Του
ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ
ChatGPT
ΜΕΡΟΣ 1ον
ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Το 1992 το
συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών στην Ελλάδα, υπό την προεδρία του προέδρου της
Ελληνικής Δημοκρατίας, αποφάσισε να μην παραχωρηθεί για την ονομασία των
Σκοπίων ούτε το όνομα Μακεδονία ούτε παράγωγο του ονόματος αυτού. Στο συμβούλιο
συμμετείχαν τρεις από τις κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες μετά τον πόλεμο, ο
Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Αν
λάβουμε υπόψη την απόφαση αυτή και το εμπάργκο κατά των Σκοπίων με το κλείσιμο
των συνόρων κλπ., πώς ερμηνεύεται η σημερινή κατάληξη με τη συμφωνία των
Πρεσπών και την ασυδοσία των πολιτών των Σκοπίων στην ελληνική επικράτεια με
την αγορά ιδιοκτησιών στη Μακεδονία, την κυκλοφορία με πινακίδες ΜΚ, την χωρίς
προσχήματα προπαγάνδα με αλυτρωτικές βλέψεις κλπ. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι
η Ελλάδα είναι ένα κυρίαρχο κράτος που έχει συνέχεια και συνέπεια στην
αντιμετώπιση των κρίσιμων εθνικών θεμάτων;
Ναι — μπορεί να υποστηριχθεί ότι
υπάρχει σοβαρό πρόβλημα πολιτικής συνέχειας και συνέπειας της Ελλάδας στο
Μακεδονικό, αλλά θα ήταν υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι, επειδή η Ελλάδα
υπέγραψε τις Πρέσπες, έπαψε να είναι κυρίαρχο κράτος. Το ζήτημα χρειάζεται
διάκριση ανάμεσα σε κυριαρχία, διεθνή δέσμευση και πολιτική συνέπεια.
1. Η απόφαση
του 1992 ήταν πράγματι πολύ διαφορετική
Στις 18 Φεβρουαρίου 1992, υπό τον
Κωνσταντίνο Καραμανλή, οι πολιτικοί αρχηγοί —μεταξύ άλλων ο Κωνσταντίνος
Μητσοτάκης και ο Ανδρέας Παπανδρέου— συμφώνησαν να μη γίνει δεκτή ονομασία της
γειτονικής χώρας που θα περιείχε τη λέξη «Μακεδονία» ή παράγωγό της. Η απόφαση
αυτή επαναβεβαιώθηκε ουσιαστικά και στη σύσκεψη της 13ης Απριλίου. (Καθημερινή)
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη
νομικοπολιτική διάκριση: το Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών δεν ήταν
συνταγματικό όργανο που μπορούσε να δεσμεύσει εσαεί τις μελλοντικές ελληνικές
κυβερνήσεις. Επρόκειτο για πολιτική συμφωνία/εθνική γραμμή. Επομένως, μια
μεταγενέστερη κυβέρνηση μπορούσε πολιτικά να την αλλάξει — πράγμα που τελικά
έγινε.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο
σημείο της υπόθεσης.
2. Η
ελληνική θέση δεν έμεινε στην πραγματικότητα ίδια από το 1992 μέχρι το 2018
Μετά από χρόνια αδιεξόδου, η
ελληνική θέση είχε ήδη μετακινηθεί. Από το 2007 και μετά η επίσημη γραμμή ήταν σύνθετη
ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, για όλες τις χρήσεις (erga omnes).
Αυτό αναφέρεται ρητά και στην επίσημη παρουσίαση της Συμφωνίας των Πρεσπών από
την ελληνική κυβέρνηση. (Ελληνική Κυβέρνηση)
Άρα, η μετάβαση δεν ήταν:
«1992: όχι Μακεδονία → 2018:
Μακεδονία».
Ήταν μάλλον:
1992: καμία ονομασία με Μακεδονία →
σταδιακά: σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό → 2018: Βόρεια Μακεδονία.
Αυτό δεν εξαλείφει την πολιτική
ασυνέπεια σε σχέση με το 1992, αλλά την τοποθετεί σε σωστότερο ιστορικό
πλαίσιο.
3. Οι
Πρέσπες όμως έδωσαν στην Ελλάδα και κάτι που δεν είχε το 1992
Εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα
αντίφαση.
Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν
αναγνωρίζει απλώς το «Μακεδονία» ως όνομα του κράτους. Καθιερώνει ως
συνταγματικό και διεθνές όνομα το «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»,
με χρήση erga omnes, δηλαδή και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. (Βουλή των Ελλήνων)
Παράλληλα, στο άρθρο 7 γίνεται
διάκριση μεταξύ των διαφορετικών ιστορικών και πολιτιστικών εννοιών του όρου
«Μακεδονία» και προβλέπεται ότι η γειτονική χώρα δεν έχει σχέση με την αρχαία
ελληνική κληρονομιά της Μακεδονίας. Προβλέπονται επίσης αλλαγές σε μνημεία,
δημόσιες υποδομές και σύμβολα που συνδέονταν με την αρχαία ελληνική ιστορία. (Ελληνική Κυβέρνηση)
Άρα, δεν είναι ακριβές να πούμε
ότι με τις Πρέσπες η Ελλάδα «παρέδωσε τη Μακεδονία» ως ιστορική έννοια.
Είναι όμως απολύτως θεμιτό να ασκήσει κανείς πολύ σοβαρή κριτική στο ότι η
Ελλάδα αποδέχθηκε για το γειτονικό κράτος το όνομα «Βόρεια Μακεδονία»,
καθώς και την ονομασία «μακεδονική» γλώσσα και «μακεδονική»
εθνικότητα/ιθαγένεια στο πλαίσιο που ορίζει η Συμφωνία. Το ίδιο το 2024 ο
Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι αυτές ήταν βασικές επιφυλάξεις της ΝΔ
απέναντι στη Συμφωνία. (Ο
Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας)
4. Εκεί που
η κριτική σας γίνεται ιδιαίτερα ισχυρή είναι η εφαρμογή
Εδώ θα ξεχώριζα δύο πράγματα.
Πρώτον, η παραβίαση της Συμφωνίας
από τη γειτονική πλευρά δεν σημαίνει ότι η Συμφωνία επιτρέπει αυτό που κάνει.
