του βασιλιά Αλέξανδρου και του διοικητή της Στρατιάς Θράκης Ε. Ζυμβρακάκη.

 Από τις 24 Δεκεμβρίου 1920, το Σώμα Στρατού Σμύρνης μετονομάστηκε σε Γ΄ Σώμα Στρατού. Οι μεραρχίες Αρχιπελάγους και Σμύρνης μετονομάστηκαν σε VIIη και Xη Μεραρχία αντίστοιχα. Η VII Μεραρχία ενισχύθηκε με το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων της ΙΙΙ Μεραρχίας. Στις 13 Δεκεμβρίου 1920, επιβιβάστηκαν από τη Ραιδεστό στο πλοίο «Αδριατικός» και μετά από 8 ώρες έφθασαν στην Πάνορμο.

Στην Πάνορμο παρέμειναν από τις 14 Δεκεμβρίου 1920 μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 1921, ημέρα κατά την οποία πήραν διαταγή να μετασταθμεύσουν στο χωριό Ετεντζίκ, 2,5 ώρες από την Πάνορμο. Εκεί μετά από έξι ημέρες πήραν διαταγή να αντικαταστήσουν την VII Μεραρχία στο μέτωπο. Επέστρεψαν στην Πάνορμο και εκεί η μονάδα τους υπήχθη υπό τις διαταγές της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Στις 9 Μαρτίου 1921, η 3η Μεραρχία έλαβε διαταγή να προχωρήσει την προέλαση προς κατάληψη του Εσκί-Σεχίρ. Την ίδια διαταγή είχαν λάβει και οι στρατιωτικές μας μονάδες στη Νικομήδεια και στο Ουσάκ.


Άποψη από το Ξηρολίβαδο, το μαγευτικό
Βλαχοχώρι του Βερμίου.


Το Γ΄ Σώμα Στρατού κατείχε μία ζώνη στο μέτωπο που άρχιζε από τη νότια όχθη της λίμνης Ασκανίας μέχρι τη βόρεια πλευρά του όρους Όλυμπος. Η Χ Μεραρχία ήταν στην Κίο, η ΙΙΙ στην Προύσα και η VII στο Κεστέλ.  Έτσι, λοιπόν, από τις 10 Μαρτίου 1921 όλα τα Σώματα Στρατού άρχισαν να κινούνται προς κατάληψη της οριογραμμής Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ.

Η ΙΙΙ Μεραρχία πήρε μέρος στη μεγάλη μάχη (14-17 Μαρτίου 1921) και στην πρόσκαιρη κατάληψη του Αβγκίν. Το Γ΄ Σώμα Στρατού είχε κινηθεί με την 3η, 7η και 10η Μεραρχία καθώς και με την ταξιαρχία του ελληνικού ιππικού. Είχαν προηγηθεί αναγνωριστικές επιχειρήσεις και αψιμαχίες με μικρές τουρκικές μονάδες.

Βεβαίως, οι οπλίτες των μεραρχιών θα είχαν στη συνέχεια (Ιούνιος – Σεπτέμβριος 1921) και άλλες τέτοιες «ευκαιρίες». Μετά την έναρξη υλοποίησης του σχεδίου του επιτελείου της Στρατιάς της Μικράς Ασίας για τη συντριβή των δυνάμεων του Κεμάλ στην περιοχή της Κιουτάχειας, και την κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης - Βαγδάτης από τον κόμβο του Εσκί Σεχίρ μέχρι τον κόμβο του Αφιόν Καραχισάρ, οι στρατιωτικές μας μονάδες θα βρεθούν, σε μία ατέρμονη πορεία με συνεχείς συγκρούσεις, πέρα από τον Σαγγάριο.

Οι στρατιωτικές αυτές επιχειρήσεις στον άξονα Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ θεωρήθηκαν επιβεβλημένες. Από το Εσκί Σεχίρ ξεκινούσε η μοναδική σιδηροδρομική γραμμή προς την Άγκυρα, και στο Αφιόν Καραχισάρ κατέληγε η σιδηροδρομική γραμμή που ξεκινούσε από τη Σμύρνη. Συνεπώς, ο έλεγχος αυτής της ζώνης άνοιγε διάπλατα το δρόμο προς την Άγκυρα.

Στις ασκήσεις επί χάρτου αυτό φάνταζε μία ιδιοφυής στρατηγική. Την άνοιξη, όμως, του 1921 είχαν στοιχειώσει οι προειδοποιήσεις, ήδη από το 1919, του στρατάρχη του δυτικού Μετώπου Φέρνινταν Φος και του στρατάρχη του βρετανικού αυτοκρατορικού στρατού Σερ Χένρι Γουίλσον. Για να είχε επιτυχή έκβαση οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση τέτοιας εμβέλειας στη Μικρά Ασία, η Ελλάδα θα έπρεπε να διαθέτει 30 ετοιμοπόλεμες μεραρχίες επί του πεδίου. Η Ελλάδα δεν θα είχε ποτέ περισσότερες από 11-12 μεραρχίες. Τον Σεπτέμβριο του 1921, μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Σαγγάριο, πρακτικά από πλευράς μάχιμων ανδρών, είχαν μείνει οι μισές!

