Ο αρχαιοελληνικός προσδιορισμός των τοπωνυμίων
Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com
«1. – Τυπικόν εμού του
σεβαστοκράτορος Ισαακίου και υιού του μεγάλου βασιλέως κυρού Αλεξίου του
Κομνηνού επί τω καινισθέντι παρ’ ημών νεοσυστάτω μοναστηρίω κατά την
πεντεκαιδεκάτην ινδικτιώνα του εξακισχιλιοστού εξακοσιοστού εξηκοστού έτους, εν
ώ και καθίδρυται το της κοσμοσωτείρας μου και θεομήτορος και εν πολλοίς
ευεργέτιδος δια μουσείου εικόνισμα. Ο δε
τόπος ούτος, εν ώ το τοιούτον θείον καθίδρυται φροντιστήριον, έρημος ανθρώπων
και οικημάτων υπήρχε παντάπασιν, όφεων μόνως και σκορπίων κατεπίθυμος και πάντη
ανώμαλος, κλάδοις αμφιλαφέσι περιστεφόμενος. Το γουν παρόν ημών τυπικόν την
ημών βούλησιν και οικονομίαν συν Θεώ επί τω τοιούτω φροντιστηρίω διαλαμβάνει
και διατάττεται, άς δήπερ και εν τη τελευταία και μυστική διαθήκη μου, ει και
μη πάσας ίσως, νυν εν αυτώ εξεθέμεθα, αναλλοίωτα διαμένειν και απαρασάλευτα τα
εν τούτω βουλόμενα εις αιώνα όπερ ημείς, καθώς είρηται, οι το θείον τούτο
καινίσαντες φροντιστήριον εξεθέμεθα πίστει ζεούση προς την ημών ευεργέτιδά τε
θεοτόκον και κοσμοσώτειραν, ην ούτως εν άπασιν αρραγή συνεργόν προκαλούμεθα,
επειδήπερ, ώ πανόπτρια παμβασίλισσα, λέξαιμι τη σή επικουρία τα του αθλίου κατά
το παρόν νοός μου γεννήματα και βουλήματα».
Ήταν ετυμολογικώς
ορατό ότι, η παλιά ονομασία «Βήρας» της πόλης των Φερών του Έβρου, παρέπεμπε
στο τοπωνύμιο «Βηρός». Πράγματι, στον «τόπο του Βηρού», το 1152, ο τριτότοκος
γιός του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκαινας - 59χρονος τότε -
Ισαάκιος Κομνηνός ίδρυσε την οχυρωμένη μονή της Θεομήτορος Παναγίας Κοσμοσωτείρας
και «Βηρός» ονομάστηκε ο οικισμός – «το
νεοίκιστον ο Βηρός προάστειον» - που δημιουργήθηκε γύρω από τη Μονή. Σύμφωνα
με το μακροσκελές Τυπικόν της μονής (polsylvira.gr), που ευτυχώς διασώθηκε, ο Ισαάκιος
δώρισε στη μονή και όλη τη γύρω περιοχή, που περιελάμβανε και άλλους οικισμούς,
ζευγολατιά και χωριά.

ΒΗΡΟΣ, ΒΗΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΛΟΣ
Η
«μετονομασία» σε Βήρας - άγνωστο αν προέκυψε συνειδητά ή από παρανόηση –
οφείλεται, σύμφωνα με μία εκδοχή, στον Βυζαντινό αξιωματούχο και ιστορικό του
12ου αιώνα Νικήτα Χωνιάτη, ο οποίος χρησιμοποίησε τη νέα ονομασία
μερικές δεκαετίες μετά την ίδρυση της μονής της Παναγίας της Κοσμοσωτείρας. Ο
Νικήτας Χωνιάτης υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της Άλωσης της Πόλης από τους
Σταυροφόρους και για το λόγο αυτό κυριότερο έργο του θεωρείται η «Χρονική διήγησις του Χωνιάτου κυρ Νικήτα
αρχομένη από της Βασιλείας Ιωάννου του Κομνηνού και λήγουσα μέχρι της Αλώσεως
της Κωνσταντινουπόλεως».
Ανεξαρτήτως
των προθέσεων του Χωνιάτη, η ονομασία «Βήρας» χρησιμοποιήθηκε τους επόμενους
αιώνες και αλλού, αλλά στη …θηλυκή εκδοχή της. Σταχυολογούμε από την «Ιστορία της Νήσου Ευβοίας από αρχαιοτάτων
χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς» (1930), του εκ Καρύστου ιατρού και λογίου Κων.