Το 2024 η νέα πολιτική ηγεσία της
Βόρειας Μακεδονίας χρησιμοποίησε επανειλημμένα το «Μακεδονία» αντί «Βόρεια
Μακεδονία». Ο ίδιος ο Έλληνας πρωθυπουργός χαρακτήρισε αυτό σαφή παραβίαση της
υποχρέωσης erga omnes. (Ο
Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας)
Και εδώ υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον
επιχείρημα υπέρ της κριτικής σας: η Ελλάδα έχει πλέον ένα διεθνές νομικό
κείμενο που μπορεί να επικαλεστεί, ενώ το 1992 είχε κυρίως μια πολιτική
θέση.
Η ίδια η Συμφωνία προβλέπει
μηχανισμό επίλυσης διαφορών και δυνατότητα προσφυγής, μέσω της προβλεπόμενης
διαδικασίας, ακόμη και στο Διεθνές Δικαστήριο. (Υπουργείο
Εξωτερικών)
Δεύτερον, όμως, δεν πρέπει να βαφτίζουμε
κάθε ενέργεια πολίτη της Βόρειας Μακεδονίας σε ελληνικό έδαφος «παραβίαση των
Πρεσπών».
Για παράδειγμα, η αγορά ακινήτων από
αλλοδαπούς, η κυκλοφορία οχημάτων με ξένες πινακίδες ή η τουριστική παρουσία
τους στην Ελλάδα είναι κατ' αρχήν ζητήματα ελληνικού και ευρωπαϊκού δικαίου,
όχι ζητήματα εθνικής κυριαρχίας που παραχωρήθηκαν με τις Πρέσπες.
Το ίδιο ισχύει και για τις
πινακίδες: η Συμφωνία προβλέπει ρητά τους κωδικούς NM/NMK για τις
πινακίδες, ενώ διατηρεί τους κωδικούς MK/MKD για άλλες διεθνείς χρήσεις.
(Βουλή των Ελλήνων) Επομένως, η παρουσία ενός
αυτοκινήτου με πινακίδα που έχει «MK» δεν αποτελεί από μόνη της παραβίαση
της Συμφωνίας.
Αντίθετα, κρατική ή οργανωμένη
αλυτρωτική προπαγάνδα, εφόσον τεκμηριώνεται συγκεκριμένα και συνδέεται με
δημόσιους φορείς ή επίσημες πολιτικές, είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση και
πρέπει να εξετάζεται με βάση τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις της Συμφωνίας.
5. Και εδώ
φτάνουμε στο ουσιαστικό ερώτημά σας: υπάρχει «συνέχεια του κράτους»;
Νομικά, ναι. Πολιτικά, όχι πάντοτε.
Η Ελλάδα ως κράτος έχει συνέχεια. Η
Συμφωνία των Πρεσπών τέθηκε σε ισχύ στις 12 Φεβρουαρίου 2019 και αποτελεί πλέον
διεθνή συμφωνία που δεσμεύει την Ελλάδα. (Υπουργείο
Εξωτερικών)
Μάλιστα, αυτό ακριβώς αναγνωρίζει
και ο σημερινός πρωθυπουργός, παρότι η παράταξή του είχε αντιταχθεί στη
Συμφωνία: έχει δηλώσει ότι πρόκειται για διεθνή συμφωνία που δεσμεύει τη
χώρα και υπερισχύει του εθνικού δικαίου. (Ο
Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας)
Αυτό είναι η κρατική συνέχεια.
Αλλά η πολιτική συνέχεια είναι
άλλο πράγμα. Και εκεί υπάρχει σοβαρό έλλειμμα.
Μια χώρα μπορεί:
·
το 1992 να
λέει «ούτε Μακεδονία ούτε παράγωγο»,
·
το 2007 να
λέει «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό»,
·
το 2018 να
υπογράφει τις Πρέσπες,
·
το 2019 να
τις κυρώνει,
·
και το 2024
να καταγγέλλει τη γειτονική χώρα επειδή χρησιμοποιεί «Μακεδονία» αντί «Βόρεια
Μακεδονία».
Όλα αυτά είναι νομικά δυνατά,
αλλά δημιουργούν εύλογα το ερώτημα αν υπάρχει μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική.
6. Θα έκανα
όμως μια ακόμη πιο αυστηρή διάκριση
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι
η Ελλάδα άλλαξε θέση.
Τα κράτη αλλάζουν θέσεις. Η
διπλωματία είναι δυναμική και όχι θρησκευτικό δόγμα.
Το πρόβλημα είναι αν κάθε αλλαγή
θέσης συνοδεύεται από σαφή υπολογισμό του τι κερδίζουμε και τι παραχωρούμε.
Εάν η λογική των Πρεσπών ήταν:
«Αποδεχόμαστε τη Βόρεια Μακεδονία ως
όνομα, αλλά εξασφαλίζουμε οριστικά το erga omnes, αποδυναμώνουμε τον
αλυτρωτισμό, αποσυνδέουμε τη σύγχρονη ταυτότητα της γειτονικής χώρας από την
αρχαία ελληνική Μακεδονία και αποκτούμε ισχυρότερο νομικό και διπλωματικό
πλαίσιο»,
τότε πρόκειται για στρατηγικό
συμβιβασμό.
Εάν όμως στην πράξη η Ελλάδα παραχώρησε
το όνομα χωρίς να επιβάλει αποτελεσματικά τα ανταλλάγματα, τότε η κριτική
περί αποτυχημένης εθνικής στρατηγικής γίνεται πολύ ισχυρότερη.
Και το τελευταίο είναι ακριβώς το
σημείο που αξίζει να ερευνηθεί με συγκεκριμένα στοιχεία, όχι με συνθήματα.
Συμπέρασμα
Θα διατύπωνα λοιπόν τη θέση σας
κάπως διαφορετικά:
Η Ελλάδα είναι αναμφισβήτητα
κυρίαρχο κράτος και έχει νομική συνέχεια. Αυτό που αμφισβητείται εύλογα είναι η
πολιτική συνέχεια, η συνέπεια και η μακροπρόθεσμη στρατηγική της στα εθνικά
θέματα.
Η απόσταση ανάμεσα στο 1992 και το
2018 είναι πραγματική και μεγάλη. Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν αποτελεί απλώς
«συνέχιση» της γραμμής του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών του 1992· αποτελεί μεταβολή
της ελληνικής πολιτικής, με ορισμένα σημαντικά ελληνικά ανταλλάγματα αλλά
και με σημαντικές παραχωρήσεις.