Τον Σεπτέμβριο του 1921, με βάση τους επιτελικούς πίνακες, το υπουργείο Στρατιωτικών πιθανολογούσε ότι η δύναμη των παρόντων της Στρατιάς της Μικράς Ασίας ήταν τουλάχιστον 180.000 άνδρες, αλλά οι μάχιμοι στη γραμμή του μετώπου ήταν μόνον το 1/3, δηλαδή 60.000 άνδρες! Αυτή ήταν η δύναμη που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις μεραρχίες του Κεμάλ, σ’ ένα διευρυμένο μέτωπο 700 χιλιομέτρων.

Στα μετέπειτα χρόνια, οι αντιστράτηγοι θα συμφωνήσουν:

«Την κρισιμότερη στιγμή ο Ελληνικός Στρατός υποχρεώθηκε να διακόψει την επιθετική του προσπάθεια προς την Άγκυρα και να επανέλθη στη γραμμή εξόρμησής του, εξαιτίας της έλλειψης εφεδρειών και των δυσεπίλυτων προβλημάτων ανεφοδιασμού και συντήρησης από τη μεγάλη επιμήκυνση των γραμμών συγκοινωνιών του».

Οι τελευταίες μεγάλες απώλειες του ελληνικού στρατού, πριν την κατάρρευση του 1922, σημειώθηκαν 17-25 Σεπτεμβρίου 1921 στη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ. Για να μην πέσει στα χέρια του Κεμάλ η πόλη, είχαν σκοτωθεί 9 αξιωματικοί, 96 οπλίτες, και τραυματίστηκαν και βγήκαν εκτός μάχιμης υπηρεσίας 33 αξιωματικοί και 470 οπλίτες, ενώ 22 οπλίτες κηρύχθηκαν αγνοούμενοι. Δηλαδή, μέσα σε μία εβδομάδα εξουδετερώθηκε το ¼ της δύναμης κρούσης μίας μεραρχίας!

Τον επόμενο χρόνο και μετά την κλήτευση της κλάσης του 1922, σύμφωνα με τον πίνακα του 3ου Γραφείου της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού, με ημερομηνία 27 Μαΐου 1922, την 1η Απριλίου 1922 στα πρόσω της Στρατιάς της Μικράς Ασίας υπηρετούσαν 4.571 αξιωματικοί και 163.305 οπλίτες. Άλλοι 1.816 αξιωματικοί και 54.898 οπλίτες ήταν στα μετόπισθεν. Δηλαδή, συνολικά υπηρετούσαν 6.418 αξιωματικοί και 218.203 οπλίτες. Τότε γιατί χάθηκε η Μικρά Ασία;

Γιατί, όπως είδαμε, η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική από τους αριθμούς και τη στατιστική, και άλλαζε σε σύντομο χρονικό διάστημα ακόμα και στις περιόδους που δεν υπήρχαν στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ας δούμε την «Δεκαήμερο Δύναμη των παρόντων οπλιτών της Στρατιάς της Μ. Ασίας της 1ης Μαΐου 1922» σύμφωνα με την κατάσταση του 1ου Γραφείου της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την κατάσταση, τον Μάιο του 1922 οι μάχιμοι σε λόχους, ίλες και πυροβολαρχίες ήταν 129.541 οπλίτες και αξιωματικοί, στα μεταγωγικά μάχης και στα επιτελεία υπηρετούσαν 37.616 άνδρες, στα μεταγωγικά του Σώματος 55.653. Δηλαδή, για κάθε έναν οπλίτη ή αξιωματικό που πολεμούσε αναλογούσε σχεδόν ένας στρατιώτης στα μεταγωγικά!

Οι επιτελείς, όμως, της Στρατιάς της Μικράς Ασίας –παρά τις αποτυχημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μαρτίου του 1921- φαίνεται ότι είχαν διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων. Μετά την κατάληψη της Κιουτάχειας και του Εσκί Σεχίρ, ο αρχηγός της Στρατιάς Αναστάσιος Παπούλας, ο υπαρχηγός υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός και οι επιτελείς τους θεωρούσαν ότι σε γενικές γραμμές οι δυνάμεις του Κεμάλ είχαν αποσυντεθεί. Σε έκθεσή του, στις 12 Ιουλίου 1921, ο Ξενοφών Στρατηγός επισημαίνει ότι κατά την τελευταία αυτή μάχη ο εχθρός υπέστη «σοβαρωτάτη φθορά, υπολογιζομένη εις το έν τρίτον τουλάχιστον της δυνάμεως αυτού», και καταλήγει: «Τοιούτον υπήρξε το τέλος της Κεμαλικής Στρατιάς, η δε πλήρης διάλυσις των εναπομεινάντων λειψάνων δεν θα βραδύνη να επέλθη».

