Translate

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΔΙΧΟΝΟΙΑ, ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΑΤΟΛΜΙΑ ΕΦΕΡΑΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com


1962: Ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ
στο μαυσωλείο του Κεμάλ.

Από τον Σεπτέμβριο του 1955, με την αποτυχημένη προσπάθεια της Ελληνικής κυβέρνησης να φέρει το Κυπριακό προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους με κατάληξη την τουρκική εισβολή στις 20 Ιουλίου του 1974. Ο Βρετανός αντιπρόσωπος Νάτγιγκ  είχε ζητήσει από τη Γενική Επιτροπή να αποκλείσει την εγγραφή του Κυπριακού στην ημερήσια διάταξη της γενικής συνέλευσης του Οργανισμού και εξέφρασε τη …φρίκη του γιατί η Ελλάδα επεδίωκε την Ένωση της Κύπρου! Και όλα αυτά ενώ είχαν προηγηθεί οι τουρκικές αθλιότητες με το πογκρόμ του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1955 η βρετανική διπλωματία, ενώ είχε οργανώσει μαζί με τον Μεντερές το πογκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου στην Πόλη, συνεκάλεσε στο Λονδίνο τριμερή προβοκατόρικη διάσκεψη για να «αποκοιμήσει» την ελληνική πλευρά, και να νομιμοποιήσει την Τουρκία για πρώτη φορά ως συνομιλητή στο Κυπριακό. Η παγίδα της «τριμερούς» είχε στηθεί από τα τέλη Ιουνίου 1955. Η Αγγλία από τότε προσκαλούσε την Ελλάδα και την Τουρκία να παρακαθήσουν σε τριμερή διάσκεψη υπό τον γενικό τίτλο «συζήτηση πολιτικών και αμυντικών ζητημάτων που επηρεάζουν την ανατολική Μεσόγειο, περιλαμβανομένης και της Κύπρου»!

Ήταν ολοφάνερο ότι η Αγγλία ενέπλεκε και επίσημα την Τουρκία στο ζήτημα της Κύπρου με απροκάλυπτη εκδικητική μανία για την απόφαση της κυβέρνησης Παπάγου να εγκρίνει την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Στην κατάλληλη συγκυρία, με τον Παπάγο εξουδετερωμένο, η ελληνική διπλωματία πάτησε τη «μπανανόφλουδα».

Πάντως, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Στέφανος Στεφανόπουλος ισχυρίστηκε αργότερα ότι η απόφαση για τη μετάβαση στο Λονδίνο δεν ήταν δική του αλλά της κυβέρνησης, και πάρθηκε εν τη απουσία του, με σύμφωνη μάλιστα γνώμη και της αντιπολίτευσης. Ο Στεφανόπουλος ενημερώθηκε στο Παρίσι με κυβερνητικό τηλεγράφημα! Η λογική που επικρατούσε τότε στην πολιτική ηγεσία της χώρας ήταν ότι μία τέτοια διάσκεψη θα βοηθούσε στη διεθνοποίηση του κυπριακού. Στο περιθώριο της διάσκεψης οι Βρετανοί βολιδοσκόπησαν τον Στέφανο Στεφανόπουλο εάν ενδιαφερόταν για τη θέση του πρωθυπουργού!

Να τι είχε πει ο Στεφανόπουλος προκαταρκτικά για τη μετάβασή του στο Λονδίνο, κατά τη συζήτηση στη βουλή στις 23 Ιανουαρίου 1959 (απόδοση στην τρέχουσα):

«Θα ήθελα με την ευκαιρία, να ξεκαθαρίσω το θέμα που αφορά τη μετάβασή μας στο Λονδίνο… Στο τηλεγράφημα ρητά αναγνωριζόταν ότι ο πρόεδρος της κυβέρνησης και η κυβέρνηση αποφάσισαν να μεταβούμε στο Λονδίνο. Κατά το τηλεγράφημα, είχαν ερωτηθεί και οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης και ήταν σύμφωνοι κι αυτοί για τη μετάβασή μας στο Λονδίνο. Τα λέγω αυτά γιατί είχε γραφεί ότι εγώ ως υπουργός των Εξωτερικών είχα την ευθύνη για τη μετάβασή μας στο Λονδίνο, ενώ αυτό είχε αποφασισθεί από όλη την κυβέρνηση και μάλιστα εν απουσία μου… Όπως έγραφε στο τηλεγράφημα του κ. Κανελλόπουλου, οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης είχαν αποδεχθεί τη μετάβασή μου στο Λονδίνο κατ’ αρχήν. Όταν εγώ μετά ταύτα τους ρώτησα για δεύτερη φορά, η απάντηση από τους περισσότερους ήταν ότι οφείλουμε να μεταβούμε στο Λονδίνο και να συζητήσουμε. Άλλωστε να μην ξεχνούμε ότι ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία το κυπριακό καθίστατο διεθνές θέμα, ενώ έως τότε η Μεγάλη Βρετανία ισχυριζόταν ότι ήταν καθαρώς εσωτερική υπόθεση… Συνεπώς θα ήθελα να ακουσθεί για ακόμα μία φορά ότι την ευθύνη της μετάβασής μας στο Λονδίνο δεν την φέρει ο υποφαινόμενος, ο οποίος βρισκόταν και εκτός Αθηνών, αλλά την αποφάσισε ολόκληρη η κυβέρνηση, η οποία είχε τότε και τη σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης».

Οι συνέπειες και οι παρενέργειες της αποτυχημένης τριμερούς διάσκεψη του Λονδίνου υπήρξαν καταλυτικές για όλη τη μετέπειτα εξέλιξη του κυπριακού, και εκτός των άλλων διέλυσαν και τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης με τα Σεπτεμβριανά του 1955. Το πάγιο αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα άρχισε να ξεθωριάζει με τη μετάλλαξή του σε αίτημα αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας. Επίσης, η αποτυχημένη αυτή τριμερής διάσκεψη δεν συνεισέφερε σε τίποτα και στο θέμα της διεθνοποίησης του κυπριακού. Αμέσως μετά η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στα Ηνωμένα Έθνη και ζήτησε να τεθεί το θέμα προς συζήτηση στις 21 Σεπτεμβρίου 1955. Τελικά το θέμα δεν ενεγράφη με 4 ψήφους υπέρ, 7 κατά, και 4 αποχές. Βρετανοί και Αμερικανοί είχαν φροντίσει γι αυτό.

Το Κυπριακό «στραγγαλίστηκε» στα Ηνωμένα Έθνη από τις μεθοδεύσεις κυρίως της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Αμερικανός εκπρόσωπος Κάμποτ Λοτζ δήλωσε πριν την ψηφοφορία, ότι οι ΗΠΑ θα αντιταχθούν κατά της εγγραφής του ζητήματος της Κύπρου διότι «η αθόρυβος διπλωματία θα είναι αποτελεσματικότερη από τη δημόσια συζήτηση»! Υπέρ της εγγραφής του θέματος προς συζήτηση ψήφισαν η Σοβιετική Ένωση, η Αίγυπτος, η Πολωνία και το Μεξικό. Κατά της εγγραφής ψήφισαν η Γαλλία, οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Νορβηγία, η Νέα Ζηλανδία, το Λουξεμβούργο και η Χιλή. Απέσχον της ψηφοφορίας η Αϊτή, η Αιθιοπία, η Εθνικιστική Κίνα και το …Σιάμ. Η Ελλάδα και η Τουρκία δεν είχαν δικαίωμα ψήφου καθώς δεν ήταν μέλη της 15μελούς Γενικής Επιτροπής.

1957: Ο Μακάριος μετά την απαγωγή και την εξορία από τους Άγγλους είχε το ελεύθερο να πηγαίνει όπου θέλει, εκτός από την Κύπρο! Εδώ σε επίσκεψή του στις ΗΠΑ.


Ο Βρετανός αντιπρόσωπος, υφυπουργός των Εξωτερικών Νάτγιγκ είχε προειδοποιήσει σε αυστηρό ύφος ότι επέμβαση της Γενικής Συνέλευσης στο πρόβλημα της Κύπρου θα έχει δυνητικά ανυπολόγιστες συνέπειες! Ζήτησε μάλιστα έντονα όπως η Γενική Επιτροπή αποκλείσει την εγγραφή του κυπριακού στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Ο Νάτγιγκ εξέφρασε απροκάλυπτα τη …φρίκη του γιατί η Ελλάδα επιδιώκει την Ένωση της Κύπρου και κατηγόρησε τη χώρα μας ότι «συνηγορεί φανερά υπέρ των ταραχών υποκινούσα δια του ραδιοφωνικού σταθμού την προσφυγή εις τα όπλα». Μόνιμη επωδός της βρετανικής και αμερικανικής κυβέρνησης ήταν η «συνοχή του ΝΑΤΟ» και η «ασφάλεια και ειρήνη στην ανατολική Μεσόγειο».

Όμως, η βρετανική κυβέρνηση εντέχνως είχε μεταβάλει το ζήτημα της Ένωσης με την Ελλάδα, και το αναφαίρετο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού, σε μείζον ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε δηλώσει εκείνες τις ημέρες ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν θα μεταβάλουν τη διένεξή τους με τους Άγγλους σε διένεξη με τους Τούρκους, με διαιτητές τους Άγγλους. Όμως ήταν ήδη πολύ αργά. Αυτό είχε γίνει ήδη. Ο τούρκος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ είχε δηλώσει ότι το Κυπριακό αποτελεί βρετανική εσωτερική υπόθεση στην οποία τα Ηνωμένα Έθνη δεν έχουν δικαίωμα επέμβασης.

