Translate

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η εκδήλωση της Ι.Μ.Λαγκαδά Λητής και Ρεντίνης



Ο συγγραφέας Βασίλης Κάρτσιος ήταν ο κύριος ομιλητής της εκδήλωσης που διοργάνωσε ανήμερα της 25ης Μαρτίου η Ιερά Μητρόπολη Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης, σε συνεργασία με τον ιερό μητροπολιτικό ναό Αγίας Παρασκευής Λαγκαδά, στο πλαίσιο του εορτασμού της διπλής εορτής του Γένους, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821, στην αίθουσα τελετών του μητροπολιτικού ναού.
Ο κ. Κάρτσιος μίλησε με θέμα "Εμμανουήλ Παπάς, ένας ήρωας της Μακεδονίας".
Την εκδήλωση έκλεισε ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ.κ. Ιωάννης, ο οποίος συνεχάρη τον ομιλητή για την "άρτια, εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη ανάπτυξη του θέματος". 



Παραθέτουμε το πλήρες κείμενο της ομιλίας:


Κυρίες και κύριοι,

Οι εθνοαποδομητές του ελληνισμού επανέρχονται ξανά και ξανά με τα ίδια σαθρά επιχειρήματα και οι απόψεις τους πλέον συμβαδίζουν με τις θέσεις των ακραίων εθνικιστικών κύκλων γειτονικών χωρών.

Οι αρνητές της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού διακατέχονται από σοβινιστική έξαρση και αποκαλύπτουν εδώ και πολλά χρόνια και με κάθε ευκαιρία τα ρατσιστικά αντανακλαστικά τους εναντίον του ελληνικού έθνους, ενώ ταυτόχρονα επικαλούνται αντιρατσιστική ιδεολογία.

Υπάρχουν πολλές εκφάνσεις αυτής της ανθελληνικής συστηματικής προσπάθειας διασποράς δήθεν νέων αποκαλύψεων και ιστορικών γεγονότων και ερμηνειών. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών αποτελεί η θεωρία περί ανυπαρξίας της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους, ως αποτέλεσμα μίας επίμονης φαλμεραϊκής αλλά και μαρξιστικής προσέγγισης της ιστορίας.

Από το κλίμα αυτής της - κατά τεκμήριο - κακεντρεχούς προσέγγισης ήταν φυσικό να επηρεάζονται κατά καιρούς και εγχώριοι διανοητές, οι οποίοι όμως τελικά διαπιστώνουν και αυτοί ότι οι νεοέλληνες δεν αποτελούν ένα διανοητικό δημιούργημα του νεοελληνικού διαφωτισμού και του φιλελληνικού ρεύματος στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα.

«Ο νεοελληνικός διαφωτισμός υπήρξε, όπως έγραψε ο Βαλέτας, το πνευματικό, εκπαιδευτικό, επιστημονικό εκείνο κίνημα των προεπαναστατικών χρόνων, που σαν συνάρτηση και παρακλάδι του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και εγκυκλοπαιδισμού, σαν δημιούργημα της διασποράς και της οικονομικής ανάγκης του Ελληνισμού, ιδίως του παροικιακού, έβγαλε τη σκλαβωμένη Ελλάδα από το σκοτάδι της αμάθειας, και με την παιδευτική και ιδεολογική του επιρροή την οδήγησε στην πνευματική αναγέννηση και δημιούργησε τις προϋποθέσεις της εθνικής απελευθέρωσης».

Οι σημερινοί Έλληνες αποτελούν την αβίαστη έκφραση μιας υπαρκτής συλλογικής συνείδησης και όπως έγραψε πρόσφατα ο επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Αθηνών Κυριάκος Κατσιμάνης, από την αρχαιότητα ως σήμερα η διαχρονική ελληνική συνείδηση κυλάει σαν ένα υπόγειο ρεύμα ιστορικών αναμνήσεων, ιδεών, πεποιθήσεων, παραδοχών, αξιών, ηθών και εθίμων, που με όχημα τη γλώσσα μεταδίδονται στη διαδρομή των αιώνων από γενιά σε γενιά.



Ο Εμμανουήλ Παπάς υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες του ελληνικού έθνους και το μέγεθος της προσφοράς του τον κατατάσσει στο πάνθεον των ηρώων της ελευθερίας. Γεννήθηκε το 1773 στο χωριό Δοβίστα Σερρών και σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στις Σέρρες, όπου εξελίχθηκε σε τραπεζίτη και μεγαλέμπορο με εμπορικούς οίκους στις Σέρρες, τη Βιέννη και την Κωνσταντινούπολη.