Αυτό το συμπέρασμα θα μπορούσε -για εκείνη τη χρονική συγκυρία- να είχε μία δόση αληθείας, μετά μάλιστα από μία νικηφόρα κατάληψη δύο πόλεων. Ο τρόπος διοίκησης του επιτελείου της Στρατιάς της Μικράς  Ασίας ήταν συγκεντρωτικός.  Όμως το βασικό πρόβλημα προερχόταν από την λανθασμένη αντίληψη για τις ικανότητες του εχθρού. Αυτή η αντίληψη που διακατείχε την ηγεσία της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, ότι η υποχώρηση του εχθρού ήταν αποτέλεσμα μόνον της αδυναμίας του, και όχι ίσως μία στρατηγική τακτική υποχώρησης, εξόργιζε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Βίκτωρα Δούσμανη. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά τις μάχες της Κιουτάχειας και του Εσκί Σεχίρ, τον Δούσμανη τον εξόργισε το γεγονός ότι μετά τη μάχη στο Εσκί Σεχίρ η Στρατιά δεν κατεδίωξε τους Τούρκους και τους έδωσε την ευκαιρία να ενεργήσουν μαζική αντεπίθεση.

Εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, οι ιστορικοί ανακαλύπτουν πολλές «εξοργιστικές» ενέργειες στη διαχείριση της κατάστασης στη Μικρά Ασία. Αυτό, όμως, που δικαιολογημένα θα θεωρούσε κάποιες εξόχως εξοργιστικό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ο φυγόστρατος Γεώργιος Κονδύλης, σε επιστολή του από την Κωνσταντινούπολη, προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Λονδίνο, πέντε μέρες πριν την τουρκική επίθεση στην Εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ, στις 13 Αυγούστου 1922, ότι ο στρατός του Κεμάλ ήταν «εν αθλία καταστάσει» και ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε καμία επιθετική ενέργεια!

Ως εκ τούτου, η μικρασιατική εκστρατεία αποτελεί  μία πολύτιμη διδαχή για τη στρατηγική, τακτική και την οργάνωση στα πεδία των μαχών, αν και ο σύγχρονος τρόπος εμπλοκής έχει αλλάξει πλέον δραστικά. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε τις πραγματικές συνθήκες που βίωσαν οι οπλίτες και οι αξιωματικοί στα πεδία των μαχών, και τις υπεράνθρωπες προσπάθειές τους, για να κατανοήσουμε τα αίτια μίας προδιαγεγραμμένης στρατιωτικής κατάρρευσης που διέλυσε τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας.





Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Ο ΟΛΕΘΡΙΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ ΤΟΥ 1821

 

ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΕ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑ 

ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΙΣΧΥΡΑ ΠΛΗΓΜΑΤΑ


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com


Ο Ιούνιος του 1821 υπήρξε ο πιο καταστροφικός μήνας για τις επαναστάσεις στη Μολδοβλαχία και στη Χαλκιδική. Τα ολέθρια αποτελέσματα της μάχης στο Δραγατσάνι, στις 7 Ιουνίου 1821, έδειξαν ότι ο Υψηλάντης δεν είχε τον χρόνο και την πολυτέλεια να προετοιμάσει τους επαναστάτες στο σύστημα πειθαρχίας και οργάνωσης ενός σώματος τακτικού στρατού. Οι συνέπειες υπήρξαν τραγικές αν και ο Υψηλάντης (σε αντίθεση με τον Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική) είχε υπό τις διαταγές του και επαγγελματίες στρατιωτικούς, όπως τους Μακεδόνες οπλαρχηγούς Γεωργάκη Ολύμπιο και Ιωάννη Φαρμάκη, τους αδελφούς του Γεώργιο και Νικόλαο, τον συνταγματάρχη του ρωσικού στρατού Έλληνα ευγενή Γ. Καντακουζηνό, τον πολωνό ταγματάρχη Γαρνόφσκυ, και άλλους Έλληνες και Σέρβους κατώτερους αξιωματικούς. Στο επιτελείο του ήταν και ο Κοζανίτης Γεώργιος Λασσάνης[1], ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα υπασπιστή. 
    
    Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν ήταν αρκετό, όπως αποδείχθηκε με την εγκληματική ανυπακοή του Καραβιά ο οποίος ήταν επικεφαλής 800 ιππέων. Αν και οι οδηγίες του Υψηλάντη ήταν σαφείς να μην δοθεί η μάχη στις 7 Ιουνίου, αλλά την επαύριον για να προλάβει να συγκεντρωθεί το σύνολο του στρατεύματος, και παρά τις προσωπικές συστάσεις του Γεωργάκη Ολύμπιου, ο παρορμητικός Καραβιάς[2] ξεκίνησε τη μάχη πέφτοντας στην παγίδα των Τούρκων οδηγώντας στην καταστροφή και τον Ιερό Λόχο που έσπευσε σε βοήθεια. Από τους 373 Ιερολοχίτες σκοτώθηκαν περισσότεροι από 200 αξιωματικοί και στρατιώτες, ενώ 37 αιχμαλωτίστηκαν και αποκεφαλίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Μετά βίας διασώθηκαν την τελευταία στιγμή, ο επικεφαλής του Ιερού Λόχου Νικόλαος Υψηλάντης, ο Γεώργιος Λασσάνης και ο πρωτεργάτης της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ.