Στη 10η σύνοδο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, που άρχισε στις 21 Σεπτεμβρίου 1955, ο πρόεδρος της ομοσπονδίας των τουρκικών οργανώσεων της Κύπρου Φαΐζ Καϊμάκ είχε στείλει τηλεγράφημα προς τον γενικό γραμματέα με την απειλή ότι θα χυθεί αίμα αν η σύνοδος αποφάσιζε τη διενέργεια δημοψηφίσματος στην Κύπρο ή αν αναγνωριζόταν στους Κύπριους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Ένας …Καϊμάκ απειλούσε τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ! Να τι έγραφε στην επιστολή του: «Οι Τούρκοι της Κύπρου αντιτίθενται κατηγορηματικώς στην εκ μέρους της Ελλάδας προβολή του ζητήματος της Κύπρου ενώπιον του ΟΗΕ. Επιμένουμε όπως διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς, σε αντίθετη περίπτωση η νήσος πρέπει να επανέλθει στον παλαιό κάτοχό της, την Τουρκία».

Ενδεικτική της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί ήταν η επιστολή που έστειλε ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Φόστερ Ντάλλες στους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας Παπάγο και Μεντερές. Ο Ντάλλες, κάνοντας λόγο για την αποκατάσταση της ενότητας της Βορειοαντλαντικής Συμμαχίας, ουσιαστικά προειδοποιούσε τη χώρα μας για τις μετέπειτα εξελίξεις. Επίσης, ο Ντάλλες απέδιδε καθαρά την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο ζήτημα της Κύπρου.

Στην απαντητική του επιστολή, ο Παπάγος απέρριπτε τις αιτιάσεις του Ντάλλες ότι το Κυπριακό ήταν η αιτία επιδείνωσης του ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο Παπάγος επεσήμανε ότι η «ελληνοτουρκική φιλία» παρέμεινε «υπεράνω πάσης διαφοράς και διαφωνίας» μέχρι τη τριμερή διάσκεψη στο Λονδίνο και τις ανήκουστες βιαιότητες στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, για τις οποίες η Ελλάδα περίμενε από την Τουρκία «την οφειλομένην ηθικήν και υλικήν επανόρθωσιν».

Τα Σεπτεμβριανά του 1955 ήταν ξεκάθαρα αντιπερισπασμός και εκδίκηση του βρετανο-τουρκικού άξονα για τα τεκταινόμενα στην Κύπρο. Το θέμα εδώ είναι ότι την απαντητική επιστολή στον Ντάλλες κατά πάσα πιθανότητα δεν τη συνέταξε ο Παπάγος, γιατί δεν ήταν σε θέση να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Άλλωστε όλες οι τουρκικές αθλιότητες και προβοκάτσιες εναντίον της Κύπρου και της Ελλάδας συνέβησαν όταν υπήρχε κενό εξουσίας.

Από την πλευρά του ο Μεντερές στην απαντητική του επιστολή έκανε μία υποκριτική αναδρομή στην «τουρκο-ελληνική» φιλία από την εποχή του Βενιζέλου και του Ατατούρκ. Ο Μεντερές απέδωσε τις αθλιότητές του στην Κωνσταντινούπολη στην «ατμόσφαιρα νευρικότητας και εξάψεως, που είχε ενταθεί το τελευταίο διάστημα λόγω του ζητήματος της Κύπρου, κάτι που επωφελήθηκαν τα απαίσια κομμουνιστικά στοιχεία που δημιούργησαν τα γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου». Ο άθλιος Μεντερές ανέφερε ξεδιάντροπα ότι οι Τούρκοι θα θυμούνται πάντοτε τα γεγονότα αυτά μετά μεγάλης λύπης και συγκίνησης!

Με πρόφαση μία ενδεχόμενη σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων στο νησί, οι Άγγλοι άρχισαν να στέλνουν στρατεύματα στην Κύπρο με συνεχώς εντεινόμενο ρυθμό. Η απόρριψη της ελληνικής αίτησης για εγγραφή προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του κυπριακού ζητήματος είχε λύσει τα χέρια των Άγγλων. Με τη βοήθειά τους οι Τούρκοι, επικαλούμενοι την υπεράσπιση της ζωής και των περιουσίων τους, δημιούργησαν οργανώσεις που διένειμαν προκηρύξεις και διαμαρτύρονταν για την έλλειψη μέτρων ασφαλείας εναντίον της «ελληνικής τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ».

Εκτός από τα συνεχή χτυπήματα των ανταρτών της ΕΟΚΑ, στην Κύπρο η αντίσταση είχε γενικευθεί και εκδηλωνόταν σε κάθε ευκαιρία. Στις πόλεις και τα χωριά οι κάτοικοι αναρτούσαν ελληνικές σημαίες και οι βρετανικές αρχές έσπευδαν να τις κατεβάσουν. Μία τεράστια ελληνική σημαία είχε αναρτηθεί στο κτίριο των δικαστηρίων στη Λεμεσό. Πάνω ξεχώριζε με μεγάλα γράμματα η λέξη ΕΟΚΑ. Δυστυχώς, το κυπριακό ζήτημα είχε ήδη μετατραπεί σε μία σύγκρουση του Ελληνισμού με την Τουρκία. Τον Οκτώβριο του 1955, ο σερ Τζον Χάρτιγκ διορίστηκε κυβερνήτης της Κύπρου.

Μετά την απόρριψη του κυπριακού από τον ΟΗΕ, ο Διγενής κυκλοφόρησε φυλλάδιο στο οποίο χαρακτήριζε τη διεθνή διπλωματία άνανδρη και κοινούς απατεώνες αυτούς που αθέτησαν τις υπογραφές τους σε διεθνείς συμφωνίες. Κατηγόρησε τους Αμερικανούς και τους Άγγλους ότι μεθόδευσαν αθέμιτη συναλλαγή σε βάρος των μικρών και των υποδούλων. Ο Διγενής προειδοποίησε ότι αφού ο ΟΗΕ απέκλεισε την Κύπρο από οποιοδήποτε άλλο μέσο αντίδρασης για να ανακτήσει την ελευθερία της, το μόνο που μένει είναι να χυθεί αίμα, που θα βαρύνει τους Αμερικανούς και τους Άγγλους! Προανήγγειλε μάλιστα και νέα περίοδο σκληρών αγώνων με σύνθημα «να ρίψωμεν τους Άγγλους εις την θάλασσαν και θα τους ρίψωμεν»!

Πράγματι, οι επιγραμματικές καταλήξεις των προκηρύξεων του Διγενή δεν ήταν κενές περιεχομένου. Μόνο τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1955 πραγματοποιήθηκαν δεκάδες χτυπήματα κατά στρατιωτικών στόχων με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Στις 3 Ιανουαρίου 1956, ο Διγενής κυκλοφόρησε φυλλάδιο με αναλυτική περιγραφή των επιθέσεων σε όλη την κυπριακή επικράτεια. Οι άγγλοι στρατιωτικοί είχαν τεθεί σε κατάσταση μονίμου επιφυλακής καθώς τα χτυπήματα ήταν συνεχή και απροσδόκητα.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα στην Κύπρο, συνέβαιναν στην Ελλάδα κοσμογονικές πολιτικές εξελίξεις που θα καθόριζαν για χρόνια την πολιτική ζωή της χώρας. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1955 επισκέφθηκαν την Ελλάδα ο αρχηγός του νοτιοανατολικού τομέα του ΝΑΤΟ ναύαρχος Φέντελερ και ο διοικητής του Νατοϊκού στρατηγείου της Σμύρνης αντιστράτηγος Τζορτζ Ριντ για να εκφράσουν τη …θλίψη τους για τις επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων αξιωματικών στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη, που έγιναν στο πλαίσιο του πογκρόμ των Σεπτεμβριανών. Ο Ριντ βεβαίωσε τον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Εθνικής Αμύνης Παναγιώτη Κανελλόπουλο ότι οι Τούρκοι τον διαβεβαίωσαν ότι «δεν θα σημειωθεί επανάληψη των ατυχών αυτών γεγονότων».

Οι Βρετανοί και πριν τη τριμερή διάσκεψη στο Λονδίνο ήταν απολύτως βέβαιοι ότι επέκειτο ο θάνατος του Παπάγου, τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση τον εμφάνιζε ότι ασκούσε κανονικά τα καθήκοντά του. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε όμως να δικαιολογήσει την επίσκεψη στην Αθήνα του Γάλλου καθηγητή Ρενέ Μορό δύο φορές μέσα σε 15 ημέρες. Την πρώτη φορά, στα τέλη Αυγούστου 1955, υπέβαλε και έκθεση για την κατάσταση της υγείας του στρατάρχη. Τη δεύτερη φορά δεν υπέβαλε έκθεση. Άλλωστε τι να έλεγε. Ο Παπάγος έπνεε τα λοίσθια. Στις 20 Αυγούστου, ο Παπάγος είχε δώσει τη συγκατάθεσή του για ένα μεγαλειώδες συλλαλητήριο για την Κύπρο, γεγονός που εξόργισε τους Βρετανούς.

Μετά και τη δεύτερη επίσκεψη του Μορώ στην Αθήνα, ο Κανελλόπουλος χαρακτήρισε ανακριβείς τις πληροφορίες περί επιδείνωσης της ασθένειας του Παπάγου. Όμως η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Αν και τα προηγούμενα χρόνια είχε προβλήματα από την οξεία φυματίωση που έπασχε,  από τις αρχές Οκτωβρίου του 1954 ο Παπάγος εμφάνισε μία μυστηριώδη ασθένεια κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην ιβηρική χερσόνησο με το αμερικανικό πλοίο Εξτέρ. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά και της περιοδείας, ο Παπάγος ήταν σε άσχημη κατάσταση έχοντας συνεχείς γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Μετά από ένα σχεδόν μήνα επέστρεψε στην Αθήνα φανερά αδυνατισμένος και αδύναμος. Μυστήρια πράγματα αλλά καλό είναι να τα θυμόμαστε.