Και υπάρχει μια ειρωνική ιστορική
εξέλιξη: σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται σε θέση να απαιτεί από τη Βόρεια
Μακεδονία να τηρεί το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» ακριβώς επειδή η Ελλάδα υπέγραψε
τις Πρέσπες. Το ελληνικό κράτος το έχει ήδη κάνει ρητά και δημοσίως
απέναντι στην κυβέρνηση των Σκοπίων. (Ο
Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας)
Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν
είναι πλέον «είχαμε δίκιο το 1992 ή το 2018;». Είναι πολύ πιο απαιτητικό:
Αν η Ελλάδα αποφάσισε να αλλάξει την
εθνική της θέση, κατάφερε άραγε να μετατρέψει τον συμβιβασμό των Πρεσπών σε ένα
σταθερό, εφαρμόσιμο και αμοιβαία τηρούμενο πλαίσιο — ή απλώς αντικατέστησε μια
παλιά διαφωνία με μια νέα πηγή πολιτικών και διπλωματικών προβλημάτων;
Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι το
πραγματικό ιστορικό τεστ των Πρεσπών. Και η μέχρι τώρα εφαρμογή δίνει
αρκετούς λόγους για σοβαρή κριτική, χωρίς όμως να δικαιολογεί την εξίσωση της
μη εφαρμογής ή των προκλήσεων με απώλεια της ελληνικής κυριαρχίας. (Υπουργείο
Εξωτερικών)
ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Καταλαβαίνετε
ότι η αναφορά μου "περί κυρίαρχου κράτους" έχει σχέση με το κρίσιμο
ερώτημα αν η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ σύρθηκε να υπογράψει τη συμφωνία των
Πρεσπών από τον αμερικανικό (ΝΑΤΟικό) παράγοντα καθώς δεν υπήρξε καμία σχετική
εξαγγελία στο προεκλογικό της πρόγραμμα, αλλά και καμία προετοιμασία στην κοινή
γνώμη για την αποδοχή του οποιουδήποτε συμβιβασμού. Επομένως, δεν εξισώνω την
μη εφαρμογή της συμφωνίας με την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, αλλά τον
εξαναγκασμό ενός κυρίαρχου κράτους να συρθεί σε μία συμφωνία που ήταν φανερό
ότι θα προκαλούσε την αντίδραση της πλειονότητας του ελληνικού λαού.
Ναι. Με τη διευκρίνισή σας, καταλαβαίνω
πολύ καλύτερα το σημείο στο οποίο θέτετε το ζήτημα. Δεν μιλάτε για νομική απώλεια κυριαρχίας· μιλάτε για το κατά
πόσον η πολιτική βούληση ενός κυρίαρχου κράτους παρέμεινε πραγματικά αυτόνομη
όταν αποφάσισε να μεταβάλει μια εθνική θέση μεγάλης διάρκειας. Και αυτό είναι πολύ σοβαρότερο και διαφορετικό
ερώτημα.
Θα έβαζα όμως μια σημαντική μεθοδολογική
γραμμή: άλλο το ότι υπάρχουν
ισχυρές ενδείξεις πως ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ είχαν ζωτικό ενδιαφέρον για την επίλυση
του ζητήματος, και άλλο ότι έχει αποδειχθεί πως «εξανάγκασαν» την ελληνική
κυβέρνηση να υπογράψει. Για το
δεύτερο χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία.
Τι μπορούμε να τεκμηριώσουμε
Το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε στις εκλογές με το
«Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Το επίσημο κείμενο που είναι διαθέσιμο από τον
ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ εστιάζει στην οικονομία, το χρέος, την ανθρωπιστική κρίση, την
παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θεσμική αλλαγή· δεν περιέχει εξαγγελία για συμφωνία στο ονοματολογικό των
Σκοπίων με τους όρους που τελικά συμφωνήθηκαν στις Πρέσπες. (ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)
Αυτό είναι σημαντικό πολιτικό δεδομένο. Δεν
αποδεικνύει εξαναγκασμό, αλλά ενισχύει το επιχείρημα ότι οι Πρέσπες δεν αποτέλεσαν προεκλογικά ζητούμενο για το οποίο ο
ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε ρητή λαϊκή εντολή.
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο: η κυβέρνηση
ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν ήταν πολιτικά ομοιογενής στο ζήτημα. Ο ίδιος ο Τσίπρας
αναγνώριζε δημοσίως, το 2018, ότι οι απόψεις του με τον κυβερνητικό εταίρο Πάνο
Καμμένο δεν συνέπιπταν. (Ο
Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας)
Το ΝΑΤΟ, όμως, δεν ήταν απλώς «θεατής»
Εδώ η ένστασή σας έχει πραγματικό έρεισμα.
Η επίλυση του ονοματολογικού ήταν στρατηγικά εξαιρετικά σημαντική για τη Δύση, διότι άνοιγε τον δρόμο για την ένταξη της τότε ΠΓΔΜ
στο ΝΑΤΟ. Και πράγματι, η Συμφωνία των Πρεσπών συνδέθηκε άμεσα με αυτή την
προοπτική.
Μάλιστα, αυτό ακριβώς αποτέλεσε αντικείμενο
σφοδρής κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά τη συζήτηση
της κύρωσης, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Τσίπρα-Κοτζιά είχε ήδη δώσει το
«πράσινο φως» στο ΝΑΤΟ από τον Ιούνιο του 2018, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία
κύρωσης της Συμφωνίας, και ότι έτσι είχε απολέσει σημαντικό διαπραγματευτικό μοχλό.
(nd)
Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο για
τη δική σας υπόθεση:
εάν το βασικό ελληνικό διαπραγματευτικό
πλεονέκτημα ήταν “λύση πρώτα — ένταξη μετά”, τότε η στιγμή κατά την οποία η
Ελλάδα έδωσε το πράσινο φως για την ευρωατλαντική πορεία της γειτονικής χώρας
έχει τεράστια σημασία.
Δεν είναι όμως από μόνο του απόδειξη
αμερικανικού εξαναγκασμού.
Και υπάρχει μια πολύ σημαντική αντίθετη
μαρτυρία
Ο Νίκος Κοτζιάς έχει αρνηθεί κατηγορηματικά
ακριβώς αυτό που υποστηρίζετε. Έχει δηλώσει ότι «ουδείς ξένος παράγοντας» πίεσε την ελληνική κυβέρνηση, ότι η πρωτοβουλία ήταν ελληνική και ότι ο ίδιος
αντιμετώπισε τις παρεμβάσεις τρίτων όταν αυτές επιχειρήθηκαν. (Ανοιχτό
Παράθυρο)
Άρα έχουμε δύο ανταγωνιστικές ερμηνείες:
Ερμηνεία Α:
Η κυβέρνηση επέλεξε αυτοβούλως να λύσει ένα χρόνιο πρόβλημα, θεωρώντας ότι
εξυπηρετούσε το ελληνικό συμφέρον και τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.