Η τοπική επανάσταση του 1821 στη Χαλκιδική ήταν μία πράξη απόγνωσης. Ο Φιλικός Εμμανουήλ Παπάς έπρεπε να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα της Φιλικής Εταιρείας, όπως ακριβώς ο Άνθιμος Γαζής στο Πήλιο και ο Παπαφλέσσας στο Μοριά. Οι κάθε είδους αιτιάσεις για την αναβολή της έναρξης θα οδηγούσαν στη ματαίωσή της επανάστασης και θα βύθιζαν το γένος πιο βαθιά στην οδύνη.

Ο Εμμανουήλ Παπάς είχε καταφέρει να αποσπάσει από την Υψηλή Πύλη το υπόλοιπο του χρέους του Γιουσούφ μπέη, το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 20.000 μαχμουτιέδων. Στις 23 Μαρτίου του 1821 αναχωρεί από την Κωνσταντινούπολη για το Άγιον Όρος με το έμφορτο από όπλα και πολεμοφόδια καράβι του Χατζή Βισβίζη, με πλοίαρχο τον καπετάν Νικ. Λυκιαρδόπουλο. Τον Παπά συνόδευαν ο υπασπιστής του Ιωάννης Χατζή Πέτρου και ο γραμματικός του Δημήτριος Οικονόμου.

Ο Φιλικός από τις 21 Δεκεμβρίου 1819 Εμμανουήλ Παπάς στους επόμενους 9 μήνες διέθεσε τεράστια ποσά για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Αγώνα σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Πλήρωνε ακόμη και τους μισθούς των ναυτών για τα πολεμικά πλοία που περιπολούσαν στις ακτές της Χαλκιδικής! Δώδεκα χιλιάδες γρόσια το μήνα ήθελαν τα δύο καράβια από την Ύδρα για τις περιπολίες!

Ο Εμμανουήλ Παπάς απέδιδε μεγάλη σημασία στην πτώση της Θεσσαλονίκης και από τις 7 Μαϊου του 1821, με επιστολή του προς τους Υδραίους ζήτησε να στείλουν μοίρα στόλου για να προσβάλουν την πόλη από ξηρά και θάλασσα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Καλαμαρίας είχαν ξύλα στα χέρια τους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν η έλλειψη εμπειροπόλεμων αρχηγών. Οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου δεν ήταν εύκολο να μετακινηθούν έχοντας μαζί τους 300 ή 500 άνδρες. Ο Εμμανουήλ Παπάς έπρεπε να βρίσκεται παντού και αυτό ήταν αδύνατον: «στείλε ένα δικό σου άνθρωπο να κάμη κουμάντο απάνω στο ασκέρι, επειδή σε ρέπελο ευρισκόμεθα».

Στις 7 Μαϊου του 1821 ο Άνθιμος Γαζής κήρυξε την πηλιορείτικη επανάσταση και σε δύο ημέρες ζητά και αυτός με επιστολή του από τους καραβοκύρηδες της Ύδρας καράβια: «Κάμετε κάθε τρόπον δια να υποτάξωμεν την Εύβοιαν, μας είναι πολλά αναγκαία, προ πάντων των άλλων νήσων. Οι Κυμαίοι, Ευριπιώται είναι έτοιμοι να κινηθούν, πλην θέλουν να ιδούν καράβια».

Οι αρματολοί του Ολύμπου στέλνουν στη νότια Ελλάδα τον Νικόλαο Κασομούλη και ο Εμμανουήλ Παπάς τον μοναχό Παρθένιο τον Ξενοφωντινό. Και οι δύο συναντούν τον Δημήτριο Υψηλάντη και συζητούν για τα προβλήματα που προέκυψαν στη Μακεδονία εξαιτίας της έλλειψης ανδρών και εφοδίων. Η απάντηση του Υψηλάντη είναι αφοπλιστική: «Να πέσει πρώτα η Τριπολιτσά και μετά βλέπουμε».

Η  Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 αλλά βοήθεια δεν είδαν οι επαναστάτες στη Χαλκιδική.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης από το στρατόπεδο της Τριπολιτσάς διορίζει τον Εμμανουήλ Παπά «πληρεξούσιον αρχηγόν και διοικητήν του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης», ενώ με ένα δεύτερο διοριστήριο με ίδια ημερομηνία τον διορίζει «πληρεξούσιον αρχηγόν και διοικητήν των στρατιωτικών δυνάμεων του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης».