 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Η ΛΑΪΚΗ ΔΕΞΙΑ ΣΤΗ ΜΕΓΓΕΝΗ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΥ

 

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com

 






Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ερωδιός το νέο βιβλίο μου  «1920-1970: Η λαϊκή Δεξιά στη μέγγενη του Βενιζελισμού – Το πολιτικό σύστημα σε νευρική κρίση». Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο 540 σελίδων για την ταραχώδη πολιτική Ιστορία μίας περιόδου, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, αν και χρησιμοποιείται κατά το δοκούν για τη διαμόρφωση του εκάστοτε συστημικού ιστορικού αφηγήματος.

Το βιβλίο διαπραγματεύεται σε βάθος χρόνου την περίοδο του μεσοπολέμου, με την «τρικυμιώδη» Αβασίλευτη Δημοκρατία των δικτατοριών και των κινημάτων, την καταστροφική δεκαετία του 1940 κατά την οποία επιχειρήθηκε ο διαμελισμός της χώρας, και τις μεταπολεμικές δεκαετίες του 1950 και του 1960 στη διάρκεια των οποίων εν μέσω πολιτικής ανωμαλίας και εθνικών κινδύνων μπήκαν τα θεμέλια για την μεταγενέστερη ώσμωση των αστικών κομμάτων εξουσίας και την οριστική εγκατάλειψη –κυρίως λόγω πολιτικής άγνοιας- κάθε προσπάθειας συγκρότησης μίας προοδευτικής λαϊκής Δεξιάς, σύμφωνα με την πολιτική παρακαταθήκη του γενάρχη της Δημητρίου Γούναρη.


Πρόκειται για το 11ο κατά σειρά βιβλίο μου από τις εκδόσεις Ερωδιός και για πρώτη φορά δεν υπάρχουν «προλογικά». Αντί προλόγου παραθέτω μία αναλυτική παρουσίαση της πολιτικής διαδρομής του Δημητρίου Γούναρη, η οποία ξεκίνησε 20 χρόνια πριν την εν ψυχρώ εκτέλεσή του στις 15 Νοεμβρίου 1922, μαζί με τους άλλους 5, από το έκτακτο στρατοδικείο της βενιζελικής στρατιωτικής καμαρίλας του μεσοπολέμου.

Πριν ακόμη πολιτευτεί για πρώτη φορά στις εκλογές του 1902, ο Γούναρης είχε διατυπώσει άκρως προοδευτικές για την εποχή του πολιτικές απόψεις για την κοινωνική ασφάλιση, το πολιτικό σύστημα, τη δικαιοσύνη, την οργάνωση του στρατού, την οικονομική ανάπτυξη κλπ.  

Το διευθυντικό στέλεχος της Ιντέλιτζενς Σέρβις Μπάζιλ Τόμσον, αναφερόμενος στην παραίτηση του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη, στις 4 Αυγούστου 1915, είχε γράψει χαρακτηριστικά για το ηθικό ανάστημα του ανδρός, στο βιβλίο του για τη δράση των συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών στην Αθήνα: «Κατά την 17ην Αυγούστου (4 Αυγούστου π. ημ.), ο κ. Γούναρης παρητήθη και εκλήθη να σχηματίση κυβέρνησιν πάλιν ο κ. Βενιζέλος. Ο Γούναρης ήτο νομικός, άνθρωπος υψηλής ηθικής αξίας, θησαυρός ποικίλων και βαθειών γνώσεων, λαμπρός ρήτωρ. Άλλ’ ήτο πολύ έντιμος δια να επιτύχη εις την πολιτικήν εις εποχάς κατά τας οποίας οι λόγοι χρησιμεύουν μόνον δια να συγκαλύπτουν τους ελιγμούς και τα τεχνάσματα δια των οποίων ο σύγχρονος δημαγωγός διατηρείται εις την εξουσίαν».

Ο Δημήτριος Γούναρης είχε συνθλιβεί από εκείνες τις δυνάμεις που μεθόδευσαν την καταστροφή του οικουμενικού Ελληνισμού, και οι οποίες δυνάμεις είχαν χρησιμοποιήσει ως δούρειο ίππο «τον σύγχρονο δημαγωγό» που για να διατηρηθεί στην εξουσία συγκάλυπτε με τα ψέματα και τις δολοπλοκίες τους ελιγμούς και τα τεχνάσματά του.

Οι πολιτικοί φίλοι του Γούναρη είχαν φροντίσει -σε χαλεπούς καιρούς- να διασώσουν κείμενα, δημοσιεύματα και προφορικές συζητήσεις του «άτυχου» πολιτικού, δεδομένου ότι το προσωπικό του αρχείο το είχαν εξαφανίσει οι πραιτοριανοί του Πλαστήρα από το ίδιο βράδυ της σύλληψής του από το σπίτι του τον Οκτώβριο του 1922. Ο Γούναρης είχε ζητήσει επανειλημμένα το αρχείο του πριν την άνανδρη εκτέλεσή του, στις 15 Νοεμβρίου 1922 μαζί με τα υπόλοιπα «5» θύματα της απόφασης του στημένου έκτακτου στρατοδικείου. Το αρχείο του Γούναρη δεν βρέθηκε ποτέ.

Τον όρο «άτυχος» για τον Δημήτριο Γούναρη, τον είχε διατυπώσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, λίγους μήνες πριν το θάνατό του, σε χειρόγραφη επιστολή του προς τον συγγραφέα Δημήτριο Χρονόπουλο, όταν πληροφορήθηκε ότι ετοιμάζει βιβλίο για το θείο του. Διαχρονικά ο Κανελλόπουλος κράτησε «ουδέτερη» στάση μεταξύ του Δημητρίου Γούναρη και του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ίσως λόγω χαρακτήρα, καθώς ο Κανελλόπουλος ήταν πολιτικός στοχαστής ήπιων τόνων και προσπαθούσε –με ελάχιστες εξαιρέσεις- να κρατά τις ισορροπίες. Άλλωστε αυτό έκανε από την αρχή της πολιτικής του καριέρας στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Η περίοδος του μεσοπολέμου δεν ενδεικνυόταν για πολιτική ταύτιση με τον Δημήτριο Γούναρη, έστω κι αν ήσουν ανιψιός του!

Στα στερνά του, λοιπόν, ο Κανελλόπουλος είχε χαρακτηρίσει το σαθρό κατηγορητήριο περί προδοσίας, τη στημένη δίκη και τη δολοφονία του θείου του απλώς ως «ατυχία» του Γούναρη. Τις δε βενιζελικές αθλιότητες εναντίον του Δημητρίου Γούναρη απλώς ως «τύχη» του Βενιζέλου!

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Μπάζιλ Τόμσον με το βιβλίο του είχε αποδείξει με απόλυτο τρόπο ότι στην πολιτική τίποτα δεν είναι θέμα «τύχης» ή «ατυχίας». Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Τόμσον για την εποχή των μεγάλων δολοπλοκιών.

«…Αι διαπραγματεύσεις μετά των Ελλήνων δημοσιογράφων δεν εστερούντο κωμικότητος. Κατά τους πρώτους μήνας του 1916 οι πράκτορες της Γαλλικής προπαγάνδας απεφάσισαν να εξαγοράσουν το «Εμπρός» και να το καταστήσουν φύλλον αφωσιωμένον εις τα Γαλλικά συμφέροντα και συνδεδεμένον προς το επίσημον φύλλον του κ. Βενιζέλου, την «Πατρίδα». Ευθύς ως οι διευθυνταί της «Πατρίδος» επληροφορήθησαν το σχέδιον, μετέβησαν εις την Γαλλικήν πρεσβείαν και ηπείλησαν ότι θα ήλασσον ευθύς παράταξιν εάν δεν εδίδετο εις αυτούς το προοριζόμενο δια το «Εμπρός» ποσόν. Κατά την 23ην Απριλίου 1916 (10 Απριλίου π. ημ.) η Γαλλική Πρεσβεία ετηλεγράφησε προς το Και ντ’ Ορσαί:

«Αι βενιζελικαί εφημερίδες είναι πολύ ανήσυχοι δια την αγοράν άλλων ημερησίων φύλλων. Θα ήτο αναγκαίον να τους δώσωμεν 200.000 έως 300.000 φράγκων». Και μετά μία εβδομάδα: «Η προγραμματιζομένη αγορά του «Εμπρος» κατέστη αδύνατος ένεκα των απειλών των Βενιζελικών εφημερίδων, αι οποίαι δεν είναι ειμή «επιχειρήσεις εκβιασμού». Ηπείλησαν να επιτεθούν κατά της Συνεννοήσεως εάν το «Εμπρός» αγορασθή».

Τα τηλεγραφήματα αυτά έφερον την υπογραφήν του κ. Ερρίκου Τυρό, προσωπικού φίλου του κ. Μπριάν, ο οποίος είχε σταλή δια να διευθύνη την Γαλλικήν μυστικήν προπαγάνδαν και το πρακτορείον «Ράδιο».

Κατά την 17ην Αυγούστου (4 Αυγούστου π. ημ.), ο κ. Γούναρης παρητήθη και εκλήθη να σχηματίση κυβέρνησιν πάλιν ο κ. Βενιζέλος. Ο Γούναρης ήτο νομικός, άνθρωπος υψηλής ηθικής αξίας, θησαυρός ποικίλων και βαθειών γνώσεων, λαμπρός ρήτωρ. Άλλ’ ήτο πολύ έντιμος δια να επιτύχη εις την πολιτικήν εις εποχάς κατά τας οποίας οι λόγοι χρησιμεύουν μόνον δια να συγκαλύπτουν τους ελιγμούς και τα τεχνάσματα δια των οποίων ο σύγχρονος δημαγωγός διατηρείται εις την εξουσίαν.