«Η καταστροφική αυτή μάχη μπορούσε και έπρεπε να έχη αποφευχθή. Έγινε από την αλόγιστη πρωτοβουλία γενναίου αξιωματικού, που από φιλοδοξία και φιλοπρωτία παρακινημένος έδρασε με ασυγχώρητη επιπολαιότητα και αντιπειθαρχικά σε βαρύτατο βαθμό, υποτιμώντας τις δυνάμεις του εχθρού και παρανοώντας τις προθέσεις του, εκτιμώντας εσφαλμένα τις δυνατότητες και τις ανάγκες της ώρας και παραβιάζοντας καίρια το πολεμικό σχέδιο του Αρχιστρατήγου. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό θα δινόταν μάχη στην περιοχή εκείνη, αφού εξασφαλιζόταν πριν υπεροχή απέναντι του εχθρού με την άφιξη από το Ρίμνικο του συνόλου των φιλίων δυνάμεων. Η πρωτοβουλία του Καραβιά να κινηθή στην πεδιάδα με μόνο το τμήμα του αρχικά, χωρίς να ειδοποιήση καν τον Αρχιστράτηγο, είχε αποτέλεσμα να δοθή η μάχη εναντίον εχθρού κατά πολύ ισχυρότερου, και μάλιστα να παρασυρθή σε αυτήν από αλληλεγγύη και να εξοντωθή μικρό τμήμα πεζικού, ο Ιερός Λόχος, προορισμένο σύμφωνα με το σχέδιο να είναι σε θέση γενικής εφεδρείας».[3]

Μετά την καταστροφική μάχη στο Δραγατσάνι, οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές. Το πρωί της 17ης Ιουνίου 1821 ξεκίνησε η μάχη στο Σκουλένι, στην όχθη του Προύθου ποταμού. Με τη μάχη αυτή τερματίστηκε η οργανωμένη προσπάθεια των επαναστατών στη Μολδαβία. Οι συνολικές απώλειες υπολογίστηκαν σε 300 νεκρούς και πολλούς τραυματίες, ενώ στην τελική φάση της μάχης έπεσαν νεκροί και όλοι οι αρχηγοί, όπως οι Καρπενησιώτης, Κοντογόνης, Σταύρακας, Μίγγλερης, Δαιμονάκης, Σφαέλλος, Δαγκλιόστρος, Σεβαστόπουλος, Σοφιανός, Κόντος, Ιντσές, Λαγός, Βαλσαμάκης Μπαμπαλιάρης και ο 15χρονος Νικόλαος Μπιτζακτσής. Η ήττα των επαναστατών στο Σκουλένι προκάλεσε όμως και τουρκική πανωλεθρία με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

Η ιστορία της ελληνικής εξέγερσης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες είναι γεμάτη με μικρές ή μεγάλες συγκρούσεις μικρών –κατά κανόνα– επαναστατικών σωμάτων με τον πολυάριθμο τουρκικό στρατό (Στίγκα, μονή Κόζιας, μονή Σλάτινας, όρος Κόλτσι). Μετά από κάθε σύγκρουση οι Τούρκοι προέβαιναν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Εκατοντάδες αιχμάλωτοι αποκεφαλίστηκαν στους δρόμους και τις πλατείες στο Βουκουρέστι, στη Σιλίστρια αλλά και στη Κωνσταντινούπολη. Ο κύκλος έκλεισε με την εποποιία στη μονή Σέκου, τον Σεπτέμβριο του 1821, και τη θυσία του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Ιωάννη Φαρμάκη και των Φιλικών που τους ακολούθησαν μέχρι την τελευταία στιγμή.

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

Στις 2 Ιουνίου 1821 οι πρόκριτοι της Καλαμαρίας, της δυτικής περιοχής της Χαλκιδικής, στέλνουν αναφορά[4] στον Εμμανουήλ Παπά στη μονή Εσφιγμένου για τα επαναστατικά δρώμενα στον τομέα δράσης τους. Υπογράφει ο Παύλος Κώνστα και οι υπόλοιποι «τζορμπατζίδες» τα ονόματα των οποίων δεν αναφέρονται. Από την έκθεση αυτή των πεπραγμένων μαθαίνουμε ότι εκείνες τις ημέρες οι επαναστάτες «την περισότεριν καλαμαρίαν την έκαναν ζάπ», όπου έκαψαν πολλά τουρκικά χωριά. Οι πρόκριτοι ζητούν συγχώρεση από τον Εμμανουήλ «οπού ευγήκαμε έξο από την ορδινήαν σας», αιτιολογώντας αυτήν τους την ανυπακοή επειδή «εστενεύθημεν δια τους χριστιανούς οπού είχεν εκήνος ο τόπος».

Ο Εμμανουήλ προφανώς είχε δώσει εντολή να μην πειράξουν οι επαναστάτες τους τουρκικούς οικισμούς διότι αυτό θα προκαλούσε την άμεση κινητοποίηση του τουρκικού στρατού της Θεσσαλονίκης, κάτι το οποίο θα λειτουργούσε αποτρεπτικά στο σχέδιο για την περικύκλωση της πόλης. Ο Εμμανουήλ είχε δώσει τις εντολές αυτές και για έναν ακόμη πολύ σοβαρό λόγο. Οι επαναστάτες δεν ήταν επαρκώς εξοπλισμένοι.  Όπως επισημαίνεται στην αναφορά «το περισσότερον στράτευμα είναι δίχως τυφέκια μόνον με ταξύλα εις το χέρι». Από την αναφορά αυτή προκύπτουν και άλλα δύο ονόματα ιθυνόντων. Κάποιος «κυρ άγγελος» ο οποίος στάλθηκε από τους επαναστάτες στις πόρτες (στη σημερινή Ν. Ποτίδαια) «να συνομηλίση με τον κυρ Ιωάνη κασανδρινόν».