Από την επιστολή του Υψηλάντη προκύπτουν σαφείς πληροφορίες για τα προβλήματα που είχαν προκύψει ήδη τόσο στη Μακεδονία, όσο και στο Μοριά:

«Φιλογενέστατε κύριε Εμμανουήλ Παπά,

Ανέγνων το από 3 Αυγούστου γράμμα σου. Χαίρω βλέπων τα λαμπρά και κοινωφελή αποτελέσματα της ειλικρινούς και σταθεράς φιλογενείας σου. Δια να εκτελής δε εντονώτερον τους υπέρ της κοινής ελευθερίας και ασφαλείας ορθούς και δικαίους σκοπούς σου, σε καταστένω δι’ ενσφραγίστου γράμματος πληρεξούσιον αρχηγόν και διοικητήν του Αγίου όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης, μην αμφιβάλλων ότι θέλεις εξομαλίσει πολλά αντιβαίνοντα, και κατορθώσει πολλά συμφέροντα ενόνων την φρόνησιν με την δύναμιν. Λυπούμαι, ότι η ενταύθα μεγάλη έλλειψις των πολεμικών εφοδίων, ως προς τας χρείας της Πελοποννήσου, και έτι μάλλον η επικρατούσα αταξία, την οποία ακόμη δεν εδυνήθην να καταπαύσω, εστάθη και είναι αιτία, δια την οποίαν μέχρι τούδε δεν εβοήθησα κανέν από τα έξω μέρη. Η Μονεμβασία και το Νεόκαστρον δεν είχαν, όσα ελπίζαμεν. Προσμένομεν την κυρίευσιν της Τριπολιτζάς, είθε τότε να λάβουν τα ενταύθα πράγματα την ποθούμενην τάξιν, δια να φανώ και εις τους άλλους ομογενείς ωφελιμώτερος παρά όσον μέχρι τούδε εφάνην…»

Από τον Ιούνιο του 1821 μετά από σκληρές μάχες είχε αρχίσει να διαφαίνεται το αδιέξοδο στις επιχειρήσεις και ο κίνδυνος εγκλωβισμού των επαναστατών ήταν ορατός. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν εκ βάθρων όλα τα χωριά,  όπως επίσης τη Γαλάτιστα, τα Βασιλικά και τον Πολύγυρο. Μεγάλος αριθμός γυναικόπαιδων κατέληξε στα σκλαβοπάζαρα.

Σε έγγραφο του ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης προς το υπουργείο Εξωτερικών, με ημερομηνία 3/15 Φεβρουαρίου 1838, καταγράφονται οι αγωνιώδεις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να εντοπίσει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες που βρίσκονται ακόμη σε αιχμαλωσία.

«… Δεν εξάγεται τι θετικόν ως προς τον ως έγγιστα αριθμόν των εισέτι υπό αιχμαλωσίαν στεναζόντων Ελλήνων, διότι οι αιχμάλωτοι ούτοι αι μεν γυναίκες είναι υπό αυστηράν φύλαξιν εις τους γυναικονύτας (χαρέμια) των Οθωμανών, όπου είναι αδύνατον να εισέλθη τις ή πληροφορηθή οποσούν την αλήθειαν, τους δε άνδρας είναι δύσκολον να γνωρίση τις ως αναδεχθέντας τον ισλαμισμόν, και εκ τούτου είναι αδύνατον ουδέ να υποθέση τις την αναλογίαν μεταξύ των ανδρών και γυναικών.

…και δύναμαι μετά τινός βεβαιότητος να φέρω εις γνώσιν της Γραμματείας ταύτης, είναι, ότι δεν υπάρχει οικία εκ των οπωσούν ευκατάστατων Οθωμανών εις τας πλειοτέρας πόλεις της Μακεδονίας και Θεσσαλίας ως ενταύθα, Σέρρας, Ντούμπνιτζα, Δράμα, Βέρροια και Νιάουστα, Βιτόλια, Λάρισσα και λοιπάς, όπου να μην ευρέσηται εις ή μια και πλειότεραι αιχμάλωτοι».