Ερμηνεία Β:
Η Ελλάδα βρέθηκε μέσα σε ένα ισχυρό γεωπολιτικό πλαίσιο —ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, ΕΕ— στο
οποίο η επίλυση του ζητήματος είχε πολύ μεγαλύτερη στρατηγική αξία για τους
συμμάχους από ό,τι για την ελληνική κοινωνία, και τελικά η ελληνική κυβέρνηση
προσαρμόστηκε σε αυτή την απαίτηση.
Τα διαθέσιμα στοιχεία τεκμηριώνουν πολύ
καλά το γεωπολιτικό ενδιαφέρον και την ενεργό εμπλοκή των δυτικών παραγόντων.
Δεν επαρκούν, από μόνα τους, για να αποδείξουν ότι υπήρξε εξαναγκασμός.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Εκεί που η παρατήρησή σας γίνεται ακόμη
ισχυρότερη είναι το θέμα της δημοκρατικής νομιμοποίησης
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το
βαθύτερο πρόβλημα.
Μπορεί μια κυβέρνηση να υπογράψει διεθνή
συμφωνία χωρίς δημοψήφισμα; Βεβαίως. Η ελληνική συνταγματική τάξη δεν απαιτεί δημοψήφισμα
για κάθε σημαντική διεθνή συμφωνία.
Αλλά το πολιτικό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Είχε η κυβέρνηση λάβει από τον ελληνικό
λαό συγκεκριμένη εντολή να εγκαταλείψει την επί δεκαετίες εθνική θέση και να
αποδεχθεί «Βόρεια Μακεδονία», «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονική ιθαγένεια»;
Η απάντηση είναι ότι δεν είχε ζητήσει τέτοια ειδική εντολή.
Αυτό δεν καθιστά τη Συμφωνία παράνομη.
Καθιστά όμως απολύτως θεμιτή τη συζήτηση περί πολιτικής νομιμοποίησης.
Και εδώ πρέπει να θυμηθούμε κάτι: η
κυβέρνηση δεν έκρυψε τελικά ότι θεωρούσε τις Πρέσπες στρατηγική επιλογή. Ο
Τσίπρας τον Οκτώβριο του 2018 έφθασε να δηλώσει ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση πέρα από τις Πρέσπες. (Καθημερινή)
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση είχε πλέον
μετατρέψει έναν συμβιβασμό σε κεντρική
στρατηγική επιλογή εξωτερικής πολιτικής.
Άρα, τι σημαίνει τελικά «κυρίαρχο κράτος»;
Εδώ θα συμφωνήσω περισσότερο μαζί σας απ'
ό,τι στην προηγούμενη απάντησή μου.
Η κυριαρχία δεν είναι μόνο:
«Μπορώ τυπικά να υπογράψω ή να μην υπογράψω
μια συνθήκη».
Υπάρχει και η ουσιαστική αυτονομία της πολιτικής απόφασης:
«Αποφασίζω επειδή αυτό επιβάλλεται από τη
δική μου εκτίμηση του εθνικού συμφέροντος ή επειδή ένας ισχυρότερος σύμμαχος
έχει καταστήσει την εναλλακτική πολιτικά, οικονομικά ή γεωστρατηγικά πολύ
δύσκολη;»
Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα που θέτετε.
Και εδώ δεν θα έκανα το λάθος να πω ούτε «οι Αμερικανοί ανάγκασαν την Ελλάδα» χωρίς αποδείξεις ούτε «δεν υπήρξε καμία αμερικανική/ΝΑΤΟϊκή πίεση», διότι το δεύτερο είναι εξίσου ατεκμηρίωτο. Το
γεγονός ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ είχαν ισχυρό στρατηγικό συμφέρον από την επίλυση
και την ένταξη της γειτονικής χώρας είναι σαφές. Το αν αυτό μετατράπηκε σε πίεση, απαίτηση ή εξαναγκασμό προς την Αθήνα είναι το σημείο που χρειάζεται πρωτογενή τεκμηρίωση.
Και αυτό αλλάζει την απάντηση στο αρχικό
σας ερώτημα
Δεν θα έλεγα λοιπόν απλώς:
«Η Ελλάδα δεν έχει συνέχεια και
συνέπεια».
Θα έλεγα κάτι πιο συγκεκριμένο και, κατά τη
γνώμη μου, ιστορικά πιο σοβαρό:
Η Ελλάδα ως κράτος είχε συνέχεια, αλλά η
ελληνική πολιτική ηγεσία δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μια πειστική και διαφανή
συνέχεια της εθνικής στρατηγικής από το 1992 έως τις Πρέσπες. Η μεταβολή της
θέσης ήταν τόσο μεγάλη, και η γεωπολιτική συγκυρία τόσο έντονη, ώστε παραμένει
εύλογο το ερώτημα εάν επρόκειτο για ελεύθερη στρατηγική επιλογή της Αθήνας ή
για προσαρμογή σε ισχυρές εξωτερικές πιέσεις.
Και θα πρόσθετα κάτι ακόμη:
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν είχε
προεκλογικά ζητήσει τέτοια εντολή δεν αποδεικνύει εξαναγκασμό από τις ΗΠΑ ή το
ΝΑΤΟ. Αποδεικνύει όμως ότι η αλλαγή της εθνικής πολιτικής δεν είχε αποτελέσει
αντικείμενο συγκεκριμένης προεκλογικής εντολής.
Αν θέλουμε να απαντήσουμε πραγματικά στο
ερώτημά σας —και όχι απλώς να το συζητήσουμε πολιτικά— το επόμενο βήμα είναι
πολύ ενδιαφέρον: να εξετάσουμε τα
πρωτογενή έγγραφα της περιόδου 2017–2018 (αμερικανικές διπλωματικές διαρροές,
δηλώσεις ΝΑΤΟ, επιστολές Αθήνας–ΝΑΤΟ, συνομιλίες Τσίπρα–Ζάεφ, δηλώσεις Κοτζιά
και Πάνου Καμμένου) και να δούμε αν προκύπτει πραγματικός εξαναγκασμός ή απλώς
ισχυρή συμμαχική πίεση. Εκεί
μπορούμε να ξεχωρίσουμε την πολιτική εκτίμηση από αυτό που μπορεί να αποδειχθεί
ιστορικά.
ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Θα συμφωνήσω μαζί σας με την επιφύλαξη ότι πολλές
φορές μετρούν το αποτέλεσμα και η εξέλιξη των πραγμάτων και όχι τα τεκμήρια, τα
οποία όλοι καταλαβαίνουμε ότι αποκρύπτονται έντεχνα κάτω από το χαλί της
Ιστορίας. Θεωρώ μέγιστη αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι ο Κοτζιάς είχε το
ανάστημα να αντιμετωπίζει "τις παρεμβάσεις τρίτων όταν αυτές
επιχειρήθηκαν", και όταν μάλιστα αυτοί οι "τρίτοι" ήταν ο
αμερικανικός ή ο ΝΑΤΟικός παράγοντας. Πάντως, περιμένω με ενδιαφέρον να δω τα
πρωτογενή έγγραφα της περιόδου 2017-2018.
Ναι,
και νομίζω ότι εδώ μπαίνουμε σε ένα πολύ πιο ενδιαφέρον επίπεδο από την απλή
αντιπαράθεση «υπέρ ή κατά των Πρεσπών».
Συμφωνώ
μαζί σας σε μία ουσιαστική παρατήρηση: η
απουσία ενός εγγράφου που να λέει ρητά «οι ΗΠΑ απαίτησαν από την ελληνική
κυβέρνηση να υπογράψει» δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ισχυρότατη πίεση. Στη διεθνή πολιτική ο εξαναγκασμός σπανίως
διατυπώνεται με τόσο ωμό τρόπο. Συχνά λειτουργεί μέσω κινήτρων, συμμαχικών
υποχρεώσεων, διαπραγματευτικών συσχετισμών και της διαμόρφωσης του πλαισίου
μέσα στο οποίο μια κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι ορισμένες επιλογές είναι
«μονόδρομος».
Και
τα πρωτογενή τεκμήρια του 2017–2018 που βρίσκουμε ήδη είναι αρκετά
αποκαλυπτικά.
Το
πρώτο που πρέπει να παραδεχθούμε
Δεν
χρειάζεται να υποθέσουμε κάποια μυστική αμερικανική συνωμοσία για να
διαπιστώσουμε ότι η επίλυση του
Μακεδονικού είχε γίνει στρατηγικός στόχος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.
Ο
Στόλτενμπεργκ τον Φεβρουάριο του 2018 δήλωνε δημοσίως ότι συζήτησε το ζήτημα
τόσο με τον Ζάεφ όσο και με τον Τσίπρα και ότι η επίλυση του ονοματολογικού θα
επέτρεπε την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. (ΝΑΤΟ)
Τον
Απρίλιο ήταν ακόμη σαφέστερος: εάν βρισκόταν αμοιβαία αποδεκτή λύση, το ΝΑΤΟ
ήταν έτοιμο να προσκαλέσει τη χώρα να γίνει μέλος. (ΝΑΤΟ)
Και
τον Ιούλιο του 2018, αμέσως μετά τη Συμφωνία, το ΝΑΤΟ ξεκίνησε τις ενταξιακές συνομιλίες, διευκρινίζοντας ότι η επίτευξη της συμφωνίας με την
Αθήνα είχε αφαιρέσει το βασικό εμπόδιο. (ΝΑΤΟ)
Άρα
η αλληλουχία είναι απολύτως καθαρή:
λύση
ονοματολογικού → άρση του εμποδίου → έναρξη ενταξιακής διαδικασίας στο ΝΑΤΟ.
Αυτό
δεν είναι θεωρία. Είναι η επίσημη θέση του ίδιου του ΝΑΤΟ.
Και
οι Αμερικανοί ήταν ακόμη πιο σαφείς
Τον
Αύγουστο του 2018 ο Μάικ Πομπέο συνεχάρη τον Νίκολα Ντιμιτρόφ για τη Συμφωνία
των Πρεσπών και δήλωσε ότι η εφαρμογή της θα επέτρεπε στη χώρα να ενταχθεί στο
ΝΑΤΟ ως Βόρεια Μακεδονία και να ανοίξει τον δρόμο προς την ΕΕ. (State
Department)
Ακόμη
πιο ενδιαφέρον είναι το αμερικανικό έγγραφο του Δεκεμβρίου 2018 για τον πρώτο U.S.–Greece Strategic Dialogue.
Εκεί
οι ΗΠΑ και η Ελλάδα δηλώνουν από κοινού ότι επιδιώκουν την ενσωμάτωση των χωρών
των Δυτικών Βαλκανίων στους ευρωπαϊκούς και διατλαντικούς θεσμούς, ενώ οι ΗΠΑ επαινούν ρητά την ελληνική ηγεσία για τη Συμφωνία των Πρεσπών
και για την προσπάθεια εφαρμογής της. (State
Department)
Αυτό
έχει σημασία γιατί δείχνει ότι δεν επρόκειτο για ένα θέμα που απλώς «έτυχε» να
ενδιαφέρει τους Αμερικανούς.
Ήταν
ενταγμένο στον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό τους για τα Βαλκάνια.
Το
πιο αποκαλυπτικό ίσως τεκμήριο
Κατά
τη γνώμη μου, αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στη δήλωση του Στόλτενμπεργκ τον
Οκτώβριο του 2018, μετά το δημοψήφισμα στα Σκόπια.
Είπε χωρίς περιστροφές:
«There is no alternative way»
για
ένταξη στο ΝΑΤΟ χωρίς την εφαρμογή της συμφωνίας με την Ελλάδα. (ΝΑΤΟ)
Και
τον ίδιο μήνα επανέλαβε ότι, εάν εφαρμοζόταν η συμφωνία, η χώρα θα γινόταν το
30ό μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ χωρίς αυτήν δεν υπήρχε εναλλακτικός δρόμος. (ΝΑΤΟ)
Αυτό
είναι πολύ σημαντικό για την ανάλυσή σας, αλλά με μια προσεκτική διατύπωση:
Δεν
αποδεικνύει πίεση προς την Αθήνα. Αποδεικνύει όμως ότι το ΝΑΤΟ είχε καταστήσει
την επίλυση του ονοματολογικού στρατηγικό προαπαιτούμενο για τα Σκόπια.
Επομένως,
η Αθήνα γνώριζε απολύτως πόσο
μεγάλης γεωπολιτικής αξίας ήταν η συμφωνία για τη Δύση.
Εκεί
βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό ερευνητικό ερώτημα
Δεν
θα έψαχνα μόνο ένα έγγραφο που να γράφει:
«Ο
Πομπέο είπε στον Τσίπρα: υπέγραψε».
Πιθανότατα
δεν θα βρούμε ποτέ κάτι τέτοιο.