Μόλις επανήλθεν ο Βενιζέλος συνεφώνησε μετά του Βασιλέως προς διατήρησιν της ουδετερότητος. Ευρίσκετο εις κακήν θέσιν. Η διακοίνωσις των Συμμάχων δια της οποίας εζητείτο η παραχώρησις της Καβάλας εις την Βουλγαρίαν ήτο σύμφωνος προς την πολιτικήν, την οποίαν είχεν εκθέσει εις τον Βασιλέα κατά τον παρελθόντα Ιανούαριον, αλλά δεν ετόλμα να αναλάβη την ευθύνην δι’ αυτήν. Εάν υπέκυπτεν εις το αίτημα των Δυνάμεων, θα εύρισκε σύσσωμον το Έθνος, αντίθετον, να εξεγείρεται κατ’ αυτού. Εάν το απέρριπτε, θα εξηναγκάζετο να απαντήση προς τους Συμμάχους ότι ούτοι δεν είχον ειμή υιοθετήσει την πολιτικήν του. Παρέμεινε σωφρόνως εν αναμονή με την εξήγησιν ότι προσωρινώς «ανεζήτει τον δρόμον του».

Εν τω μεταξύ, οι Βούλγαροι, τα «χαϊδεμένα παιδιά» των δύο παρατάξεων των εμπολέμων, διεπραγματεύοντο ταυτοχρόνως και μετά των δύο αντιπάλων. Απέρριψαν το προσωπείον μόνον όταν εξησφάλισαν από την Τουρκίαν την περιοχή του Διδυμοτείχου. Εκήρυξαν επιστράτευσιν την 21ην Σεπτεμβρίου (8 Σεπτεμβρίου π. ημ.). Μετά οκτώ ημέρας ο σερ Έντουαρδ Γκρέϋ τους απέστειλε προειδοποίησιν, αρνούμενος να πιστεύση ακόμη ότι μετά τόσας εκδηλώσεις ούτοι ετάσσοντο παρά το πλευρό του εχθρού. Κατά την 4ην Οκτωβρίου (21 Σεπτεμβρίου π. ημ.) η Ρωσσία απηύθυνε προς αυτούς τελεσίγραφον: Τους έδιδεν είκοσι τέσσαρας ώρας δια να εκδηλωθούν (μετά ποίου θα ηγωνίζοντο). Οι Βούλγαροι διεμαρτυρήθησαν εντόνως περί της καλής πίστεώς των… και κατά την 12ην Οκτωβρίου (29ην Σεπτεμβρίου π. ημ.) διέβησαν τα σύνορα της Σερβίας. Αι υπηρεσίαι πληροφοριών των Συμμάχων, είχον εμφανίσει σοβαράς ελλείψεις κατά την πλέον κρίσιμον στιγμήν...».

 

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com

 


Το σχέδιο του Φιλικού αρχηγού και υπερασπιστή της Μακεδονίας, Εμμανουήλ Παπά, για κατάληψη της Θεσσαλονίκης αμέσως μετά την άφιξή του στη μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους, στις 23 Μαρτίου του 1821, μπορεί να φαντάζει ουτοπικό αλλά σε εκείνη τη χρονική συγκυρία δεν ήταν ανέφικτο. Άλλωστε από τον Μάιο του 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς ζητούσε τη συνδρομή μοίρας του ελληνικού στόλου, που είχε ήδη συγκροτηθεί τον Απρίλιο του 1821. Τα τείχη της πόλης ήταν σε άθλια κατάσταση. Η τελευταία πολιορκία της πόλης έγινε από τους ίδιους του Οθωμανούς το 1430. Η Θεσσαλονίκη δεν πολιορκήθηκε και δεν απειλήθηκε μέχρι την περίοδο της επανάστασης στη Μακεδονία το 1821.

Από τη μαζική παραγγελία πολεμοφοδίων, που έγινε προς την Υψηλή Πύλη τον Σεπτέμβριο του 1821, αποδεικνύεται ότι τα 5 φρούρια των τειχών δεν είχαν επαρκή εξοπλισμό. Από αναφορά του Μπαϊράμ πασά προς τον Σουλτάνο μαθαίνουμε ότι η στρατιά του καθυστέρησε αρκετές ημέρες για να καταπνίξει την εξέγερση των χωριών στην ανατολική Θράκη. Τραγική ειρωνεία, αυτή η καθυστέρηση ωφέλησε μεν την επανάσταση στον Μοριά, αλλά ως χρονική συγκυρία λειτούργησε καταστρεπτικά για την πορεία του Εμμανουήλ Παπά προς τα τείχη της ακρόπολης της Θεσσαλονίκης μέσω των περιοχών Ρεντίνας, Ζαγκλιβερίου, Χορτιάτη.

Στις 13 Ιουνίου 1821, στα στενά της Ρεντίνας οι επαναστάτες έπεσαν πάνω στον κύριο όγκο των δυνάμεων του Μπαϊράμ πασά που όδευαν προς τη Θεσσαλονίκη με τελικό προορισμό τον Μοριά. Όπως έγραψε στην αναφορά του ο ίδιος ο Μπαϊράμ πασάς, διατάχθηκε να καταπνίξει και την επανάσταση στη Χαλκιδική. Μόλις τον Αύγουστο του 1821, ένα τμήμα των δυνάμεων του Μπαϊράμ πασά έφθασε στα Βασιλικά Φθιώτιδας όπου νικήθηκαν κατά κράτος από τους οπλαρχηγούς της ανατολικής Στερεάς.



Στη γνωστή και μοναδική φωτογραφία του παραλιακού τείχους της Θεσσαλονίκης, της δεκαετίας του 1860, μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά ότι ήταν σε άθλια κατάσταση. Η εικόνα του παραλιακού τείχους δεν διέφερε και πολύ την εποχή της Επανάστασης. Μία μοίρα 15-20 πολεμικών πλοίων, των 16-18 κανονιών το καθένα, θα είχε κονιορτοποιήσει το παραλιακό τείχος και το μεγαλύτερο μέρος της πόλης κάτω από την Εγνατία. Ο επί σειρά ετών Γάλλος πρόξενος στην προεπαναστατική περίοδο Κουζινερύ, μας άφησε παρακαταθήκη απεικονίσεις από τα τείχη και το εσωτερικό της πόλης, με φανερά τα σημάδια της παρακμής και της εγκατάλειψης.

Την αψίδα του Γαλερίου ο Κουζινερύ την αναφέρει ως «αψίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου». Ίσως γιατί ο πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος Χλωρός, ήταν μέλος της Πρώτης Τετραρχίας που διοικούσε τότε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Η έναρξη της επανάστασης στη Χαλκιδική και η διαφαινόμενη απειλή για την πόλη της Θεσσαλονίκης θορύβησε, μεταξύ άλλων, και το γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης καθώς οι Γάλλοι επιθυμούσαν διακαώς να υπερισχύσουν στον εμπορικό ανταγωνισμό με τους Άγγλους και τους Αυστριακούς. Η κατάσταση ήταν τεταμένη και προεπαναστατικά λόγω της πειρατείας στον Θερμαϊκό και μέχρι τις Βόρειες Σποράδες. Οι τούρκοι δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την προστασία των εμπορικών πλοίων. Ο πλους προς και από τη Θεσσαλονίκη γινόταν μετ’ εμποδίων.

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ

Οι Γάλλοι απέδιδαν μεγάλη σημασία στη Θεσσαλονίκη για τη διείσδυσή τους στο εμπόριο της Ανατολής αλλά και στη βαλκανική ενδοχώρα. Ήδη, από το 1685 είχε ιδρυθεί το γαλλικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη με πρώτο πρόξενο τον γιο του εξέχοντος οικονομολόγου υπουργού του Λουδοβίκου 14ου, του Ζαν Μπαπτίστ Κολμπέρ (Jean Baptiste Colbert). Ο πρώτος πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη είχε το ίδιο ακριβώς όνομα με τον πατέρα του, Ζαν Μπαπτίστ Κολμπέρ.

Ο Felix Beaujour (Φελίξ Μποζούρ) είχε πρωτοδιοριστεί πρόξενος στη Θεσσαλονίκη το 1794, μετά την ταραχώδη περίοδο που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, σε μία προσπάθεια της Γαλλικής κυβέρνησης να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και να ξαναπάρει πίσω ένα κομμάτι του εμπορίου της πόλης που είχε περάσει στα χέρια των Ελλήνων και των Εβραίων.

Όμως αυτή η προσπάθεια της Γαλλίας για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους στο εμπόριο της Ανατολής δεν κράτησε για πολύ. Με το ξέσπασμα των Ναπολεόντειων πολέμων η κατάσταση επανήλθε στην πρότερη επαναστατική οπισθοδρόμηση, και μάλιστα οι Έλληνες πλοιοκτήτες επωφελούμενοι της αναταραχής στην Ευρώπη είχαν εξασφαλίσει ένα σημαντικό κομμάτι του θαλάσσιου εμπορίου. Μόνον μετά τη λήξη της τυχοδιωκτικής εκστρατείας του Ναπολέοντα, την Παλινόρθωση της μοναρχίας και το συνέδριο της Βιέννης το 1814 αρχίζει και πάλι η προσπάθεια για να επανέλθει το γαλλικό εμπόριο στην Ανατολή στην παλιά του αίγλη. Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν πλέον καθόλου εύκολα.

«…Οι αποβάθρες είναι γεμάτες εμπορεύματα. Πλήθος ανθρώπων απασχολούνται στα πλοία και τις αποθήκες, ενώ τα παζάρια είναι πλήρως εφοδιασμένα και μονίμως γεμάτα με αγοραστές και πωλητές. Στην πραγματικότητα στον τομέα αυτό απασχολούνται κυρίως Έλληνες και Εβραίοι άνθρωποι πάντα έτοιμοι να αρπάξουν κάθε ευκαιρία που μπορεί να παρουσιαστεί στο εμπόριο και πάντα εφευρετικοί στην αντιμετώπιση και την υπερνίκηση της πολιτικής καταπίεσης, υπό την οποία εργάζονται. Την περίοδο που επισκεφθήκαμε τη Θεσσαλονίκη η τεράστια και ξαφνική εισροή εμπορευμάτων σε αυτό το λιμάνι παρείχε μία ιδιαίτερα ευνοϊκή ευκαιρία…».