Ο Εμμανουήλ Παπάς δεν έτρεφε αυταπάτες. Ο αγώνας απαιτούσε συνεχή ροή ανδρών και πολεμοφοδίων και κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Οι επαναστάτες κατέφυγαν στις τρεις χερσονήσους της Χαλκιδικής και τους ακολούθησαν 5.000 περίπου απελπισμένοι πρόσφυγες.  Την Κασσάνδρα, που εξελίχθηκε σε επαναστατικό κέντρο λόγω και της φυσικής της οχύρωσης, υπερασπίζονταν 2.700 ένοπλοι στους οποίους είχαν προστεθεί και 600 άνδρες υπό τον Διαμαντή Νικολάου.

Στην τελική φάση του ένοπλου αγώνα ο Εμμανουήλ Παπάς έμεινε με 430 άνδρες και τον Οκτώβριο- Νοέμβριο του 1821 οι υπέρτερες δυνάμεις των Τούρκων εξουδετέρωσαν τις τελευταίες εστίες αντίστασης. Ο Εμμανουήλ Παπάς πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου εν πλω για την Ύδρα. Οι επιπτώσεις της 9μηνης επανάστασης υπήρξαν οδυνηρές και διήρκησαν για πολλά χρόνια μετά την καταστολή της.



Ο Εμμανουήλ Παπάς υπήρξε τυχερός γιατί δεν έζησε για να υποστεί και αυτός την εξαθλίωση του Άνθιμου Γαζή, ο οποίος αφού έδωσε και τα τελευταία του 3.000 γρόσια για τους σκοπούς του Αγώνα, έγραφε το Πάσχα του 1827 από τη Σκύρο προς τον τότε πρόεδρο της κυβέρνησης Ανδρέα Ζαϊμη:

«Εκλαμπρότατε. Κάμε έλεος και εις εμέ τον γέροντα και ασθενή. Στείλατέ μοι μίαν διαταγήν… δια να λάβω την οφειλομένην ποσότητα γροσσίων ή εδώ ή εις άλλη τινα πλησιόχωρον νήσον, διότι είμαι πάντη στερημένος εξόδων και αποθνήσκω σχεδόν της πείνης. Έλεος! Έλεος! Δότε τω γέρο-Γαζή οβολόν!. Είμαι πεποιθώς, ότι θέλει εισακουσθώ από την υμετέραν φιλάνθρωπον Εκλαμπρότητα, υπέρ ής μένω προς Θεόν διάπυρος ευχέτης».


ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΡΑΓΙΑΔΩΝ

Οι ζωές των ραγιάδων, πλούσιων και φτωχών, κρέμονταν από μία κλωστή σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής επικυριαρχίας.  Η σερραϊκή χρονογραφία του Παπασυναδινού, την οποία επιμελήθηκε με ευλάβεια ο Σερραίος συγγραφέας Γιώργος Καφταντζής, μας κληροδότησε την αυθεντική εικόνα μίας τυπικής υπόδουλης πολιτείας και τα τραγικά πορτρέτα των Ελλήνων του 17ου αι. στην πόλη των Σερρών.

Ο Παπασυναδινός γεννήθηκε στο χωριό Μελινικίτσι από πατέρα ιερέα το 1600 και το 1622 σε ηλικία 22 ετών χειροτονήθηκε παπάς από τον μητροπολίτη Σερρών Τιμόθεο. Δεν γνωρίζουμε πότε πέθανε, αλλά το 1646 ήταν εν ζωή καθώς αναφέρεται στις πηγές.

Γράφει λοιπόν ο Παπασυναδινός:

«Έκαψαν οι Τούρκοι τον Πάτρουλα εις το σανηδόφωρον δι’ αιτίαν τιαύτη: Με το να ήταν με τον Μιχάλη βοϊβώδα εις την Βλαχίαν και ήχεν εγλητώση κάπιον Τούρκον Σεριώτη συντοπήτην του από τον θάνατον. Και όταν ήλθεν εις τας Σέρρας επήγεν εις το παζάρι και ίδεν τον Τούρκον και τον έδωσεν γνώρα, τάχα το πώς είναι αυτός ο εβεργέτης της ζωής του, ως να τον ευχαριστίση πολλά. Και αυτός ο σκλύλος και ασεβείς έκαμεν το εναντίον. Και επήγεν εις τους καφενέδες και εφώναξεν μεγάλη τη φωνή και λέγη: Ελάτε να ιδήτε έναν ασεβείν και τζελάτην των Τούρκων, του Μιχάλη άνθρωπος οπού εις την Βλαχίαν ήχεν ενού εμήρη γυναίκα. Και έτζη ως το άκουσαν όλοι οι Τούρκοι έγιναν ωσάν λησαροί. Και επάτησαν το σπήτην του και πολλά κακά έκαμαν εις αυτόν και εις τα υπάρχοντά του, διότι ήτον υπέρπλουτος. Τέλος πάντων τον έκαυσαν. Και τις διηγήσετε τα όσα κακά έκαμαν εις αυτόν τον άθλιον. Και ήχαν δεμένα τα χαίρια του, και αυτός: Μην με δένετε, εγώ μοναχός σεβένω εις την φλώγα. Και έτζη αυτοθελήτως επήδησεν μέσα εις την μέσιν την φλώγα. Και τόσον έβαλαν περισσά ξύλα και κληματζήδες και έστεκαν όλοι οι Τούρκοι τρωγήρου, έως ού εκάϊκεν όλος και δεν απόμηνεν ουδέ κόκαλον αυτόν. Και μετά ταύτα ήλθεν μέγας ανεμοστρόφιλος και εσκώρπησεν όλην την στάκτην και δεν έμηνεν τίποτες. Και έτζη γεναίως υπόμηνεν ως ευσεβείς χριστιανός και έλαβεν τον στέφανον της μαρτυρίας και πάγη η ψυχή του μετά των αγίων. Αιωνία του η μνήμη».