Α. Γουναρόπουλου: «Η Βήρα ής ο κάτοικος
Βηριώτης, και ής συνώνυμον και έρημον εν τω δήμω των Μεσσαπίων, και άλλο εν
Θράκη το 1395 κατά Κατακουζηνόν, έστι χωρίον του δήμου Στυρέων, απέχον της
έδρας ώρας τέσσαρας και ημίσειαν». Βεβαίως, η Βήρα (Αργυρό) της Εύβοιας
είχε κι άλλες περιπέτειες. Στις διάφορες απογραφές και καταχωρήσεις του 19ου
αλλά και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα καταχωρήθηκε ως «Βύρα», ως
«Βύρρα» αλλά και ως «Βίρα». Πολύ πιθανόν με τον ίδιο τρόπο να προήλθε και η
ονομασία της Βέροιας (Βήρια, Βέρια κλπ). Γενικότερα, επικρατεί στις μέρες μας η
άποψη ότι πρόκειται για μία τοπωνυμική ονομασία, που υποδηλώνει περιοχή ανάμεσα
σε λόφους, με αβαθή λιμνάζοντα ή τρεχούμενα νερά, αλλά η σαφής αναφορά της, από
την τοπογραφία των Φερών της εποχής του Ισαάκιου, ως «βηρός» οδηγεί στο ομηρικό
«βηλός» και όχι στα λατινογενή εκ του virar ή από τα αρβανίτικα «βίρα» κλπ.
Γιατί
οδηγούμαστε σ’ αυτό το συμπέρασμα; Βηρός ως τοπωνύμιο υπήρχε και στην περιοχή
του κάστρου της Ρεντίνας, στο κατεπανίκι της Ρεντίνας στο θέμα της
Θεσσαλονίκης: «εις την Ρεντήναν… τας Ερρυχίας, τον Βηρόν και την Κουφόπετραν…»
(Act. Kutl. 47,3). Η τοπογραφία του κάστρου της
Ρεντίνας (λόφος περιτριγυρισμένος από διακλαδώσεις ποταμών και επισυναπτόμενους
οικισμούς στα πέριξ) προσομοιάζει με την περιοχή της οχυρωμένης μονής της
Κοσμοσωτείρας. Αλλά η πλήρης τεκμηρίωση της προέλευσης της ονομασίας προέρχεται
από λίγο βορειότερα.
ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η
ανατολική Μακεδονία υπήρξε, έως και μερικούς αιώνες πριν την τουρκοκρατία, μία
εκπληκτική περιοχή με δεκάδες λίμνες, και παραπόταμους του Στρυμόνα, που
οδήγησε πολλούς κατοίκους στη δημιουργία των πασσαλόπηκτων οικισμών. Στα
τοπωνύμια και την ονοματολογία της περιοχής αυτής, ανά τους αιώνες, επιμένουν
τα γράμματα δέλτα, ρο και βήτα: «Δόβηρος», «Δόβηρες», «Δραβήσκος», «Δοβίστα» ή
«Δοβέστη», «Δοβηράνη» ή «Δοϊράνη», «Δέρρωνες», «Δάρνακες», «Δάρδανοι», “Daravescos”, «Βηρός» ή «Βουρός», «Ροδολείβος»,
«Δοβρίκεια ή Δοβροβίκεια» ή «Δοβηροβίκεια», «Όρβηλος» και «Ορβηλία»,
«Γραδήσκος», «Οβηλός», (που είναι το ομηρικό «βηλός» = το κατώφλι και δωριστί «βαλός» και θα μπορούσε κάλλιστα
να είναι «Οβηρός» εξαιτίας της απροσδόκητης αλλά συχνής ηχητικής εναλλαγής του
ρο και του λάμδα γιατί και τα δύο είναι γλωσσικά σύμφωνα π.χ. αδελφός, αδερφός,
γλήγορα, γρήγορα κλπ.).