Στις 4 Ιουνίου 1821, δύο ημέρες μετά, ο Άγγελος Βασιλικού ενημερώνει τον Εμμανουήλ Παπά ότι οι επαναστάτες έφθασαν «έως τα τείχη της Θεσσαλονίκης», όμως «προμένοντες τον καλόν ερχομόν σας εστάθημεν έως εκεί. Όθεν παρακαλούμεν να μην μας λυπήσητε εις τούτο, μόνον να μας χαροποιήσητε με τον καλόν ερχομόν σας εντάχι». Επομένως, στις 4 Ιουνίου 1821, οι επαναστάτες περίμεναν τον Εμμανουήλ να ηγηθεί της πολιορκίας της Θεσσαλονίκης. Ο Άγγελος Βασιλικού ενημερώνει τον Εμμανουήλ Παπά και για τις παρασπονδίες του «κυρ γιανιού κασσανδριανού» που «πειράζει τους χριστιανούς κατά πολλά» και τους απειλεί να τους πάρει το σιτάρι από τον Άγιο Μάμα (καθότι Ιούνιος μήνας)! Ο Βασιλικού ζητά την παρέμβαση του Εμμανουήλ να συνετίσει τον Γιαννιό τον Κασσανδρινό γιατί «εις τούτο θέλει γείνει κανένας τράκος εις το αναμεταξή μας και δεν είναι καλά»[5].

Από γράμμα-αναφορά της 6ης Ιουνίου 1821 του Ιωάννη Χ΄΄χρήστου προς τον Εμμανουήλ Παπά μαθαίνουμε ότι οι επαναστάτες είχαν πλησιάσει σε απόσταση τριών ωρών από τη Θεσσαλονίκη αλλά αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Σιθωνία «στενοχωρηθέντες ημείς μεγάλως από τους τυράννους». Επίσης, ζητούν από τον Εμμανουήλ να παρθούν αποφάσεις: «Αυθέντα, όσον τάχιστα να επιταχύνετε τους σκοπούς σας, επειδή είμεθα γυμνοί καθ’ όλα. Προχωρούμεν όμως, καίτοι αδύνατοι από τζιπχανέ (εφόδια), θριαμβευτικώς και ελπίζομεν να μας προφθάσητε. Ταύτα και μένω εις τους ορισμούς της ευγενείας της».

Από το γράμμα της 6ης Ιουνίου προκύπτουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες. Τα καράβια που είχε ζητήσει ο Εμμανουήλ (μία μοίρα του εθνικού στόλου), για να δράσουν εναντίον της Θεσσαλονίκης, δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους και έτσι οι επαναστάτες ευρισκόμενοι στη Σιθωνία αποφάσισαν να μισθώσουν προσωρινά δύο καράβια «έως να φθάσωσιν τα αποφασισθέντα». Όμως, ο κυρ Αγγελής (ο κυρ Άγγελος που είχε πάει στις πόρτες για συνομιλίες με τον Ιωάννη Κασσανδρινό) «δεν το έστερξε προφασιζόμενος ότι χρείαν καραβίων δεν έχομε». Και μάλιστα, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, χαρακτήρισε τους καπετάνιους των καραβιών και τους επαναστάτες κουρσάρους! Από το γράμμα προκύπτει ότι ο Εμμανουήλ είχε στείλει επιστολές σε καπετάνιους από το Μεγάλο Έμβολο του κόλπου της Θεσσαλονίκης, την Κασσάνδρα, και τις Σποράδες αναζητώντας να μισθώσει πλοία[6].

Από γράμμα της 9ης Ιουνίου 1821 προς τον Εμμανουήλ Παπά προκύπτει ξεκάθαρα η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου του 1821. Υπογράφουν οι (Γ)ιανουλάκης Αγγέλου, Αναγνώστης Γεωργίου από Κασσάνδρα και κάποιος Αθανάσιος από τον Πολύγυρο. Παρά τις πρόσκαιρες νίκες των διαφόρων τμημάτων (κολόνες) των επαναστατών, οι όποιες επιθετικές ενέργειες προς τα δυτικά είχαν σταματήσει: «…μάλιστα έως τώρα πέντε έξη πολέμους οπού κάμαμεν». Οι επαναστάτες είχαν αποσυρθεί στον Πολύγυρο και στην Κασσάνδρα και περίμεναν εφόδια και οδηγίες για το τι μέλλει γενέσθαι: «… και καμμία ορδινία δεν έχομεν, και δεν ηξεύρομεν, την διωρισμένην ημέραν οπού θε να γένη το κίνημα, δια να γένουν ητοιμασίαις».


