Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ερωδιός το νέο βιβλίο μου «1920-1970:
Η λαϊκή Δεξιά στη μέγγενη του Βενιζελισμού – Το πολιτικό σύστημα σε νευρική
κρίση». Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο 540 σελίδων για την ταραχώδη πολιτική
Ιστορία μίας περιόδου, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, αν και χρησιμοποιείται
κατά το δοκούν για τη διαμόρφωση του εκάστοτε συστημικού ιστορικού αφηγήματος.
Το βιβλίο διαπραγματεύεται σε βάθος
χρόνου την περίοδο του μεσοπολέμου, με την «τρικυμιώδη» Αβασίλευτη Δημοκρατία
των δικτατοριών και των κινημάτων, την καταστροφική δεκαετία του 1940 κατά την
οποία επιχειρήθηκε ο διαμελισμός της χώρας, και τις μεταπολεμικές δεκαετίες του
1950 και του 1960 στη διάρκεια των οποίων εν μέσω πολιτικής ανωμαλίας και
εθνικών κινδύνων μπήκαν τα θεμέλια για την μεταγενέστερη ώσμωση των αστικών
κομμάτων εξουσίας και την οριστική εγκατάλειψη –κυρίως λόγω πολιτικής άγνοιας-
κάθε προσπάθειας συγκρότησης μίας προοδευτικής λαϊκής Δεξιάς, σύμφωνα με την
πολιτική παρακαταθήκη του γενάρχη της Δημητρίου Γούναρη.
Πριν ακόμη πολιτευτεί για πρώτη φορά
στις εκλογές του 1902, ο Γούναρης είχε διατυπώσει άκρως προοδευτικές για την
εποχή του πολιτικές απόψεις για την κοινωνική ασφάλιση, το πολιτικό σύστημα, τη
δικαιοσύνη, την οργάνωση του στρατού, την οικονομική ανάπτυξη κλπ.
Το διευθυντικό στέλεχος της Ιντέλιτζενς
Σέρβις Μπάζιλ Τόμσον, αναφερόμενος στην παραίτηση του πρωθυπουργού Δημητρίου
Γούναρη, στις 4 Αυγούστου 1915, είχε γράψει χαρακτηριστικά για το ηθικό ανάστημα
του ανδρός, στο βιβλίο του για τη δράση των συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών στην
Αθήνα: «Κατά την 17ην
Αυγούστου (4 Αυγούστου π. ημ.), ο κ. Γούναρης παρητήθη και εκλήθη να σχηματίση
κυβέρνησιν πάλιν ο κ. Βενιζέλος. Ο Γούναρης ήτο νομικός, άνθρωπος υψηλής ηθικής
αξίας, θησαυρός ποικίλων και βαθειών γνώσεων, λαμπρός ρήτωρ. Άλλ’ ήτο πολύ
έντιμος δια να επιτύχη εις την πολιτικήν εις εποχάς κατά τας οποίας οι λόγοι
χρησιμεύουν μόνον δια να συγκαλύπτουν τους ελιγμούς και τα τεχνάσματα δια των
οποίων ο σύγχρονος δημαγωγός διατηρείται εις την εξουσίαν».
Ο
Δημήτριος Γούναρης είχε συνθλιβεί από εκείνες τις δυνάμεις που μεθόδευσαν την
καταστροφή του οικουμενικού Ελληνισμού, και οι οποίες δυνάμεις είχαν
χρησιμοποιήσει ως δούρειο ίππο «τον σύγχρονο δημαγωγό» που για να διατηρηθεί
στην εξουσία συγκάλυπτε με τα ψέματα και τις δολοπλοκίες τους ελιγμούς και τα
τεχνάσματά του.