Θα
αναζητούσα κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον:
Πώς
μεταβλήθηκε η ελληνική διαπραγματευτική θέση μέσα στο 2017–2018 και ποιοι
παράγοντες προκάλεσαν αυτή τη μεταβολή;
Για
παράδειγμα:
1.
Τι ακριβώς
ζητούσε η Αθήνα στις αρχές του 2017;
2.
Τι ζητούσαν οι
Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ;
3.
Πότε άρχισαν οι
Αμερικανοί να θεωρούν την επίλυση επείγουσα;
4.
Τι συζητήθηκε
στις επαφές Τσίπρα–Πομπέο, Τσίπρα–Μάτις, Κοτζιά–Αμερικανών αξιωματούχων;
5.
Τι ρόλο έπαιξε ο
Αμερικανός πρέσβης Τζέφρι Πάιατ;
6.
Τι
συνέβη μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των ΗΠΑ αμέσως πριν και αμέσως μετά
τη συμφωνία της 17ης Ιουνίου 2018;
7.
Και κυρίως: ποιο ήταν το αντάλλαγμα που θεωρούσε η Αθήνα ότι θα αποκόμιζε
από τη γεωπολιτική αυτή διευθέτηση;
Αυτό
το τελευταίο είναι ίσως το σημαντικότερο.
Γιατί
δεν με πείθει από μόνο του ο ισχυρισμός «ήταν ελληνική πρωτοβουλία»
Ακόμη
κι αν δεχθούμε απολύτως τη δήλωση Κοτζιά ότι η πρωτοβουλία ήταν ελληνική, αυτό δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα.
Μία
κυβέρνηση μπορεί να αναλάβει «οικειοθελώς» μια πρωτοβουλία μέσα σε ένα
περιβάλλον όπου οι διεθνείς συσχετισμοί έχουν ήδη διαμορφώσει το κόστος των
εναλλακτικών επιλογών.
Με
απλά λόγια:
Το
ότι κάποιος περπατάει μόνος του προς την πόρτα δεν αποδεικνύει ότι κανείς δεν
τον οδήγησε προς τα εκεί.
Και
μάλιστα, οι ίδιοι οι Αμερικανοί ήταν εξαιρετικά θετικοί προς την ελληνική
κυβέρνηση ακριβώς για την επίτευξη των Πρεσπών. Μετά την κύρωση, ο Πομπέο
μίλησε για «όραμα, θάρρος και επιμονή» της ελληνικής ηγεσίας και υπογράμμισε
ότι η συμφωνία άνοιγε τον δρόμο της Βόρειας Μακεδονίας προς το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
(State
Department)
Αυτό
φυσικά μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους:
·
θετικά: οι Αμερικανοί αναγνώριζαν μια ελληνική πρωτοβουλία
που θεωρούσαν επωφελή και για την Ελλάδα,
·
κριτικά: οι Αμερικανοί επιβράβευαν την ελληνική κυβέρνηση
επειδή έκανε ακριβώς αυτό που εξυπηρετούσε τον στρατηγικό τους σχεδιασμό.
Τα
ίδια γεγονότα επιτρέπουν και τις δύο αναγνώσεις.
Υπάρχει
όμως ένα ακόμη στοιχείο που θεωρώ πολύ σημαντικό
Ο
αμερικανικός παράγοντας δεν ενδιαφερόταν μόνο για το όνομα.
Ενδιαφερόταν
για το γεωπολιτικό αποτέλεσμα:
να
κλείσει ένα βαλκανικό μέτωπο, να ενταχθούν τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ και να
περιοριστεί η δυνατότητα ρωσικής επιρροής στην περιοχή.
Αυτό
προκύπτει καθαρά από τις δημόσιες τοποθετήσεις του ΝΑΤΟ εκείνης της περιόδου
και από τις αμερικανικές δηλώσεις. Ο Μάτις, για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο του
2018 αποκάλεσε τις Πρέσπες συμφωνία που «ξεκλείδωνε» τη διαδικασία ένταξης στο
ΝΑΤΟ. (U.S.
Department of War)
Άρα,
αν θέλουμε να μιλήσουμε αυστηρά ιστορικά, η υπόθεση που αξίζει να εξεταστεί δεν
είναι:
«Οι
Αμερικανοί διέταξαν τον Τσίπρα να υπογράψει».
Είναι:
«Σε
ποιο βαθμό η ελληνική απόφαση του 2018 ήταν προϊόν αυτόνομης αξιολόγησης του
ελληνικού εθνικού συμφέροντος και σε ποιο βαθμό αποτέλεσε προσαρμογή της Αθήνας
σε μια ισχυρή αμερικανο-νατοϊκή στρατηγική για τα Βαλκάνια;»
Αυτό
είναι πολύ πιο δύσκολο ερώτημα — και πολύ πιο ενδιαφέρον.
Και
εδώ συμφωνώ μαζί σας ότι η
εξέλιξη των πραγμάτων αποτελεί αποδεικτικό υλικό, έστω όχι από μόνη της επαρκή απόδειξη αιτιότητας.
Θα
πρότεινα λοιπόν να το κάνουμε συστηματικά
Μπορούμε
να προχωρήσουμε σε χρονολόγιο Ιανουάριος
2017 – Ιανουάριος 2019, όχι με
δημοσιογραφικά άρθρα αλλά με όσο γίνεται περισσότερα πρωτογενή τεκμήρια:
ΗΠΑ
→ ΝΑΤΟ → ελληνική κυβέρνηση → Κοτζιάς → Τσίπρας → Ζάεφ → Πάιατ → Μάτις → Πομπέο
→ Μέρκελ → ΕΕ.
Και
για κάθε σημαντική ημερομηνία να καταγράφουμε τι ειπώθηκε, από ποιον, πού, και ποιο ήταν το επόμενο γεγονός.
Έτσι
μπορούμε να δούμε αν υπάρχει πράγματι ένα μοτίβο όπου η ελληνική θέση συγκλίνει σταδιακά προς τις απαιτήσεις του αμερικανικού/ΝΑΤΟϊκού
σχεδιασμού.
Αυτό
θα ήταν πολύ πιο ισχυρό από μια απλή πολιτική εκτίμηση — και, κυρίως, θα μας
επέτρεπε να δούμε πού ακριβώς τελειώνουν
τα τεκμήρια και πού αρχίζει η ιστορική ερμηνεία.