Οι Δόβηρες ήταν μικρή, αλλά πολεμική Παιονική φυλή που κατοικούσε στις περιοχές Σερρών, Κιλκίς καί Στρώμνιτσας και έφθαναν και μέχρι
το Παγγαίο. Τους αναφέρει ο Ηρόδοτος, Ηροδότου
Ιστορίαι, Βιβλίο Ε' [5.16.1- 5.16.4] (http://www.greek-language.gr/): «οἱ
δὲ περὶ τὸ Πάγγαιον ὄρος [καὶ Δόβηρας καὶ Ἀγριᾶνας καὶ Ὀδομάντους] καὶ αὐτὴν τὴν
λίμνην τὴν Πρασιάδα οὐκ ἐχειρώθησαν ἀρχὴν ὑπὸ Μεγαβάζου. ἐπειρήθη δὲ καὶ τοὺς ἐν
τῇ λίμνῃ κατοικημένους ἐξαιρέειν ὧδε· ἴκρια ἐπὶ σταυρῶν ὑψηλῶν ἐζευγμένα ἐν μέσῃ
ἕστηκε τῇ λίμνῃ, ἔσοδον ἐκ τῆς ἠπείρου στεινὴν ἔχοντα μιῇ γεφύρῃ. [5.16.2] τοὺς δὲ σταυροὺς τοὺς ὑπεστεῶτας τοῖσι ἰκρίοισι τὸ
μέν κου ἀρχαῖον ἔστησαν κοινῇ πάντες οἱ πολιῆται, μετὰ δὲ νόμῳ χρεώμενοι ἱστᾶσι
τοιῷδε· κομίζοντες ἐξ ὄρεος τῷ οὔνομά ἐστι Ὄρβηλος κατὰ γυναῖκα ἑκάστην ὁ
γαμέων τρεῖς σταυροὺς ὑπίστησι· ἄγεται δὲ ἕκαστος συχνὰς γυναῖκας. [5.16.3] οἰκέουσι δὲ τοιοῦτον τρόπον, κρατέων ἕκαστος ἐπὶ τῶν
ἰκρίων καλύβης τε ἐν τῇ διαιτᾶται καὶ θύρης καταπακτῆς διὰ τῶν ἰκρίων κάτω
φερούσης ἐς τὴν λίμνην. τὰ δὲ νήπια παιδία δέουσι τοῦ ποδὸς σπάρτῳ, μὴ
κατακυλισθῇ δειμαίνοντες. [5.16.4] τοῖσι δὲ ἵπποισι καὶ
τοῖσι ὑποζυγίοισι παρέχουσι χόρτον ἰχθῦς· τῶν δὲ πλῆθός ἐστι τοσοῦτο ὥστε, ὅταν
τὴν θύρην τὴν καταπακτὴν ἀνακλίνῃ, κατίει σχοινίῳ σπυρίδα κεινὴν ἐς τὴν λίμνην
καὶ οὐ πολλόν τινα χρόνον ἐπισχὼν ἀνασπᾷ πλήρεα ἰχθύων. τῶν δὲ ἰχθύων ἐστὶ
γένεα δύο, τοὺς καλέουσι πάπρακάς τε καὶ τίλωνας».
Δηλαδή, «αλλά όσοι ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή
του όρους Παγγαίου [και των Δοβήρων και των Αγριάνων και των Οδομάντων] και της
λίμνης Πρασιάδας, κανένας τους δεν έπεσε στα χέρια του Μεγαβάζου. Δοκίμασε μάλιστα
να κυριέψει κι εκείνους που έχουν εγκατασταθεί στη λίμνη με τον εξής τρόπο:
έστησαν στη μέση της λίμνης μια εξέδρα που στηρίζεται σε ψηλούς πασσάλους κι
επικοινωνεί με τη στεριά με μια στενή γέφυρα· [5.16.2]
λοιπόν τους πασσάλους που υποβαστάζουν την πλατφόρμα κάποτε στα παλιά χρόνια
τούς έστησαν όλοι οι πολίτες μαζί, αλλά αργότερα τους στήνουν κρατώντας το εξής
έθιμο: καθένας τους που παντρεύεται, για κάθε γυναίκα που παίρνει κουβαλά από
το βουνό που τ᾽ όνομά του είναι Όρβηλος, τρεις πασσάλους και τους στήνει από
κάτω· κι ο καθένας τους παντρεύεται πολλές γυναίκες. [5.16.3]
Και ζούνε μ᾽ έναν τέτοιο τρόπο· ο καθένας τους πάνω στην εξέδρα είναι
νοικοκύρης μιας καλύβας, μες στην οποία περνά τη ζωή του, και μιας καταπακτής
που μέσ᾽ από τις σκαλωσιές σε κατεβάζει στη λίμνη. Και τα παιδάκια τα νήπια τα
δένουν από το πόδι με σκοινί, από φόβο μήπως κατρακυλήσουν στο νερό. [5.16.4] Αντί για χόρτο στ᾽ άλογα και στα καματερά τους
δίνουν ψάρια. Κι ετούτα είναι τόσο άφθονα, που, όταν σπρώξεις προς τα κάτω την
καταπακτή και κατεβάσεις με σκοινί άδειο κοφίνι στη λίμνη, δεν περιμένεις πολλή
ώρα και το τραβάς απάνω γεμάτο ψάρια. Και τα ψάρια είναι δυο λογιώ, και τα λένε
πάπρακες και τίλωνες».

Συνεπώς,
καθίσταται προφανής η ετυμολογία της ονομασίας εκ του «Δόβηρος», «Όρβηλος»
κλπ., ιδιαίτερα εάν υπεισέλθουμε και στην ομηρική «βηλός» (http://de.academic.ru/dic.nsf/greek2deu/55927): βηλός,
ὁ (βάω, βαίνω), Schwelle, Thürschwelle, Apollon. Lex. Homer. p.