Αυτή θα μπορούσε να ήταν και η τύχη του υπέρ-πλουτου Εμμανουήλ Παπά δύο αιώνες μετά αν δεν είχε την πρόνοια να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να απαιτήσει σε ανώτατο διοικητικό επίπεδο τα χρέη που του άφησε ο τούρκος δυνάστης της πόλης.

Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι ραγιάδες, οι «άπιστοι» θα μπορούσαν να χάσουν τη ζωή τους ανά πάσα στιγμή και με τον πιο τραγικό τρόπο:

«Επαλούκουσαν οι Τούρκοι τον Μανόλη τον Μποσταντζόογλη τον σκευοφύλακα, κατάγναδα εις το σπήτην του εις την Κλοποτίτζα δι’ αιτίαν τιαύτην: Εις την στράταν του Γιαϊλάν ευρέθησαν Τούρκοι σκωτομένοι. Εδή άλλος δεν τους ασκώτοσεν, μόνον οι χριστιανοί οπού έχουν τα τηστήρια και έτζι εκείνην την αργατηνήν έκαμαν καυγάν εις το καπιλίον και ευγένη ο κυρ Μανόλης να ιδή και διαβόλου πηρασμός έρχετε μίαν πέτρα και τον κτηπά εις το κεφάλη και τον ξεραχώνι. Και έτζη το ταχύ ωσάν τον ίδαν οι Τούρκοι ξεραχωμένον, είπαν αύτου και η μαρτυρία το πώς αυτός είναι ο κανλής. Και έτζη τον άρπαξαν ως άγριοι θύρες και τον έκριναν. Τέλος πάντων τον αποφάσισαν και συντζήλι τον έκαμαν ότι να τον παλουκώσουν. Και πολλοί τινές τον είπαν ότι: Έλα, γίνου Τούρκος και ημείς να σε γλητόσωμεν. Και αυτός τους έβριζεν και σκύλους και άπιστους τους έλεγεν. Και έτζη τον επαλούκωσαν. Και από πάνου από το παλούκι πολλά τους ονειδούσεν και τους έβριζεν και αυτοί μη δυνάμενοι υποφέρουν ταις βρησές, οπού επήγενεν η γλώσσα του σαν το χελιδώνι, εκρέμασάν τον έτζη με το παλούκι. Και ανεπαύθειν εν Κυρίω και πάγη η ψυχή του μετά των μαρτύρων, διότι υπόμηνεν δύο μαρτύρια και έλαβεν δύο στέφανα και έγινεν νέος μάρτυρας».

Ο Γάλλος περιηγητής Thevenot μας πληροφορεί σχετικά με τους τρόπους που εκτελούνταν στην οθωμανική επικράτεια το 1655 οι θανατικές ποινές για τους ραγιάδες: τους κρεμούσαν ή τους αποκεφάλιζαν ή τους παλούκωναν ή τους έριχναν στα τσιγκέλια.