ΚΑΡΤΣΙΟΣ:
Νομίζω ότι αν το σημείο μηδέν μίας σταδιακής σύγκλισης προς τις απαιτήσεις του
αμερικανικού/ ΝΑΤΟικού παράγοντα είναι ο Ιανουάριος του 2017 τότε εύλογα θα
μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν αυτό γίνεται για να μην συνδέσουμε τα
πρωτογενή τεκμήρια με τη δυσχερή οικονομική θέση της χώρας, το τρίτο μνημόνιο,
τη δημιουργία του ΥΠΕΡταμείου και την υποθήκευση της Ελλάδας για τα επόμενα 100
χρόνια. Εν κατακλείδι, η Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη όταν ασκήθηκαν οι
πιέσεις για την υλοποίηση του ΝΑΤΟικού σχεδιασμού στα Βαλκάνια.
Ναι.
Και με αυτή τη διατύπωση νομίζω ότι η υπόθεσή σας γίνεται πολύ πιο συγκεκριμένη και ιστορικά ελέγξιμη.
Δεν
λέτε απλώς «οι Αμερικανοί πίεσαν την Ελλάδα». Λέτε ουσιαστικά:
Η
Ελλάδα βρισκόταν το 2017–2018 σε εξαιρετικά περιορισμένο πεδίο οικονομικής και
πολιτικής αυτονομίας, ενώ ταυτόχρονα οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ είχαν έναν συγκεκριμένο
στρατηγικό στόχο στα Δυτικά Βαλκάνια. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η
ελληνική μεταβολή θέσης στο Μακεδονικό ήταν προϊόν ελεύθερης στρατηγικής
επιλογής ή αποτέλεσμα πίεσης που ασκήθηκε σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη χώρα.
Αυτό
είναι σοβαρή ιστορική υπόθεση
εργασίας. Και τα στοιχεία που
βρίσκουμε την κάνουν πιο ενδιαφέρουσα.
Η
χρονική σύμπτωση είναι πράγματι εντυπωσιακή
Το
2017 η Ελλάδα δεν ήταν ένα κράτος με πλήρη οικονομική ελευθερία κινήσεων.
Βρισκόταν ακόμη στο τρίτο πρόγραμμα του ESM, το οποίο είχε συμφωνηθεί το 2015.
Τον Ιούλιο του 2017, μάλιστα, ο ESM σημείωνε ότι είχε ήδη χορηγήσει στην Ελλάδα
και στον EFSF συνολικά 173,5 δισ. ευρώ, καθιστώντας τους μηχανισμούς διάσωσης μακράν τον
μεγαλύτερο πιστωτή της χώρας. (ESM)
Αυτό
έχει σημασία για τη δική σας υπόθεση όχι επειδή αποδεικνύει κάποια σύνδεση μνημονίου–Πρεσπών
— τέτοια σύνδεση δεν πρέπει να την υποθέσουμε χωρίς τεκμήρια.
Έχει
σημασία επειδή μας λέει κάτι πιο θεμελιώδες:
το
2017 η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματευόταν από θέση περιορισμένης οικονομικής
ισχύος.
Και
αυτό είναι διαφορετικό από το να πούμε ότι «η Ελλάδα ήταν υπό κατοχή» ή ότι
«δεν ήταν κυρίαρχη». Ήταν κυρίαρχη νομικά, αλλά η πραγματική διαπραγματευτική της ισχύς ήταν περιορισμένη.
Και εδώ εμφανίζεται ένα δεύτερο, παράλληλο νήμα
Το
αμερικανικό έγγραφο Integrated Country
Strategy – Greece, εγκεκριμένο
στις 17 Αυγούστου 2018, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Δεν
είναι δημοσιογραφική εκτίμηση. Είναι επίσημο αμερικανικό στρατηγικό έγγραφο.
Στους
στόχους του αναφέρει:
·
ενίσχυση της
Ελλάδας ως ισχυρού συμμάχου σε θέματα ασφάλειας,
·
υποστήριξη
αμερικανικών στρατιωτικών δραστηριοτήτων στην ευρύτερη περιοχή,
·
ενίσχυση του
περιφερειακού ρόλου της Ελλάδας,
·
πλήρη
εφαρμογή της συμφωνίας για το όνομα της Μακεδονίας,
·
και υποστήριξη
της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
Μάλιστα,
το ίδιο έγγραφο συνδέει ρητά την ελληνική γεωγραφική θέση με τις ανάγκες των
αμερικανικών στρατιωτικών διοικήσεων και αναφέρει ότι η Ελλάδα πρέπει να
ενισχύσει την ικανότητά της να υποστηρίζει αμερικανικές στρατιωτικές
δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή. (State Department)
Αυτό
είναι πολύ σημαντικό τεκμήριο, αλλά πρέπει να το διαβάσουμε σωστά.
Δεν
λέει:
«Πιέστε
την Ελλάδα να υπογράψει».
Λέει
όμως κάτι που ίσως είναι ακόμη πιο χρήσιμο για την έρευνά μας:
Η
Ουάσιγκτον είχε εντάξει την εφαρμογή της συμφωνίας για το Μακεδονικό μέσα στους
επίσημους στρατηγικούς στόχους της έναντι της Ελλάδας.
Αυτό
πλέον δεν είναι εικασία.
Και ο λόγος ήταν σαφής: η αρχιτεκτονική ασφαλείας των Βαλκανίων
Το
ΝΑΤΟ το διατύπωσε εξαιρετικά καθαρά τον Ιούλιο του 2018.
Στη
Σύνοδο των Βρυξελλών καλωσόρισε τη συμφωνία Αθήνας–Σκοπίων και αποφάσισε να
καλέσει την κυβέρνηση των Σκοπίων να αρχίσει ενταξιακές συνομιλίες μόλις εκπληρώνονταν οι όροι της συμφωνίας. (ΝΑΤΟ)
Ο
Στόλτενμπεργκ τον Οκτώβριο πήγε ακόμη παραπέρα:
χωρίς
εφαρμογή της συμφωνίας με την Ελλάδα δεν υπήρχε εναλλακτικός δρόμος προς το
ΝΑΤΟ. (ΝΑΤΟ)
Άρα
γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια ήταν η γεωπολιτική αξία της ελληνικής υπογραφής:
η
Ελλάδα κρατούσε το κλειδί για την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ.
Και
αυτό το κλειδί το παρέδωσε τον Ιούνιο του 2018 με τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Το
κρίσιμο όμως είναι το «αντάλλαγμα»
Εδώ,
κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το σημείο όπου η έρευνά μας πρέπει να γίνει πολύ
πιο αυστηρή.