Η σημαντικότερη όμως πληροφορία που διασώζεται από αυτό το γράμμα της 9ης Ιουνίου είναι ότι ο Εμμανουήλ Παπάς δεν είχε αναθέσει ακόμη σε κανένα να ηγηθεί των επαναστατών που θα δρούσαν δυτικά προς τη Θεσσαλονίκη: «Προς τούτοις, αυθέντα, αν είναι εύλογον οπού να μας στείλης έναν άνθρωπον ιδικόν σας, δια να κάμη ένα κουμάντο απάνω εις το ασκέρι, επειδή σε ρέπελο ευρισκόμασθε. Λοιπόν ανάγκη είναι να μας στείλης άνθρωπον, οπού να έμβη το ασκέρι εις τάξιν, να μη μας τύχη ασκέρι του εχθρού μας περισσό, και ημπορούνε να μας γένη χαλασμός»[7].

Είναι περίεργο, αλλά το όνομα του Στάμου Χάψα δεν εμφανίζεται πουθενά στην αλληλογραφία των επαναστατών με τον Εμμανουήλ Παπά, εκείνο το κρίσιμο δεκαήμερο του Ιουνίου του 1821. Αν ο Χάψας είχε ορισθεί επικεφαλής του δυτικού τμήματος τότε γιατί στις 9 Ιουνίου οι επαναστάτες γράφουν ότι βρίσκονται σε «ρέπελο» και ζητούν από τον Εμμανουήλ να τους στείλει έναν αρχηγό να βάλει το ασκέρι σε τάξη; Αλλά το όνομα του Στάμου Χάψα δεν εμφανίζεται πουθενά σε όλο το αρχείο του Εμμανουήλ Παπά, ούτε στο ευρετήριο των κυρίων ονομάτων του Απόστολου Βακαλόπουλου στο βιβλίο του για τον αρχηγό και υπερασπιστή της Μακεδονίας.

Το αδιέξοδο στο οποίο είχαν περιπέσει οι επαναστατικές ενέργειες, κυρίως λόγω της έλλειψης εφοδίων και πυρομαχικών, διαφαίνεται καθαρά από την επιστολή των 20 ηγουμένων των μοναστηριών του Αγίου Όρους (9 Ιουνίου 1821) προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Οι προϊστάμενοι των μονών ζητούν απεγνωσμένα την αποστολή πολεμοφοδίων: «… Ορέξασα γουν ημίν χείρα βοηθείας, επιχορηγήση και όπλα και πυρίτιδα κόνιν και παν ό,τι άλλο αρμόδιον τω πολέμω, διορίζουσα και πλοία εις το περιφέρεσθαι εις εκάτερα τα μέρη του αγιωνύμου τούτου Όρους προς εμπόδιον πάσης ορμής και εφόδου των απίστων Αγαρηνών. Την επιστολή μετέφεραν στον Δημήτριο Υψηλάντη ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Βατοπεδινός και ο καθηγούμενος του ιερού κοινοβίου Κωνσταμονής Χρύσανθος για να ενημερώσουν και δια ζώσης τον Υψηλάντη ότι «… ο τόπος ούτος κινδυνεύει και εις παντελή πανολεθρίαν έρχεται, εφορμούντων των Αγαρηνών μετά μεγάλου θυμού και ανειλεότητος»[8].

Άλλωστε, στις 12 Ιουνίου 1821, ο Εμμανουήλ Παπάς ζητά με επιστολή του από τον Πολύγυρο προς τους Σπετσιώτες καραβοκυραίους ν’ αγοράσει χίλιες οκάδες μπαρούτη διότι «…όσην κι αν είχωμεν μέχρι τούδε δια τας πολλάς μας εκστρατείας, και δια την έλλειψιν εδώ εις πάντας τους ομογενείς αδελφούς και ως περιωρισμένοι πανταχόθεν υπό των εχθρών, το κατεξοδεύσαμεν σχεδόν». Όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Εμμανουήλ έστειλε το γράμμα με τον Κασσανδρινό Ιωάννη Γκουτζιά στον οποίο έδωσε και τα χιλιάδες γρόσια για να πληρωθούν οι 1.000 οκάδες μπαρούτη τουφεκίου άμεσα: «…παρ’ ού θέλετε λάβει και την τιμήν»[9].

Ο Εμμανουήλ, λοιπόν, στις 12 Ιουνίου βρίσκεται στον Πολύγυρο και ζητά να προμηθευτεί μπαρούτη. Ο Εμμανουήλ κάνει λόγο για ασυγκράτητη ορμή των επαναστατών και ότι το μόνο που την εμποδίζει είναι η έλλειψη μπαρουτιού. Δεν αναφέρει τίποτα για την καταστροφή των Βασιλικών (στις 9 Ιουνίου), ούτε για την εξολόθρευση του σώματος του Στάμου Χάψα (10 ή 13 Ιουνίου;) και τον σφαγιασμό των μοναχών του μοναστηριού της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας. Λογικά θα έπρεπε να τα αναφέρει στην επιστολή του για να τονίσει την κατεπείγουσα ανάγκη προμήθειας μπαρουτιού.

Η απάντηση στα ερωτήματα που προκύπτουν έρχεται από την επιστολή, της 14ης Ιουνίου 1821, των ηγουμένων των μονών του Αγίου Όρους προς τους προκρίτους των Σπετσών από τους οποίους ζητούν μπαρούτη και καράβια για την προστασία του Αγίου Όρους. Δεν είναι τυχαίο ότι, μέσα σε λίγες ημέρες, τις επιστολές του Εμμανουήλ Παπά ακολουθούν επιστολές των προϊσταμένων των μονών με τα ίδια αιτήματα, επισημαίνοντας ότι αν δεν σταλεί βοήθεια τα μοναστήρια οδηγούνται σε αφανισμό[10].