Οι
πολιτικοί φίλοι του Γούναρη είχαν φροντίσει -σε χαλεπούς καιρούς- να διασώσουν
κείμενα, δημοσιεύματα και προφορικές συζητήσεις του «άτυχου» πολιτικού,
δεδομένου ότι το προσωπικό του αρχείο το είχαν εξαφανίσει οι πραιτοριανοί του
Πλαστήρα από το ίδιο βράδυ της σύλληψής του από το σπίτι του τον Οκτώβριο του
1922. Ο Γούναρης είχε ζητήσει επανειλημμένα το αρχείο του πριν την άνανδρη
εκτέλεσή του, στις 15 Νοεμβρίου 1922 μαζί με τα υπόλοιπα «5» θύματα της
απόφασης του στημένου έκτακτου στρατοδικείου. Το αρχείο του Γούναρη δεν βρέθηκε
ποτέ.
Τον όρο
«άτυχος» για τον Δημήτριο Γούναρη, τον είχε διατυπώσει ο Παναγιώτης
Κανελλόπουλος, λίγους μήνες πριν το θάνατό του, σε χειρόγραφη επιστολή του προς
τον συγγραφέα Δημήτριο Χρονόπουλο, όταν πληροφορήθηκε ότι ετοιμάζει βιβλίο για
το θείο του. Διαχρονικά ο Κανελλόπουλος κράτησε «ουδέτερη» στάση μεταξύ του
Δημητρίου Γούναρη και του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ίσως λόγω χαρακτήρα, καθώς ο Κανελλόπουλος
ήταν πολιτικός στοχαστής ήπιων τόνων και προσπαθούσε –με ελάχιστες εξαιρέσεις-
να κρατά τις ισορροπίες. Άλλωστε αυτό έκανε από την αρχή της πολιτικής του
καριέρας στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Η περίοδος του μεσοπολέμου δεν
ενδεικνυόταν για πολιτική ταύτιση με τον Δημήτριο Γούναρη, έστω κι αν ήσουν
ανιψιός του!
Στα
στερνά του, λοιπόν, ο Κανελλόπουλος είχε χαρακτηρίσει το σαθρό κατηγορητήριο
περί προδοσίας, τη στημένη δίκη και τη δολοφονία του θείου του απλώς ως
«ατυχία» του Γούναρη. Τις δε βενιζελικές αθλιότητες εναντίον του Δημητρίου
Γούναρη απλώς ως «τύχη» του Βενιζέλου!
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο
Μπάζιλ Τόμσον με το βιβλίο του είχε αποδείξει με απόλυτο τρόπο ότι στην
πολιτική τίποτα δεν είναι θέμα «τύχης» ή «ατυχίας». Παραθέτουμε ένα μικρό
απόσπασμα από το βιβλίο του Τόμσον για την εποχή των μεγάλων δολοπλοκιών.
«…Αι διαπραγματεύσεις μετά των Ελλήνων
δημοσιογράφων δεν εστερούντο κωμικότητος. Κατά τους πρώτους μήνας του 1916 οι
πράκτορες της Γαλλικής προπαγάνδας απεφάσισαν να εξαγοράσουν το «Εμπρός» και να
το καταστήσουν φύλλον αφωσιωμένον εις τα Γαλλικά συμφέροντα και συνδεδεμένον
προς το επίσημον φύλλον του κ. Βενιζέλου, την «Πατρίδα». Ευθύς ως οι διευθυνταί
της «Πατρίδος» επληροφορήθησαν το σχέδιον, μετέβησαν εις την Γαλλικήν πρεσβείαν
και ηπείλησαν ότι θα ήλασσον ευθύς παράταξιν εάν δεν εδίδετο εις αυτούς το προοριζόμενο
δια το «Εμπρός» ποσόν. Κατά την 23ην Απριλίου 1916 (10 Απριλίου π.
ημ.) η Γαλλική Πρεσβεία ετηλεγράφησε προς το Και ντ’ Ορσαί:
«Αι βενιζελικαί εφημερίδες είναι πολύ
ανήσυχοι δια την αγοράν άλλων ημερησίων φύλλων. Θα ήτο αναγκαίον να τους
δώσωμεν 200.000 έως 300.000 φράγκων». Και μετά μία εβδομάδα: «Η
προγραμματιζομένη αγορά του «Εμπρος» κατέστη αδύνατος ένεκα των απειλών των
Βενιζελικών εφημερίδων, αι οποίαι δεν είναι ειμή «επιχειρήσεις εκβιασμού».