Ένας άλλος Γάλλος περιηγητής ο Pitton de Tournefort (1656-1708) περιγράφει ένα παλούκωμα στην Κωνσταντινούπολη:

«Ξαπλώνουν μπρούμυτα το θύμα αφού του δέσουν τα χέρια πίσω, βάζουν στη ράχη του ένα σαμάρι γαϊδάρου και κάθονται πάνω δύο βοηθοί του δημίου για να το ακινητοποιήσουν εντελώς. Ένας άλλος του κρατάει με τα δύο χέρια το κεφάλι κολλημένο στη γη. Τέταρτος βοηθός του δημίου σχίζει με ένα ψαλίδι το πίσω μέρος του βρακιού του θύματος. Τότε ο δήμιος μπήγει το παλούκι, μία ξύλινη (ή σιδερένια) σούβλα όσο πιο βαθειά μπορεί. Ύστερα παίρνει ένα ξύλινο σφυρί και χτυπάει το παλούκι ώσπου η μυτερή άκρη να βγει από το στήθος. Ανασηκώνουν  έπειτα ορθό το παλούκι και το καρφώνουν στο χώμα. Κι όσο βασανίζεται ο δύστυχος, οι Τούρκοι τον περιγελούν, τον μυκτηρίζουν και τον καλούν να γίνει μουσουλμάνος».

Εκτός από το παλούκωμα, που ήταν ο τρόμος των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο Pitton de Tournefort μας περιγράφει και τη φρικαλέα εκτέλεση με γάντζους ή τσιγκέλια:

«Οι γάντζοι αποτελούν ένα ικρίωμα που στήνεται συνήθως στην είσοδο των πόλεων. Ο δήμιος ανεβάζει τον κατάδικο με καρούλι ψηλά σ’ ένα στύλο. Κάτω απ΄ το στύλο είναι καρφωμένα τσιγκέλια. Ύστερα αφήνει απότομα το σκοινί και ο κατάδικος πέφτει μ’ όλο το βάρος στους γάντζους και καρφώνεται άλλοτε στο στήθος, άλλοτε στις αμασχάλες ή σ’ άλλο σημείο του σώματος. Κ’ εκεί τον αφήνουν να πεθάνει. Πολλές φορές ο θάνατος έρχεται ύστερα από τρεις ημέρες».

Μετά τη μάχη της Αλαμάνας, ο Αθανάσιος Διάκος μεταφέρθηκε από τους Τούρκους μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος προσφέρθηκε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό στον οθωμανικό στρατό αν αλλαξοπιστούσε. Ο Διάκος αρνήθηκε απαντώντας "Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω". Η φοβερή θανατική ποινή του παλουκώματος εκτελέστηκε στο Ζητούνι (Λαμία) στις 24 Απριλίου 1821, την επομένη της μάχης στην Αλαμάνα. Ο Αθανάσιος Διάκος βρήκε φρικτό μαρτυρικό θάνατο. Οι Τούρκοι τον παλούκωσαν ζωντανό. Στη συνέχεια τον έκαψαν και πέταξαν ό,τι απέμεινε σ’ ένα χαντάκι.

Τα μαρτύρια των γυναικών των Ναουσαίων οπλαρχηγών, του Καρατάσου, του Ζαφειράκη, του Κατσαούνη, του Καμπίτη και του Μαλάμου περιγράφουν με τρόμο σύγχρονοι της εποχής των γεγονότων Έλληνες και ξένοι ιστορικοί. Μετά το ολοκαύτωμα της Νάουσας τον Απρίλιο του 1822, οι μακελάρηδες του Αμπού Λουμπούτ έσφαξαν σαν τα τραγιά 1.241 νεομάρτυρες αιχμαλώτους στο Κιόσκι της Νάουσας και μετέφεραν εκατοντάδες άλλους -κυρίως γυναίκες- στη Θεσσαλονίκη, όπου υπέστησαν τα μαρτύρια της Κόλασης: Πυρακτωμένα σίδερα, βραστό λάδι, κοχλάζον ύδωρ, κρέμασμα από τα τσιγκέλια, εγκλεισμός σε σάκους με πεινασμένες γάτες και ποντίκια. Την Καρατάσαινα την έβαλαν και σε σάκο με έχιδνες και έτσι παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή της.