«Οι κάτοικοι της χερσονήσου Κασσάνδρας και οι της Σκιάς, ή της Συκιάς, καθοπλισθέντες προχωρούσιν εις το μέρος της Θεσσαλονίκης νικηταί, ως εμάθομεν. Οι ημέτεροι εκίνησαν με ορμήν και ανδρίαν προς το μέρος του Σταυρού λεγομένου χωρίου, και πολεμούσι με τους εκεί συναχθέντας Αγαρηνούς. Αλλ’ επειδή και προς το μέρος εκείνο έμαθον ότι έρχεται πασσιάς με πλήθος οχθρών, απέστειλαν ζητούντες παρ’ ημών και άλλο μπαρούτι και βόλια, και άλλα προς πολεμικήν παράταξιν επιτήδεια».

Έτσι, λοιπόν, στις 14 Ιουνίου οι ηγούμενοι των μονών του Αγίου Όρους δεν αναφέρουν για την εξολόθρευση του σώματος των Συκιωτών υπό τον Στάμο Χάψα στις παρυφές του μοναστηριού της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, και θεωρούν ότι αυτοί προχωρούν προς τη Θεσσαλονίκη νικητές! Είναι αδύνατον να έγινε η μάχη στις 10 Ιουνίου και να μην το είχαν πληροφορηθεί στο Άγιον Όρος στις 14 Ιουνίου, μετά από τρεις ημέρες, ή να μην είχαν πληροφορηθεί την καταστροφή των Βασιλικών στις 9 Ιουνίου.

Επίσης, από την επιστολή προκύπτει ότι στις 14 Ιουνίου βρίσκονταν ήδη στο Στρατωνικό όρος, κοντά στο Σταυρό, οι μοναχοί με τους υπόλοιπους Μαντεμοχωρίτες και Ιερισσιώτες για να προλάβουν να ανακόψουν τις δυνάμεις του Μπαϊράμ (Μπεχράμ) πασά.

«… ο ενταύθα παρά της κοινότητος της ελευθερίας αποσταλείς ευγενέστατος Κύριος Μανουήλ όχι ολίγον θάρρος και μεγαλοψυχίαν ενέπνευσεν εις τας καρδίας ημών, πληροφορών ημίν την φιλελεύθερον των γενναίων Σπετσιωτών διάθεσιν και την προς πάντας μεγαλόδωρον χορηγίαν αυτών και βοήθειαν, και ότι εικοσιτέσσαρα αυτών καράβια είχον έτοιμα, τα μεν είκοσι κατά της Θεσσαλονίκης να πέμψωσι, τα δε τέσσαρα προς φύλαξιν του αγιωνύμου Όρους και των πέριξ χριστιανών. Και ούτω συναθροίσας τους ενταύθα και τους πέριξ εγχωρίους χριστιανούς εκίνησε με μεγαλοψυχίαν και γενναιότητα κατά των εχθρών, εις το στράτευμα του οποίου εδόθησαν παρ’ ημίν όπλα, μπαρούτι και άλλα…».

Δυστυχώς, είναι αχρονολόγητο ένα κρίσιμο γράμμα-έκκληση[11] των κατοίκων του Πολυγύρου και των πέριξ χωριών για βοήθεια προς τον Εμμανουήλ Παπά. Στο γράμμα αυτό υπάρχει χρονικός προσδιορισμός του χαλασμού που έγινε στα Βασιλικά, το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, τη Γαλάτιστα: «…εχθές ος καθώς έγινεν εκήνον το κακόν και μεγάλος θρίνος εις εκίθεν θεσσαλονικία χορία…». Χιλιάδες άμαχοι, γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι είχαν καταφύγει στον Πολύγυρο και «παρηγορίαν δεν έχον». Επίσης, από το γράμμα αυτό συνάγεται ότι 50 Πολυγυρινοί βρέθηκαν μέσα στα Βασιλικά και κατόρθωσαν να επιστρέψουν στον Πολύγυρο, και συνεπώς περιέγραψαν ως αυτόπτες μάρτυρες την καταστροφή της πόλης και τις σφαγές των κατοίκων της.

Όμως, στο αχρονολόγητο αυτό γράμμα υπάρχει μία επιπρόσθετη πληροφορία για την εμφάνιση έξι καραβιών στην Κασσάνδρα, και το ένα εξ αυτών μάλιστα φάνηκε να πλέει προς τον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Την πληροφορία αυτή αξιοποιεί ο Εμμανουήλ Παπάς σε επιστολή του από τον Πολύγυρο προς τους καπετάνιους των καραβιών αυτών (χωρίς να γνωρίζει ποιοι είναι και από πού είναι τα καράβια αυτά), στις 16 Ιουνίου 1821: «…χθες ακόμη εμάθομεν τον καλόν σας ενταύθα ερχομόν…». Επομένως, η επιστολή-έκκληση των κατοίκων του Πολυγύρου είναι της 15ης Ιουνίου και συνεπώς όλα τα δραματικά γεγονότα μεταξύ Βασιλικών και Γαλάτιστας συνέβησαν στις 13 και 14 Ιουνίου 1821.