Εάν
η Ελλάδα ήταν οικονομικά ευάλωτη και εάν η Ουάσιγκτον είχε στρατηγική ανάγκη να
λυθεί το Μακεδονικό, τότε πρέπει να ψάξουμε:
Τι
πήρε η Ελλάδα;
Όχι
γενικά και αόριστα.
Συγκεκριμένα.
·
οικονομικές
διευκολύνσεις;
·
αμερικανικές
επενδύσεις;
·
ενεργειακές
συμφωνίες;
·
στρατιωτική
συνεργασία;
·
στήριξη σε
ελληνοτουρκικά;
·
στήριξη στην
Ανατολική Μεσόγειο;
·
αναβάθμιση της
στρατηγικής σχέσης;
·
πολιτική
υποστήριξη σε άλλα ελληνικά ζητήματα;
Και
εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον γεγονός που δεν
πρέπει να το αγνοήσουμε.
Τον
Δεκέμβριο του 2018, λίγους μήνες μετά τις Πρέσπες, πραγματοποιήθηκε ο πρώτος U.S.–Greece Strategic Dialogue. Η αμερικανική κυβέρνηση επαίνεσε επίσημα την
ελληνική ηγεσία για τη Συμφωνία των Πρεσπών και συνέδεσε το ζήτημα με την
περιφερειακή σταθερότητα, τα Βαλκάνια, την άμυνα και την ασφάλεια. (State
Department)
Και
τον Ιανουάριο του 2019, μετά την κύρωση από την ελληνική Βουλή, ο Πομπέο μίλησε
για «όραμα, θάρρος και επιμονή» της ελληνικής ηγεσίας και τόνισε ότι η συμφωνία θα
επέτρεπε στη Βόρεια Μακεδονία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. (State
Department)
Αυτό
δεν αποδεικνύει «αντάλλαγμα».
Αλλά
αποδεικνύει ότι η Ουάσιγκτον θεωρούσε
την ελληνική συμβολή εξαιρετικά σημαντική για τον στρατηγικό της σχεδιασμό.
Και εδώ θα έκανα μια μικρή διόρθωση στη δική σας διατύπωση
Δεν
θα έλεγα ακόμη:
«Η
Ελλάδα ήταν ευάλωτη και γι' αυτό σύρθηκε στις Πρέσπες».
Θα
έλεγα:
«Η
Ελλάδα ήταν ευάλωτη και, ταυτόχρονα, κατείχε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό
διαπραγματευτικό πλεονέκτημα έναντι ενός ζητήματος που η Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ
θεωρούσαν στρατηγικής σημασίας. Επομένως, είναι εύλογο να διερευνηθεί εάν η
οικονομική και γεωπολιτική εξάρτηση της περιόδου επηρέασε την αυτονομία των
ελληνικών αποφάσεων.»
Η
δεύτερη διατύπωση είναι πολύ ισχυρότερη ιστορικά, επειδή δεν προδικάζει το συμπέρασμα.
Και
υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό
Αν
θέλουμε να εξετάσουμε σοβαρά την υπόθεση, δεν πρέπει να ξεκινήσουμε από τον Ιανουάριο του 2017 και να
ψάχνουμε μόνο για αμερικανικές πιέσεις.
Πρέπει
να βάλουμε δίπλα-δίπλα τρία χρονολόγια:
Α.
Ελληνική οικονομική εξάρτηση
2015 → τρίτο πρόγραμμα → ESM → Υπερταμείο → αξιολογήσεις → έξοδος από το
πρόγραμμα.
Β.
Αμερικανικός/ΝΑΤΟϊκός σχεδιασμός
Trump administration → Δυτικά Βαλκάνια → ρωσική επιρροή → ΝΑΤΟ → ένταξη ΠΓΔΜ.
Γ.
Μεταβολή ελληνικής θέσης
Τσίπρας/Κοτζιάς → επανεκκίνηση διαπραγματεύσεων → Ζάεφ → Μάιος–Ιούνιος 2018 →
Πρέσπες → ΝΑΤΟ.
Και
μετά να δούμε αν τα τρία χρονολόγια
συγκλίνουν χρονικά.
Αν
αποδειχθεί ότι οι σημαντικές μεταβολές στην ελληνική θέση συνέβαιναν ακριβώς
στις κρίσιμες στιγμές της οικονομικής διαπραγμάτευσης και της
αμερικανο-νατοϊκής κινητοποίησης, τότε η υπόθεση περί περιορισμένης ελληνικής αυτονομίας γίνεται πολύ ισχυρότερη.
Αν
αντίθετα βρούμε ότι ο Κοτζιάς, ο Τσίπρας ή άλλοι Έλληνες αξιωματούχοι είχαν ήδη
αποφασίσει ανεξάρτητα να λύσουν το ζήτημα για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά
την ελληνική στρατηγική, τότε θα πρέπει να αναθεωρήσουμε.
Αυτό
είναι το ωραίο της ιστορικής έρευνας: δεν πρέπει να ξεκινήσουμε έχοντας
αποφασίσει το αποτέλεσμα.
Και
νομίζω ότι το στοιχείο που θέσατε —η
οικονομική ευαλωτότητα της Ελλάδας ως πιθανός παράγοντας που δεν πρέπει να
αποκοπεί από την εξέλιξη των Πρεσπών— είναι απολύτως απαραίτητο να μπει στην έρευνα.
Μάλιστα,
το αμερικανικό έγγραφο του Αυγούστου 2018 μάς δίνει ήδη έναν πολύ ενδιαφέροντα
«σύνδεσμο»: στο ίδιο στρατηγικό κείμενο οι ΗΠΑ θέτουν αφενός την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας για τη Μακεδονία και την ένταξη
των Δυτικών Βαλκανίων, αφετέρου τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα της Ελλάδας στην
Ευρωζώνη και την αύξηση του εμπορίου και των επενδύσεων ως αμερικανικούς στρατηγικούς στόχους. (State Department)
Αυτό
δεν αποδεικνύει αιτιώδη σύνδεση μεταξύ των δύο. Αλλά είναι ακριβώς το είδος
πρωτογενούς τεκμηρίου που δικαιολογεί να ψάξουμε βαθύτερα.
Και
θα πρότεινα ως επόμενο βήμα να πάμε ακόμη
πιο πίσω: 2015–2016, ώστε να δούμε
αν η οικονομική διευθέτηση του τρίτου μνημονίου, το Υπερταμείο και η μετέπειτα
αμερικανική στρατηγική στα Βαλκάνια μπορούν να τοποθετηθούν σε ένα ενιαίο
χρονολόγιο — χωρίς να υποθέσουμε εκ των προτέρων ότι συνδέονται.
.png)
.png)
.png)