Στη Θεσσαλονίκη όμως είχαν μεταφέρει και τους αιχμαλώτους, όσους επέζησαν, από την επανάσταση στη Χαλκιδική. Μία γριά Πολυγυριώτισσα, η οποία παρακολούθησε το μαρτύριο της κόρης της μέσα στο σάκο με τις γάτες και τα ποντίκια, εξιστορεί:

«.. ο αγάς των γενιτσάρων οργάνωσε τα λεφούσια του και, είτε για να τα κρατήσει σε έξαψη, είτε για να τα συνηθίσει στο αίμα, τα διέταξε να κάνουν σφαγές. Με την άτιμη πρόφαση ότι οι φιλήσυχοι Έλληνες εύχονται την νίκη των ξεσηκωμένων Ελλήνων, χιλιάδες αθώα θύματα δένονταν στα παλούκια και στις αγχόνες που υψώνονταν στις δημόσιες πλατείες. Έτσι, χάθηκαν, με το παλούκωμα και την κρεμάλα, πάμπολλοι φίλοι μου. Τα απαίσια φλάμπουρα του Σουλτάνου ανεμίζουν πίσω από τα κανόνια, τα μουσουλμανικά τάγματα ξεχύνονται στην ύπαιθρο και οι Έλληνες, κάτω από την ηγεσία του Μανουήλ Παπά, έρχονται με τόλμη να τους συναντήσουν…».

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της απόλυτης τρομοκρατίας και του σκοταδισμού άντεξε ο ελληνισμός της Μακεδονίας για 5 αιώνες. Όταν στις αρχές του 20ου αιώνα οι Βούλγαροι καθηγητάδες της Σόφιας ανακάλυψαν τα 5 Δαρνακοχώρια ανατολικά των Σερρών με 10 χιλιάδες αμιγώς ελληνικό πληθυσμό αναφώνησαν: «Μα, πώς επιβίωσαν»;

Η ευλογημένη οικογένεια του παπά Δημήτρη Οικονόμου του Λεονταρή και της Βασιλικής Παπά στα μέσα του 18ου αιώνα κατά τη διάρκεια των 200 ετών, μέχρι τη δεκαετία του 1960, όταν άρχισε η αστυφιλία, άφησε στη Δοβίστα περισσότερους από 300 απογόνους. Σήμερα οι απόγονοι αυτοί ξεπερνούν τους πεντακόσιους. Έτσι επιβίωσε ο ελληνισμός στη Μακεδονία.

Όπως μας πληροφορεί ο γραμματέας της Δοβίστας στις αρχές της δεκαετίας του 1930 Κωνσταντίνος Βοζιάνης, ο πατέρας του Εμμανουήλ Παπά λεγόταν Δημήτριος Λεονταρής και όταν χειροτονήθηκε, απέβαλε το λαϊκό του επώνυμο και λαμβάνοντας και το θρησκευτικό αξίωμα του οικονόμου, μετονομάστηκε σε Παπαδημήτριος Οικονόμου. (Βλ. Περιοδικό "EΜΜ. ΠΑΠΑΣ", τεύχος 2, σελ. 23, Ιανουάριος 1932).



Είναι εκπληκτικό ότι ενώ ο Παπαδημήτριος Οικονόμου είχε πέντε αγόρια και δύο κορίτσια, το επίθετο Παπάς εξαφανίζεται από το χωριό από την πρώτη κιόλας γενιά με αποτέλεσμα όπως έγραφε το 1932 ο Κωνσταντίνος Βοζιάνης, να επικρατεί την εποχή εκείνη δυσπιστία για το αν πράγματι υπήρξε Δοβιστιανός Εμμανουήλ Παπάς! Ο Εμμανουήλ Παπάς είχε πέντε αδέλφια, τον Γεώργιο, τον Κωνσταντίνο, τον Παπαθανάσιο Οικονόμο, τον Μάλαμα, την Παναγιώτα και την Ελένη, που πέθανε σε ηλικία 19 χρόνων.

Ας δούμε τους απόγονους του Γεωργίου, όπως τους εξιστορεί ο Βοζιάνης στις αρχές του 1932:

"Δημήτριος - Νικόλαος και Γεώργιος. Εκ τούτων ο μεν Νικόλαος έφερε εις φως τον Δημήτριον Σίσκον (1835 -1909) πατέρα των σημερινών αδελφών Νικολάου Σίσκου και Ιωάννου Σίσκου και τον Γεώργιον Ραβάνην πατέρα των  επιζώντων αδελφών Χρήστου Ραβάνη, Κωνσταντίνου Ραβάνη, προέδρου ήδη της Κοινότητας μας, Νικολάου Ραβάνη, Βασιλείου Ραβάνη φαρμακοποιού ήδη εν Σέρραις και Δημητρίου Ραβάνη. Ο δε Γεώργιος έφερεν εις φως τον Ιωάννην, ο Ιωάννης τον Μιχαλάκην, όστις είναι πατήρ των επιζώντων αδελφών Γεωργίου Γάκη και Ιωάννου Μιχαλάκη."