Ηπείλησαν να επιτεθούν κατά της Συνεννοήσεως εάν το «Εμπρός» αγορασθή».
Τα τηλεγραφήματα αυτά έφερον την
υπογραφήν του κ. Ερρίκου Τυρό, προσωπικού φίλου του κ. Μπριάν, ο οποίος είχε
σταλή δια να διευθύνη την Γαλλικήν μυστικήν προπαγάνδαν και το πρακτορείον
«Ράδιο».
Κατά την 17ην Αυγούστου (4
Αυγούστου π. ημ.), ο κ. Γούναρης παρητήθη και εκλήθη να σχηματίση κυβέρνησιν
πάλιν ο κ. Βενιζέλος. Ο Γούναρης ήτο νομικός, άνθρωπος υψηλής ηθικής αξίας,
θησαυρός ποικίλων και βαθειών γνώσεων, λαμπρός ρήτωρ. Άλλ’ ήτο πολύ έντιμος δια
να επιτύχη εις την πολιτικήν εις εποχάς κατά τας οποίας οι λόγοι χρησιμεύουν
μόνον δια να συγκαλύπτουν τους ελιγμούς και τα τεχνάσματα δια των οποίων ο
σύγχρονος δημαγωγός διατηρείται εις την εξουσίαν.
Μόλις επανήλθεν ο Βενιζέλος συνεφώνησε
μετά του Βασιλέως προς διατήρησιν της ουδετερότητος. Ευρίσκετο εις κακήν θέσιν.
Η διακοίνωσις των Συμμάχων δια της οποίας εζητείτο η παραχώρησις της Καβάλας
εις την Βουλγαρίαν ήτο σύμφωνος προς την πολιτικήν, την οποίαν είχεν εκθέσει
εις τον Βασιλέα κατά τον παρελθόντα Ιανούαριον, αλλά δεν ετόλμα να αναλάβη την
ευθύνην δι’ αυτήν. Εάν υπέκυπτεν εις το αίτημα των Δυνάμεων, θα εύρισκε
σύσσωμον το Έθνος, αντίθετον, να εξεγείρεται κατ’ αυτού. Εάν το απέρριπτε, θα
εξηναγκάζετο να απαντήση προς τους Συμμάχους ότι ούτοι δεν είχον ειμή
υιοθετήσει την πολιτικήν του. Παρέμεινε σωφρόνως εν αναμονή με την εξήγησιν ότι
προσωρινώς «ανεζήτει τον δρόμον του».
Εν τω μεταξύ, οι Βούλγαροι, τα
«χαϊδεμένα παιδιά» των δύο παρατάξεων των εμπολέμων, διεπραγματεύοντο
ταυτοχρόνως και μετά των δύο αντιπάλων. Απέρριψαν το προσωπείον μόνον όταν
εξησφάλισαν από την Τουρκίαν την περιοχή του Διδυμοτείχου. Εκήρυξαν
επιστράτευσιν την 21ην Σεπτεμβρίου (8 Σεπτεμβρίου π. ημ.). Μετά οκτώ
ημέρας ο σερ Έντουαρδ Γκρέϋ τους απέστειλε προειδοποίησιν, αρνούμενος να
πιστεύση ακόμη ότι μετά τόσας εκδηλώσεις ούτοι ετάσσοντο παρά το πλευρό του
εχθρού. Κατά την 4ην Οκτωβρίου (21 Σεπτεμβρίου π. ημ.) η Ρωσσία απηύθυνε
προς αυτούς τελεσίγραφον: Τους έδιδεν είκοσι τέσσαρας ώρας δια να εκδηλωθούν
(μετά ποίου θα ηγωνίζοντο). Οι Βούλγαροι διεμαρτυρήθησαν εντόνως περί της καλής
πίστεώς των… και κατά την 12ην Οκτωβρίου (29ην
Σεπτεμβρίου π. ημ.) διέβησαν τα σύνορα της Σερβίας. Αι υπηρεσίαι πληροφοριών
των Συμμάχων, είχον εμφανίσει σοβαράς ελλείψεις κατά την πλέον κρίσιμον στιγμήν...».
