Μετά την παραίτηση του Ταλλεϋράνδου από το υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας, ο Λουδοβίκος ΙΗ΄ ανέθεσε την προεδρία της κυβέρνησης και το υπουργείο Εξωτερικών στον Αρμάνδο-Εμμανουέλ ντε Ρισελιέ. Η θητεία του Ρισελιέ διήρκησε από τις 26 Σεπτεμβρίου του 1815 έως και τις 29 Δεκεμβρίου 1818. Το υπουργικό συμβούλιο του Ρισελιέ ήταν βεβαίως υπέρ της παλινόρθωσης και εναντίον κάθε μορφής βοναπαρτισμού και ρεπουμπλικανισμού. Το υπουργείο Εσωτερικών είχε δοθεί στον υπερ-μοναρχικό κόμη του Βομπλάν. Οι πολιτικές εξελίξεις μετά τις εκλογές του 1816 και του 1817 οδήγησαν τον Ρισελιέ στην παραίτηση, ιδιαιτέρως μετά τη σύγκρουσή του με τον υπουργό της Αστυνομίας Ελιά Ντεκάζ, έναν φιλελεύθερο «συνταγματικό» δημοφιλή πολιτικό την περίοδο της παλινόρθωσης των βουρβόνων.

Ας δούμε, τι έγραφε ο Ρισελιέ το 1817 προς τον Λουδοβίκο ΙΗ΄ σχετικά με τις προσπάθειες επανάκαμψης του γαλλικού εμπορίου στην Ανατολή και τον διορισμό του Μποζούρ:

«Το εμπόριο της Ανατολής μου φάνηκε ότι έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο μίας ειδικής μελέτης για το ενδιαφέρον που η Μεγαλειότητάς σας επιδεικνύει σε όλα όσα συνεισφέρουν στην ευημερία του βασιλείου… Στις σχέσεις της μ’ αυτή τη χώρα, η Γαλλία είχε βρει τα πρώτα στοιχεία της παλιάς της ευημερίας, και φαίνεται ότι είναι ακόμη εκεί που οφείλει να αναζητήσει τα μέσα για να την επαναφέρει. Αλλά για να ανοίξουμε εκ νέου το δρόμο στους εμπόρους μας και τους εξερευνητές μας, θεωρώ ως ουσιώδες να σταλεί επιτόπου ένα φωτισμένο άτομο για να αντλήσει από εκεί τις απαραίτητες πληροφορίες χωρίς τις οποίες θα είναι αδύνατον να επιχειρήσουμε με επιτυχία… Πριν την επανεγκατάσταση, θα πρέπει να γνωρίζουμε και να εκτιμήσουμε τις αλλαγές που θα μπορούσε να έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 χρόνων στη γενικότερη κατάσταση στην Ανατολή ώστε να αξιολογήσουμε τις τροποποιήσεις που θα πρέπει να υποστεί το παλιό πλάνο, το οποίο δεν μπορεί να τεθεί αμέσως σε λειτουργία παρά με την άμεση παρέμβαση ενός ανώτερου εμπορικού πράκτορα εφοδιασμένου με όλες τις απαραίτητες εξουσίες για το σκοπό αυτό».

Ο διορισμός του Μποζούρ στα 1817 ως «γενικός επιθεωρητής του εμπορίου στην Ανατολή» γίνεται λοιπόν υπό το πρίσμα της επικυριαρχίας του γαλλικού εμπορίου ή υπό την αίρεση να καταστεί τουλάχιστον ανταγωνιστικό του αγγλικού και αυστριακού εμπορίου.

«Οι οδηγίες που παίρνει ο παλιός πρόξενος της Θεσσαλονίκης δείχνουν τη βούληση της Παλινόρθωσης, μέσω της εντολής αποστολής του υπουργού Εξωτερικών, να κλείσει την τελευταία περίοδο και να επανέλθει σε μία προηγούμενη κατάσταση, αυτήν της ‟παλιάς ευημερίας”. Αυτή η αποστολή αναδεικνύεται μέσα από το κείμενο των ‟γενικών οδηγιών για τους προξένους της Γαλλίας στις χώρες του εξωτερικού”, της 8ης Αυγούστου 1814. Αυτό το κείμενο έχει ως σκοπό την επανασύνδεση με το παρελθόν με βάση το βασιλικό διάταγμα του Ιουνίου του 1781, το πλάνο της 3ης Μαρτίου 1781 και των οδηγιών της 6ης Μαΐου 1781. Επιμένει ιδιαίτερα στην προώθηση του εμπορίου, για το οποίο ο Φρανσουά Μποτού θρηνολογεί, ακόμη και στα 1818, ως «η υπογονιμότητα». Ο Μποζούρ επιθεωρεί τη Θεσσαλονίκη αμέσως μετά τη Σμύρνη, κάτι που δείχνει ότι η Σκάλα δεν έχει χάσει τίποτα από το ενδιαφέρον της για τη Γαλλία, με τη Θεσσαλονίκη να διατηρεί την εικόνα ενός μεγάλου λιμανιού της Ανατολής μέσα στα παριζιάνικα γραφεία της κεντρικής διοίκησης».


Την εποχή εκείνη οι «Σκάλες» της Θεσσαλονίκης, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο θαλάσσιο εμπόριο της Ανατολής. Η Θεσσαλονίκη είχε καταστεί σταδιακά η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης ίσως ξεπερνά στην παρούσα φάση τις εβδομήντα χιλιάδες ψυχές. Έχω ακούσει ότι εκτιμάται σε ενενήντα χιλιάδες, αλλά στην εκτίμηση αυτή φαίνεται ότι υπάρχει κάποια υπερβολή. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο αριθμός των κατοίκων είχει αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω της διεύρυνσης του εμπορίου της περιοχής και εν μέρει λόγω της εγκατάστασης πλήθους μεταναστών, που έχουν καταφύγει εδώ για να αποφύγουν την εξουσία ή την εκδίκηση του Αλή Πασά. Ο πληθυσμός αποτελείται από τέσσερις ξεχωριστές τάξεις: Τούρκους, Έλληνες, Εβραίους και Φράγκους… Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των ελληνικών οικογενειών στη Θεσσαλονίκη είναι περίπου δύο χιλιάδες. Το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού ασχολείται με το εμπόριο και πολλοί από τους Έλληνες εμπόρους που κατοικούν εδώ έχουν αποκτήσει σημαντικές περιουσίες από αυτή την πηγή. Το εμπόριο που διεξάγουν είναι ως έναν βαθμό εξαρτημένο από το εμπόριο των Φράγκων εμπόρων της Θεσσαλονίκης, αλλά επιπροσθέτως διατηρούν ισχυρούς και ανεξάρτητους δεσμούς με τη Γερμανία, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Μάλτα και με διάφορες περιοχές της Ελλάδας».

Ενώ, λοιπόν, οι Έλληνες κατείχαν ένα σημαντικό κομμάτι του εμπορίου τόσο μέσα στην πόλη όσο και στο θαλάσσιο εμπόριο, η εκπροσώπηση του γαλλικού εμπορίου στη «σκάλα» της Θεσσαλονίκης είχε υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό. Η έκθεση του Μποζούρ είναι σαφής:

«Η Σκάλα στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ υποβαθμισμένη απ’ ότι ήταν πριν είκοσι χρόνια. Από τους 10 εμπορικούς οίκους που υπήρχαν δεν έχουν μείνει παρά τέσσερις, και αυτοί οι τέσσερις οίκοι δεν κάνουν σχεδόν τίποτα. Οι Έλληνες έχουν καταλάβει το εμπόριο της Μασσαλίας και οι Γάλλοι δεν θα το ξαναβρούν ποτέ εάν η κυβέρνηση δεν πάρει κάποια μέτρα για να το απαγορέψει στους ξένους ή τουλάχιστον να τους απομακρύνει… Το Λιβόρνο και η Μάλτα φαίνεται ότι έχουν αντικαταστήσει τη Μασσαλία στο εμπόριο της Θεσσαλονίκης, αλλά αυτό έγινε γιατί αυτά τα δύο μέρη έγιναν, εξαιτίας του πολέμου, η αποθήκη της Αγγλίας. Το Λιβόρνο πιθανόν να διατηρήσει ένα μέρος του εμπορίου καθώς υπάρχουν καταναλωτές στις γύρω περιοχές αλλά η Μάλτα, που δεν έχει, ανθίζει μόνο σε περιόδους πολέμου όπως το Σεντ Τόμας και το Λε Κρουά στις Αντίλλες. Αυτή η τόσο πολυσύχναστη αποβάθρα δεν πρέπει να μείνει στη σκιά στη Γαλλία. Αλλά γενικώς το εμπόριο της Θεσσαλονίκης και όλης της ευρωπαϊκής Τουρκίας μειώνεται παρά αυξάνεται επειδή αυτή η χώρα γίνεται φτωχότερη αντί να γίνεται πλουσιότερη».

Ωστόσο, ο Μποζούρ προτείνει λύσεις για την αναγέννηση του εμπορίου. Επαναλαμβάνει κυρίως τα παράπονα των τεσσάρων εμπορικών οίκων που παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη: Oddo et Cie, Reboul et Cie, Fouquier et Giublich et Cie, Masse et Aubanel et Cie. Στα 1817 μόνον οι Mass και Oddo διέθεταν τις απαραίτητες διαπιστεύσεις. Ο πρώτος χρεοκόπησε και εξαφανίστηκε, και ο ίδιος και ο εμπορικός του οίκος στα 1819. Ο δεύτερος έχασε τις εγγυήσεις στα 1821.