51, 15 βηλός ὁ τῆς ϑύρας βαϑμός; Hom. dreimal, von
Götterwohnungen, Iliad. 1, 591 ἤδη γάρ με καὶ ἄλλοτ' ἀλεξέμεναι μεμαῶτα
ῥῖψε, ποδὸς τεταγών, ἀπὸ βηλοῦ ϑεσπεσίοιο, Woh nung des Zeus; 15, 23 ὃν
δὲ λάβοιμι, ῥίπτασκον τεταγὼν ἀπὸ βηλοῠ, ὄφρ' ἂν ἵκηται γῆν ὀλιγηπελέων,
Wohnung des Zeus; 23, 202 ϑέουσα δὲ Ἶρις ἐπέστη βηλῷ ἔπι λιϑέῳ, Wohnung
des Zephyros. Der Grammatiker Krates hielt das Wort für chaldäisch, Scholl.
Iliad. 1, 591 Κράτης δὲ περισπῶν τὴν πρώτην συλλαβὴν Χαλδαϊκὴν εἶναι τὴν λέξιν ἀποδίδωσιν. Vgl. Scholl.
Iliad. 15, 23 und Sengebusch Homer. dis sert. 1 p. 60. Ueberhaupt
gab das Wort zu vielen Erörterungen Anlaß: Scholl. Iliad. 1, 591 Παρμενίων δὲ ὁ γλωσσογράφος φησὶν Ἀχαιοὺς καὶ Δρύοπας καλεῖν τὸν οὐρανὸν βηλόν, und Ἀγαϑοκλῆς δὲ τὴν πάντων περιοχήν, καὶ βεβηκότας φέρειν τοὺς ἀπλανεῖς ἀστέρας. – Aeschyl.
Choeph. 571 βαλὸν ἕρκειον πυλῶν, Königsburg des
Aegisthos, vgl. Bekk. Anecd. 1 p. 224, 16 Βατήρ: – σημαίνει δὲ καὶ τὸν τῆς ϑύρας οὐδόν, ὃν Ὅμηρος βηλό ν, οἱ δὲ τραγικοὶ βαλόν. – Quint. Sm.
13, 483 βηλὸν ἀστερόεντα der Himmel.
Κατά
τον κρίσιμο 14ο αιώνα έχουμε πλήθος πληροφοριών και στοιχείων από
τις απογραφές του 1301, του 1317, του 1321 και του 1341, πριν την κατάληψη της
περιοχής από τον Σέρβο κράλη Στέφανο Δουσάν. Διασώζονται άλλωστε και τα ονόματα
των απογραφέων, όπως Κωνσταντίνος Κουνάλης, Δημήτριος Κοντηνός, Λέων ο
Καλόγνωμος, Κωνσταντίνος Περγαμηνός, Γεώργιος Φαρισαίος και ο Πρωτοκυνηγός
Ιωάννης Βατάτζης (Θεοχαρίδου Ι. Γεωργίου,
ΚΑΤΕΠΑΝΙΚΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ).
Σταχυολογώντας
τοπωνύμια από τα κατεπανίκια Στρυμόνος, που ανήκε στο θέμα της Θεσσαλονίκης και
του Παραστρύμονος ή Ζαβαλτίας και Ζιχνών, που ανήκαν στο θέμα Σερρών,
παραθέτουμε τα: Καστρίον, Αχιανού, Απιδιώτικο ή Αγρίδιον Απιδέας, Ξύλοτρον,
Ζεστά Νερά, Στεφανιανά, Σδραβίκιον ή Αστραβίκιον ή Οσδραβίκιον, Χάνδαξ,
Αμφίπολις, Ποθολινός, Θολός, Ραδολήβους, Ζίχνα, Μελίντζιανη, Μαραβίντζη, Λειψοχώριον
και Υπάτου, Ευνούχος, Κούτζη ή Κούτσιος, τα χωριά των Χουδηνών και του
Βρουλοχωρίου, Πρεκλείστα, Δοξόμπους, Τοπολιάνη, Βεζνίκο, Λοκουβίκεια ή
Λουκουβίκεια, Γόριανις, Κοτζάκιον, Τσερέπλιανη, Ανακτορόπολις, Αρχαγγέλου,
Ασιανός, Βορίσκου, Γενέσιον, Δομνίκου, Δρεανόβου, Άγιος Ηλίας, Άγιος Θεόδωρος,
Πηλορύγιον, Κυνηγοί, Μαλαθρά, Μαρμάριον, Μάρκου, Μοδηνού, Πολίανις, Χοτολίβος,
Χούνιανη, Χρυσόπολις ή Χρυσούπολις.