Ο Εμμανουήλ είχε στείλει την επιστολή προς τους καπετάνιους με τον γιό του τον Γιαννάκη και τον Νικηφόρο τον Ιβηρίτη για να πληροφορηθούν αν πρόκειται για τα καράβια που περίμεναν για την επίθεση εναντίον της Θεσσαλονίκης. Ο Εμμανουήλ προτρέπει τους καπετάνιους (χωρίς να γνωρίζει ποιος τους έστειλε τελικά) να κινήσουν κατά της Θεσσαλονίκης για αντιπερισπασμό «…και ίσως με τούτο καταπαύσομεν των εχθρών την ορμήν και την έξω και την έσω…». Ο Εμμανουήλ σκιαγραφεί με τον πλέον τραγικό τρόπο το τέλος της πρώτης φάσης της επανάστασης στη Χαλκιδική: «… διότι, αδελφοί, όλα τα πέριξ χωρία τα κατεφάνησαν οι εχθροί, και πολλούς αδελφούς μας χριστιανούς κατέσφαξαν, καθώς θέλετε βεβαιωθή περί αυτού σαφέστερον παρά του υιού μου, και του λογιωτάτου Νικηφόρου»[12].



[1] Σύμφωνα με τον κατάλογο των Φιλικών εκ του Αρχείου Σέκερη, ο Λασσάνης μυήθηκε την 1η Μαρτίου 1818. Ήταν από τις πρώτες μυήσεις εκείνου του έτους: «Γεώργιος Ιωάννη Λασσάνης. – Από Κοζάνην της Μακεδονίας. Σπουδαίος. Χρόνων 25. Διά Κωνσταντίνου Χριστοδ. Πεντεδέκα. Φλ. 30. α΄ Μαρτίου 1818. Προς Γεώργιον Παπά Λαζάρου, εις Θεσσαλονίκην». Εντύπωση προκαλεί η αναφορά ως «σπουδαίος» εκεί που σε όλες σχεδόν τις εκατοντάδες άλλες «εγγραφές» υπάρχει η ιδιότητα του Φιλικού (έμπορος, διδάσκαλος, στρατιωτικός, καπετάνιος κ.λπ.). Υπάρχουν, όμως, ισχυρές ενδείξεις ότι ο Λασσάνης είχε μυηθεί από τους πρώτους το 1816, από τον Γαλάτη και ότι ο έμπορος από τα Ιωάννινα Κωνσταντίνος Πεντεδέκας απλώς «τελειοποίησε» τη μύηση το 1818 (Κανδηλώρος). Πολλές από τις μυήσεις του Γαλάτη δεν είχαν ακολουθήσει το τυπικό της Φιλικής Εταιρείας. Μάλιστα, ο Θεόδωρος Νέγρης «μέγας Κόμισος εις Ιάσιον», σε υπόμνημά του προς την Αρχή της Φιλικής Εταιρείας, με ημερομηνία 12 Απριλίου 1819, χαρακτήρισε τον Γαλάτη «μισογενές τέρας»! που μόλυνε όσους είχε πλησιάσει: «…Ούτω τον Λασσάνην, ούπω ηθικώς διαφθαρέντα ως άσχετον, μολυνόμενον δε παρά του τέρατος, άφησα να μεταβή, εφόδια δους, όπου αι πρόωροί του επιθυμίαι παρέφερον. Και ιδού, ως μανθάνω, καθημερινώς τελειοποιείται…» (Φιλήμονος, τ. 1ος , σελ. 142). Το πολυσέλιδο υπόμνημα Νέγρη είναι σημαντικό διότι περιέχει πολλές πληροφορίες για την κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας εκείνη την περίοδο.

[2] Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής επαναστάσεως το 1821 έτος, Λειψία 1846. Αναδημοσίευσις, Αθήνα 1956.

[3] Η Ελληνική Επανάσταση και η Ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1821-1832), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, 1975, σελ. 55.

[4] Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Εμμανουήλ Παπάς, «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας», Η ιστορία και το αρχείο της οικογένειάς του, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1981, έγγραφο της ΙΕΕΕ, σελ. 67.

[5] Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Εμμανουήλ Παπάς, «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας», ό.π., έγγραφο της ΙΕΕΕ, σελ. 72-74.

[6] Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Εμμανουήλ Παπάς, «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας», ό.π., έγγραφο της ΙΕΕΕ, σελ. 75-76.

[7] Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος τέταρτος, Εκ του Τυπογραφείου Π. Β. Μωραϊτίνη, Αθήναι 1861, σελ. 434.

[8] Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος τέταρτος, Εκ του Τυπογραφείου Π. Β. Μωραϊτίνη, Αθήναι 1861, σελ. 437-438.

[9] Χ΄΄Αναργύρου Ανάργυρος, Σπετσιωτικά, Αθήναι 1861, τ. 1, σελ. 379-380.

[10] Χ΄΄Αναργύρου, ό.π., σελ. 372-377. Επίσης, Λιγνός Αντώνιος, Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1822, τ. 1, σελ. 7-10.

[11] Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 87-89.

[12] Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 89-90.