Οι Γάλλοι έμποροι της Θεσσαλονίκης, όπως και στη Σμύρνη, εκτιμούν ότι γραφειοκρατικά και οικονομικά προβλήματα αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη του εμπορίου και την επίτευξη των στόχων της γαλλικής κυβέρνησης. Οι γενικές διαπιστώσεις είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των εμπόρων (όσων είχαν απομείνει) και του γαλλικού προξενείου. Το κλίμα δεν ήταν καθόλου ευνοϊκό αλλά είχε αρχίσει τουλάχιστον η προσπάθεια για την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης.

Και ενώ η κεντρική διοίκηση στο Παρίσι αρχίζει την προσπάθεια για να ξαναβρεί το γαλλικό εμπόριο στην Ανατολή την παλιά του αίγλη, υποτροπιάζει και πάλι την περίοδο 1821-1822 με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης:

«Το γεγονός αυτό οφείλεται στα τραγικά γεγονότα της Τουρκίας που ακολούθησαν την εξέγερση των Ελλήνων… Όλες οι εμπορικές πράξεις της πόλης μας και όλες οι αναφορές προς τα έξω είχαν ανασταλεί κατά τη διάρκεια των πρώτων εχθρικών κινήσεων των ύπουλων Ελλήνων».

Εντύπωση προκαλεί η κατά κόρον χρησιμοποίηση της γαλλικής λέξης perfide που αποδίδει την έννοια του ύπουλου και παρανόμου.

Στην επιστολή του αυτή, που απευθύνει στο εμπορικό επιμελητήριο της Μασσαλίας, ο Ρεμπούλ απηχεί τις οθωμανικές απόψεις για την ελληνική εξέγερση το τέλος της οποίας πιστεύει ότι θα έρθει πολύ γρήγορα. Η ελληνική επανάσταση έχει πράγματι ποικίλες συνέπειες στο εμπόριο της Θεσσαλονίκης. Παρ’ όλα αυτά, οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις, παρά τις βιαιότητες, έχουν μικρή επίδραση στο εμπόριο. Τον Απρίλιο του 1822, ο ίδιος ο Μποτύ δείχνει πολύ ικανοποιημένος από το γαλλικό εμπόριο, το οποίο ευνοείται από τον θάνατο ή την αναχώρηση, εθελοντική από κάποιους, επιβαλλόμενης σε κάποιους άλλους, ενός μέρους των Οθωμανών χριστιανών της πόλης. Ο Γάλλος πρόξενος απλώς λυπάται για την έλλειψη πρωτοβουλιών των Γάλλων που θα μπορούσαν, κατά την άποψή του, να σπρώξουν το πλεονέκτημά τους πολύ περισσότερο και να ξεπεράσουν τους Αυστριακούς.

Εν κατακλείδι, στη Θεσσαλονίκη είχε αποδεκατιστεί ο ελληνικός πληθυσμός, η πόλη είχε γίνει τόπος μαρτυρίου για τους αιχμαλώτους από τη Χαλκιδική και τη Νάουσα, αλλά ο Μποτύ έδειχνε ικανοποιημένος για την ανάκαμψη του γαλλικού εμπορίου ελλείψει των καρατομημένων Ελλήνων ανταγωνιστών!

 


(Σημ.: Βιβλιογραφία και πηγές δεν αναγράφονται για ευνόητους λόγους. Αυτά και άλλα πολλά, με πλήρη βιβλιογραφία και πηγές, για την επανάσταση του 1821 στη Μακεδονία στον τόμο «Η Επανάσταση του 1821 και ο Εμμανουήλ Παπάς», εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2021).

 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

25η ΜΑΡΤΙΟΥ 2026: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΗΣΕ!

Η αντίδραση του σουλτάνου μέσα από τα τουρκικά αρχεία.

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com



Η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης της Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821 ξεκίνησε στο Ιάσιο της Μολδαβίας, στις 24 Φεβρουαρίου 1821, από τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη με τη δημοσιοποίηση της ιστορικής προκήρυξης του «εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου» με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»:

«Η ώρα ήλθεν, ώ Άνδρες Έλληνες!… Η Ευρώπη προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς απορεί διά την ακινησίαν μας, ας αντιχήσωσι λοιπόν όλα τα Όρη της Ελλάδος από τον Ήχον της πολεμικής μας Σάλπιγγος, και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των Αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάση τας ανδραγαθίας μας, οι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλωσι φύγει απ’ έμπροσθέν μας… Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, διά να υψώσωμεν το σημείον, δι ού πάντοτε νικώμεν: λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών Καταφρόνησιν… Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ώ Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος, και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι διά να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν, και απέθανον εκεί! Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμινώνδα Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου, και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδα, και των τριακοσίων οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου».

Ο Υψηλάντης διέβη τον Προύθο και ξεκίνησε την Επανάσταση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες νωρίτερα των αρχικών σχεδιασμών για να προλάβει διαλυτικά φαινόμενα στις τάξεις των επαναστατών καθώς είχαν αρχίσει οι διαρροές, από πολλαπλές πηγές, εν όψει της επικείμενης εξέγερση. Η εξέλιξη των γεγονότων τον δικαίωσε διότι εάν περίμενε ένα μήνα ακόμη, η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία πιθανόν να μην είχε ξεσπάσει, και κατ’ ακολουθία ούτε και οι εξεγέρσεις στη Μακεδονία, τη Στερεά και την Πελοπόννησο.

Οι «συμμαχίες» στις οποίες ο Υψηλάντης στήριξε σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες του για επιτυχία του Κινήματος αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες. Ο Βλάχος αρχηγός Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου, ηγέτης μίας κατ’ επίφαση αγροτικού και κοινωνικού τύπου εξέγερσης εναντίον της εξουσίας των Φαναριωτών στην περιοχή, όχι μόνον δεν συνεργάστηκε αλλά εμφάνισε και ύποπτη συμπεριφορά από τη συνάντησή του κιόλας στο Βουκουρέστι με τον Γεωργάκη Ολύμπιο. Από την πλευρά του, και ο σέρβος ηγέτης Μίλος Ομπρένοβιτς αρνήθηκε, ουσιαστικά, να συμπράξει σε μία ταυτόχρονη εξέγερση κωλυσιεργώντας να δώσει απάντηση στις αιτιάσεις του Υψηλάντη.

Μάλιστα, ο Ομπρένοβιτς έγινε η αιτία να συλληφθεί από τους Τούρκους του Βελιγραδίου και να βρει φρικτό θάνατο ο Φιλικός Αριστείδης Παπάς. Από τα πιο ενεργά μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ο Αριστείδης Παπάς εφοδιασμένος με εμπιστευτικά έγγραφα είχε λάβει εντολή να συναντηθεί με τον Ομπρένοβιτς για συνεννοήσεις σχετικά με την επανάσταση. Ο Ομπρένοβιτς κράτησε αρνητική στάση παρά την επιστολή που του έστειλε στη συνέχεια ο Γεωργάκης Ολύμπιος.


«Η εισβολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη διεδόθη ταχέως εις την Ευρώπην. Ο καγκελλάριος της Αυστρίας πρίγκηψ Μέττερνιχ, θιασώτης του δόγματος του status quo, επέτυχε να πείση τον διστακτικόν Τσάρον Αλέξανδρον τον Α΄ ότι η επανάστασις των Ηγεμονιών ήτο συναφής με τα δημοκρατικά κινήματα των καρμπονάρων και των κομουνέρος εις την Ιταλίαν και την Ισπανίαν και ότι, αν ο Ρώσος αυτοκράτωρ άφηνε να υπονοηθή ότι ο πρώην υπασπιστής του Αλέξανδρος Υψηλάντης ετύγχανε της συγκαταθέσεώς του εις την επανάστασιν των ρουμανικών πριγκηπάτων, το θράσος των απανταχού της Ευρώπης επαναστατικών στοιχείων θα υπερέβαινε παν όριον. Η ευρωπαϊκή απολυταρχία δεν ηνείχετο τα δημοκρατικά κινήματα και ηδιαφόρει τελείως εις πάσαν απελευθερωτικήν κίνησιν των υποδούλων λαών, την οποίαν προσεπάθει να καταπνίξη εν τη γενέσει της. Ιδιαιτέρως ο αναπληρωτής του Αυστριακού καγκελλαρίου βαρώνος φον Στούρμερ κατεφέρετο διαρκώς κατά του ελληνικού επαναστατικού κινήματος. Ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας, παρασυρθείς εκ των εισηγήσεων του Μέττερνιχ, απεκήρυξε δημοσία τον Υψηλάντην. Αλλά και ο Οικουμενικός πατριάρχης εξηναγκάσθη υπό της Πύλης να εκδώση αφορισμόν κατά του Υψηλάντη και της ελληνικής εξεγέρσεως…». (Βασδραβέλλης).

Υπήρξε μία διαβάθμιση στην πρώτη αντίδραση της Υψηλής πύλης, που πολύ σύντομα μετατράπηκε σε φετβά «να ενεργηθή σφαγή κατά της φυλής ταύτης». Σε σουλτανικό φιρμάνι προς όλους τους πασάδες, ιεροδίκες, μολλάδες της οθωμανικής επικράτειας «της δεξιάς και της αριστερής πλευράς του αριστερού βραχίονος της Ρούμελης», της 4 Απριλίου 1821 (οθωμανικό έτος αρχάς Ρετζέπ 1236), αναφέρονται τα εξής:

«…ο υιός του φυγάδος Υψηλάντου Αλέξανδρος ακούσας ότι κακοποιοί τινες εν Βλαχία απετόλμησαν να στασιάσουν και ευρών ως κατάλληλον την ευκαιρίαν να θέση εις εφαρμογήν τα καταχθόνια και προδοτικά σχέδια, με τα οποία εμφορείται ένεκα του μοχθηρού του χαρακτήρος, συνεκέντρωσε περί εαυτόν μερικά ερπετά… Διένειμον απανταχού έγγραφα και προκηρύξεις, διαλαμβανούσας ότι το κίνημα τούτο είναι δήθεν εθνικόν και άλλα ποικίλα μυθεύματα και ασυναρτησίας, έχοντες ούτω την πεπλανημένην αξίωσιν, ότι διεγείρουν εις επανάστασιν το έθνος… Να διορίσητε εμπίστους και πεπειραμένους υπαλλήλους εις τους πορθμούς και τας διαβάσεις, οι οποίοι να κατοπτεύουν τα πρόσωπα, άτινα ήθελον διέλθει μετημφιεσμένα με επαναστατικά έγγραφα των ληστών τούτων προς τους ραγιάδες, και να μην επιτραπή επί του προκειμένου ουδεμία παράβλεψις και αμέλεια, αλλά να συλληφθούν… να καταβάλητε από κοινού την δέουσαν προσοχήν και επιμέλειαν όπως εκτελέσητε την υψηλήν αυτοκρατορικήν προσταγήν Μου, απέχοντες πάσης αντιθέτου ενεργείας…».



Τον Απρίλιο του 1821 η επανάσταση είχε φουντώσει σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στον Μοριά και στην Χαλκιδική με τον Εμμανουήλ Παπά. Είχαν ξεσηκωθεί οι αρματολοί της ανατολικής Στερεάς. Στην Κωνσταντινούπολη οι Ρωμιοί ζούσαν την απόλυτη τρομοκρατία. Το επόμενο σουλτανικό φιρμάνι είναι διαφωτιστικό γιατί μας αποκαλύπτει τις πληροφορίες που είχε η Υψηλή πύλη για τη χρονική σειρά εκδήλωσης της Επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο. Πρόκειται για φιρμάνι της 3ης Μαΐου 1821 (τέλη του οθωμανικού έτους Ρετζέπ 1236), που απευθύνεται κυρίως στον Χουρσήτ πασά και στους ιεροδίκες και ιεροδικαστές:

«Ενδοξώτατε στρατάρχα, βαλή της Ρούμελης, επόπτα των ντερβενίων, ανεξάρτητε αρχιστράτηγε της περιφερείας Ιωαννίνων και πρώην μεγάλε βεζύρη Μου Χουρσήτ Αχμέτ πασά, αυξηθήτω η δόξα σου… Άμα τη αφίξει του παρόντος αυτοκρατορικού φιρμανίου Μου έστω υμίν γνωστόν ότι περιήλθεν εις γνώσιν Μου εκ πληροφοριών, αναφορών και εκκλήσεων ότι η εκδηλωθείσα εσχάτως εν Βλαχία και Μολδαβία ανταρσία, διαδοθείσα εις τα πέριξ, προεκάλεσε την έκρηξιν επαναστάσεως εκ μέρους πλείστων ραγιάδων της Πελοποννήσου και την εξέγερσιν των ραγιάδων καζάδων τινών της Ευβοίας, την Άλωσιν της Αμφίσσης και την εν γένει αναταραχήν της πέραν της Θεσσαλονίκης κειμένης χώρας και ότι οι μουσουλμάνοι, οι πεσόντες εις χείρας των απίστων επαναστατών, περιεβλήθησαν το τίμιον ένδυμα του εθνομάρτυρος. Επειδή δε απεδείχθη ότι οι ανόσιοι σκοποί της ουτιδανής φυλής των Ελλήνων αποβλέπουν εις την γενικήν εξέγερσιν, ίνα, ό μη γένοιτο, καταπατήσουν και ει δυνατόν εξαφανίσουν παντελώς το μωαμεθανικόν έθνος, όντες προς τούτο σύμφωνοι μεταξύ των, η δε αποτόλμησις τοιούτων ενεργειών εκ μέρους των τοσούτων ευεργεσιών και χαρίτων υπό του κράτους Μου τυχόντων ραγιάδων είναι άντικρυς αντίθετος προς τας υποχρεώσεις της υποτελείας, ευνόητον καθίσταται ότι τους τοιούτους επαναστάτας δέον να χαρακτηρίσωμεν ως απίστους εχθρούς, εφαρμόζοντες κατ’ αυτών τας διατάξεις περί πολεμίων. Δι’ ό, προκαλέσαντες σχετικόν ιερονομικόν φετβάν δι’ ερωτήσεως: “εάν οι υποτελείς κάτοικοι πόλεώς τινος του Ισλάμ, παύοντες εντελώς να υπακούουν εις τας διαταγάς του αρχηγού των πιστών, επιχειρήσουν πόλεμον κατ’ αυτού, δολοφονούντες τους πιστούς του Ισλάμ, και καταστούν τοιουτοτρόπως εμφανώς πολέμιοι αυτού, επιτρέπεται κατά τον Ιερόν νόμον να λαφυραγωγηθούν αι περιουσίαι αυτών και να εξανδραποδισθούν αι σύζυγοι και τα τέκνα αυτών;”, λαβόντες δε καταφατικήν απάντησιν, εξεδώσαμεν υψηλόν αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, επιτρέπον την λαφυραγώγησιν των περιουσιών των επαναστατησάντων ραγιάδων και τον εξανδραποδισμόν των συζύγων και των τέκνων αυτών».



Την αμέσως επόμενη ημέρα, στις 4 Μαΐου 1821 (αρχές Σιαμπάν 1236), με αυτοκρατορικό φιρμάνι προς τον ιεροδίκη Θεσσαλονίκης και τον «καπουτζήμπαση» της Υψηλής πύλης και μουτεσελίμη του σαντζακίου Θεσσαλονίκης, Γιουσούφ μπέη, οριστικοποιείται ο ιερός πόλεμος εναντίον «του κακοποιού έθνους των Ελλήνων».

«Μόλις φθάση το υψηλόν αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, έστω γνωστόν ότι περιττεύει να δηλωθή ότι άπαν το κακοποιόν έθνος των Ελλήνων είναι σύμφωνον και ηνωμένον, ίνα καταδολιευθή και προδώση το μωαμεθανικόν κράτος και το ως επίκλησιν το ‟Μπεσμελέ” έχον έθνος των μουσουλμάνων. Μετέδωσαν πανταχού τον σπινθήρα του κακού και της επαναστάσεως, κατά τας ημέρας δε ταύτας ενεφανίσθησαν εις την Άσπρην θάλασσαν και πειρατικά τινα πλοία, τα οποία προξενούν βλάβας και καταστροφάς εις τα διερχόμενα πλοία των μουσουλμάνων. Επανεστάτησαν και εξηγέρθησαν, ακολουθούντες τούτους, και οι ραγιάδες των Κυδωνιών, Μοσχονήσων και Σάμου. Κατέστη όθεν καταφανές ότι με την επιδειχθείσαν πλέον κακίαν και ατιμίαν κατά του έθνους ημών πρέπει να εγκαταλείψωμεν τους λόγους… Εξεδόθη τότε ιερός φετβάς με την απάντησιν: “Ναι, δύναται”. Εδημοσιεύθησαν όθεν και απεστάλησαν εις την Ρούμελην και τα λοιπά μέρη υψηλά αυτοκρατορικά φιρμάνιά Μου, χορηγούντα την άδειαν όπως κτυπηθούν οι επαναστατήσαντες ραγιάδες… Μόλις φθάση τούτο, γνωρίσατε ότι ο προκείμενος αγών είναι αγών υπέρ πίστεως, μη παραβαλλόμενος προς άλλον τινά… μη χρονοτριβήτε… αλλά σύροντες κατ’ αυτών αμέσως το ξίφος και συμφώνως με την άδειαν του ιερού σεριάτ, πατάξατε και εξοντώσατε τους επαναστατούντες ραγιάδες, συλλάβετε και αιχμαλωτίσατε τας γυναίκας και τα παιδία των και λεηλατήσατε και λαφυραγωγήσατε τας περιουσίας και τα υπάρχοντά των, εις τρόπον ώστε να παραδειγματισθούν οι ραγιάδες των άλλων μερών…».

 

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

1933: Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ


Το δυσώδες πολιτικό κλίμα που δημιουργήθηκε 

από τα δύο βενιζελικά κινήματα του 1933 και του 1935.


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ 
      booksonthesites.blogspot.com





Η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου, στις 6 Ιουνίου 1933, εκδηλώθηκε μέσα στο δυσώδες πολιτικό κλίμα που είχε δημιουργήσει το γελοίο κίνημα του Πλαστήρα την επομένη των εκλογών της 5ης Μαρτίου 1933. Πριν την απόπειρα, ο Μεταξάς είχε καταθέσει πρόταση στη βουλή για την ποινική δίωξη του Βενιζέλου ως υπεύθυνου για το κίνημα Πλαστήρα. Η συζήτηση ορίστηκε για τις 15 Μαΐου 1933. Μία φράση του Βενιζέλου στην ομιλία του περί «στρατηγού επαναστάτη, ο οποίος προσέφερε μεγάλας υπηρεσίας εις τον τόπον» προκάλεσε πανδαιμόνιο στη βουλή, καθώς μοιραία έφερνε στο νου των βουλευτών του Λαϊκού Κόμματος τη μαζική δολοφονία των Έξι, τον Νοέμβριο του 1922, από την «επαναστατική» επιτροπή του Πλαστήρα.

Η δίκη των υπαιτίων της δολοφονικής απόπειρας κατά Βενιζέλου ξεκίνησε στις 22 Φεβρουαρίου 1935 αλλά δεν τελείωσε ποτέ γιατί κατά τη διάρκεια της δίκης εκδηλώθηκε το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935!  Είχαν κατηγορηθεί συνολικά 18 άτομα ως ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί. Μεταξύ των ηθικών αυτουργών ήταν ο διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας Ιωάννης Πολυχρονόπουλος, και ο διευθυντής της Ειδικής Ασφαλειας Αργ. Δικαίος!




Επικεφαλής των φυσικών αυτουργών φερόταν ο λήσταρχος Γεώργιος Καραθανάσης από την Αράχοβα! Ένα «μπουμπούκι» της εποχής με αρκετές δολοφονίες στο ενεργητικό του, ο οποίος είχε λάβει αμνηστία δέκα χρόνια πριν καθώς έκανε χρήση των …ευεργετικών διατάξεων ενός νόμου του 1871 για την αμνήστευση, και μάλιστα επ’ αμοιβή, όσων συλλάμβαναν ή δολοφονούσαν επικηρυγμένους ληστές! Ο Καραθανάσης είχε σκοτώσει τρεις από το σινάφι του και έστειλε τα κεφάλια τους στον ειρηνοδίκη στην Αράχοβα! Γι’ αυτό και η Πηνελόπη Δέλτα στο ημερολόγιο με τις αναμνήσεις της είχε γράψει ότι ο λήσταρχος Καραθανάσης είχε εντολή -όταν οι δολοφόνοι θα ακινητοποιούσαν το αυτοκίνητο- να μπει μέσα και να κόψει το κεφάλι του Βενιζέλου. Είχε άλλωστε τη σχετική πείρα!

Οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί η Πηνελόπη Δέλτα στις Αναμνήσεις της αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του φανατισμού και του παραλογισμού που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Στις εφημερίδες υπήρχε μία διελκυστίνδα καταγγελιών και ύβρεων εκατέρωθεν που ενέπλεκε τους πάντες στην υπόθεση.  Η Πηνελόπη Δέλτα θεωρούσε βασικούς υποκινητές σχεδόν όλα τα στελέχη του Λαϊκού Κόμματος και ειδικά τη «φόνισσα» Λίνα Τσαλδάρη(!), ενώ τον Παναγή Τσαλδάρη τον αποκαλεί «αποσυντεθειμένο σακούλι από κόκκαλα»(!).

«Ήταν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες οι δολοφόνοι οι μυημένοι, με πίσω τους, ραχοκόκκαλο, τη Λίνα Τσαλδάρη… Ολόκληρη η κυβέρνηση, χωρίς καμιάν εξαίρεση, ήξερε και ετοίμασε τη δολοφονία, μηδέ του Μεταξά εξαιρουμένου…». (Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα, Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Ημερολόγιο – Αναμνήσεις – Μαρτυρίες – Αλληλογραφία, Επιμέλεια Π. Α. Ζάννας, Αθήνα 1978).

Θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος ότι αυτή η υπερβολική ρητορική της Πηνελόπης Δέλτα δεν προερχόταν μόνον από την λατρεία της στο πρόσωπο του Βενιζέλου, αλλά και από το γεγονός ότι εκείνο το βράδυ το ζεύγος Βενιζέλου είχε δειπνήσει στο σπίτι των Δέλτα στην Κηφισιά. Η Πηνελόπη πίστευε ότι η πληροφορία για την ημέρα του δείπνου, που ενεργοποίησε το σχέδιο της δολοφονικής απόπειρας, είχε βγει μέσα από το σπίτι της, εσκεμμένα ή όχι, από το υπηρετικό προσωπικό. Ο Βενιζέλος επισκεπτόταν συχνά το σπίτι των Δέλτα στην Κηφισιά, από την εποχή ακόμη του Εμμανουήλ Μπενάκη.

Στο δείπνο της Τρίτης, 6 Ιουνίου 1933, είχαν καθίσει, εκτός από τον Ελευθέριο και την Έλενα Βενιζέλου, ο Νίκος και η Φρονιέτα Πασπάτη, ο Αντώνης Μπενάκης, η Αλεξάνδρα Χωρέμη, ο Γεώργιος Βεντήρης και βεβαίως η Πηνελόπη Δέλτα με τον σύζυγό της Στέφανο Δέλτα και μεγάλη κόρη τους Σοφία. Το ζεύγος Βενιζέλου αναχώρησε μεταξύ 10:15 με 10:30 το βράδυ. Ο Βενιζέλος προθυμοποιήθηκε να πάρει μαζί του το ζεύγος Πασπάτη και τον Γεώργιο Βεντήρη αλλά αυτοί θεώρησαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και παρέμειναν στο σπίτι. Όπως επεσήμανε η Πηνελόπη, αν είχαν δεχθεί θα ήταν όλοι νεκροί καθώς δεν θα υπήρχε χώρος για να προφυλαχθούν μέσα στο αυτοκίνητο που δέχθηκε καταιγισμό πυροβολισμών. Ο Βενιζέλος με τη σύζυγό του είχαν ξαπλώσει στο δάπεδο του αυτοκινήτου και αυτό τους έσωσε τη ζωή.




Η Πηνελόπη, τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη, έως την ώριμη ηλικία των 40 ετών, που συμπίπτει χρονικά περίπου με τα Νοεμβριανά του 1916, υπήρξε επιφυλακτική έως επικριτική και για το πρόσωπο και για την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, αν και ο πατέρας της Εμμανουήλ Μπενάκης υπήρξε στυλοβάτης και χορηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων και της βενιζελικής πολιτικής. Σε μία ανέκδοτη επιστολή της προς τον σύζυγό της Στέφανο Δέλτα, με ημερομηνία 11 Αυγούστου 1913, αναφέρει τα εξής διαφωτιστικά:

«… Νομίζεις πώς επηρεάζομαι από κύκλους αντιβενιζελικούς και κλονίζομαι κι εγώ… αλλά, Στέφανέ μου, δεν θέλω να τον θαυμάζω σαν που τον θαυμάζει η μητέρα, που τον θεοποιεί τυφλά και λέγει προδότη κάθε άνθρωπο που αντιλέγει του Προέδρου. Θέλω απεναντίας, ν’ ακούσω όλες τις καμπάνες (σ.σ.: απόψεις) για να βγάλω σωστό συμπέρασμα και δυστυχώς δεν ακούω παρά λιβανίσματα και πολύ σπανίως μπορώ ν’ ακούσω κανένα λόγο πού να με κάνει να φαντάζομαι πώς ίσως υπάρχει και άλλη γνώμη, όχι της αντιπολίτευσης αλλά φίλων του Βενιζέλου που στενοχωριούνται με κάποιες τάσεις του Προέδρου να κάνει του κεφαλιού του χωρίς να συμβουλεύεται και εκείνους που ξέρουν καλά τα θέματα, και κάποτε κάνει και λάθη».

Δηλαδή, η Πηνελόπη Δέλτα, εκτός από ένα τεράστιο αρχείο επιστολών, μαρτυριών, εγγράφων, δημοσιευμάτων κλπ, μας άφησε παρακαταθήκη σε μερικές σειρές και ένα ουσιαστικό πολιτικό ψυχογράφημα του Βενιζέλου. Ο επιμελητής της έκδοσης των Αναμνήσεων, ο αείμνηστος Παύλος Ζάννας, αναφέρει σε υποσημείωσή του ότι υπήρχε στο αρχείο και δεύτερη επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο με προηγούμενη ημερομηνία, 9 Αυγούστου 1913.

Η μεταστροφή της Πηνελόπης δεν κάμφθηκε ούτε με την δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, στα τέλη Ιουλίου 1920 από τα βενιζελικά τάγματα ασφαλείας, αν και την περίοδο 1905-1908 είχε συνάψει, ήδη παντρεμένη μία δεκαετία και με παιδιά, μία εμμονική ερωτική σχέση με τον Δραγούμη, όταν αυτός ήταν υποπρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Στην πραγματικότητα, η Πηνελόπη Δέλτα δεν ξεπέρασε τον Ίωνα Δραγούμη έως και τον θάνατό της με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, τέλη Απριλίου του 1941. Αλλά η σκληρή ρητορική της εναντίον των αντιπάλων του Βενιζέλου ίσως οφείλεται σ’ ένα βαθμό και στην σκλήρυνση κατά πλάκας, μίας ασθένειας που την ταλαιπώρησε σωματικά ψυχικά και πνευματικά από το 1925 έως και τον θάνατό της.

Όσον αφορά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του αυτοκινήτου του Βενιζέλου και του αυτοκινήτου της συνοδείας του, δεν υπήρξε ποτέ ούτε αστυνομική, ούτε ανακριτική, ούτε δικαστική ουσιαστική διερεύνηση. Στη δίκη, που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, είχαν κληθεί 167 μάρτυρες κατηγορίας και 220 μάρτυρες υπεράσπισης.  Έτσι δεν αποδείχθηκε ποτέ ποιοι ήταν οι πραγματικοί ηθικοί αυτουργοί, και βεβαίως δεν μπορούσε να στηριχθεί επ’ ουδενί λόγω η εμμονή της Πηνελόπης Δέλτα κατά της «φόνισσας» Λίνας Τσαλδάρη. Μάλιστα, ο βιογράφος του Βενιζέλου, Δώρος Άλαστος, αποδίδει τις φήμες για την Λίνα Τσαλδάρη σε στελέχη της δεξιάς! «… Αυτές όμως είναι μόνο φήμες και πρέπει να γίνουν δεκτές ως φήμες. Το ότι η αστυνομία οργάνωσε το έγκλημα θεωρείται δεδομένο, δεν είναι όμως ακόμη σίγουρο ποια ήταν τα κίνητρα και ποιες οι δυνάμεις στα παρασκήνια…». (Βλ.: Doros Alastos, Venizelos, PatriotStatesmanRevolutionary, London, 1942, p. 265).

Στις φωτογραφίες, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά την απόπειρα δολοφονίας του σε φωτογραφίες από τις εφημερίδες της εποχής, με τα σημάδια από τις σφαίρες, και από το φάκελο της ειδικής εμπειροτεχνικής πραγματογνωμοσύνης με τους αριθμούς και τις χρωματικές ενδείξεις των ανακριτικών αρχών (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» σε ειδική έκδοση του 2009, με θέμα «Η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου 6 Ιουνίου 1933).