Αν και ο Εμμανουήλ Παπάς είχε πολλά αδέλφια, το επίθετο Παπάς χάθηκε από τη Δοβίστα, επειδή σύμφωνα με το τοπικό έθιμο, τα αγόρια που πήγαιναν σώγαμπροι έπαιρναν το επίθετο του πεθερού τους, που σε τελική ανάλυση δεν ήταν και του πεθερού αλλά του πεθερού του.  Θύματα αυτού του εθίμου έπεσαν όλοι σχεδόν οι Δοβιστιανοί κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Εξαίρεση βέβαια δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και ο ομιλών καθώς η προγιαγιά του φρόντισε να δώσει το επίθετό της στον άνδρα της, τον Γρηγόρη Πατραμάνη από το Νέο Σούλι. Έτσι ο ομιλών κάλλιστα θα μπορούσε να ονομάζεται και Βασίλης Πατραμάνης.

Αλλά ας δούμε και τους απογόνους των υπόλοιπων αδελφών του Εμμανουήλ Παπά, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέσωσε ο Κωνσταντίνος Βοζιάνης το 1932. (Έχουμε ήδη δει τους απογόνους τους ενός εκ των αδελφών του Εμμανουήλ, του Γεωργίου).

Ο Κωνσταντίνος ή Κωνσταντάς ή Μπαμπάπασιας, "τίτλος παρόμοιος με Αρχιδούκα". Τούτου γόνος υπήρξεν ο Γεώργιος, όστις έφερεν εις την ζωήν τον Κωνσταντάν και τον Νάσιον ή Καρανάσιον. Και ο μεν Κωνσταντάς καταλειπών τον Γεώργιον αντιπροσωπεύεται ήδη δια της εγγονής του Παναγής, συζύγου ήδη του Παναγιώτου Καζαμία. Ο δε Νάσιος ή Καρανάσιος κατέλειπεν τους Θεοδόσιον Καρανάσιον, Θεοχάρην Καρανάσιον και τον Γεώργιον Καρανάσιον, όστις ετιμήθη υπό των συγκατοίκων του δια του αξιώματος του Κοινοτικού Συμβούλου.

Ο Παπαθανάσιος Οικονόμος. Ούτος κληρονομήσας την πατρικήν στέγην διέσωσε δια των γόνων του και το λευϊτικόν σχήμα της οικογενείας των μέχρι των ημερών μας. Κατέλειπε τον Παναγιώτην Σιούταν. Τούτον ελλείψει άρρενος τέκνου τον εκληρονόμησεν η θυγάτηρ του Φωτεινή, μετέπειτα πρεσβυτέρα Παπαγεωργίου. Απόγονος της Φωτεινής υπήρξεν ο Παπαδημήτριος Σιούτας καταλειπών τον Παπαγεώργιον ζώντα εισέτι και τον Παναγιώτη Σιούταν.

Ο Μάλαμας επονομασθείς εις Κιουτσιούκ Μάλαμα (βραχύς Μάλαμας). Αντιπροσωπεύεται σήμερον δια των οικογενειών Μούκα, Αγοραστού, Θεμελή, Τσιάλα και Ντότσιου.

Η Παναγιώτα νυμφευθείσα εν Βεζνίκω (Αγίω Πνεύματι) τον Χατζή Δόσιον κατέλειπεν πλουσίους απογόνους υφισταμένους εν πλήρει ευπορία και σήμερον εισέτι.

Όπως καταλαβαίνει κανείς, αν ο Κωνσταντίνος Βοζιάνης δεν εξέδιδε τα δύο τεύχη του περιοδικού «ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ» στις αρχές της δεκαετίας του 1930, θα ήταν αδύνατον να εντοπίσουμε τους απογόνους της οικογένειας Παπά, δεδομένου ότι οι Βούλγαροι κατέστρεψαν τουλάχιστον δύο φορές τα αρχεία της κοινότητας.


ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

Ο κύριος όγκος των εγγράφων του αρχείου της οικογένειας Εμμανουήλ Παπά προέρχεται από δύο κυρίως πηγές: Την ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και το Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Τα έγγραφα της δεύτερης πηγής είναι κυρίως τα στοιχεία που συγκέντρωνε επί μακρόν χρονικό διάστημα ο τελευταίος γιός του Εμμανουήλ Παπά, ο Κωνσταντίνος, στην προσπάθεια του να δικαιωθεί ο αγώνας της οικογένειάς του και τα οποία έγγραφα κατέθετε στις αρμόδιες στρατιωτικές επιτροπές. 

Τα δύο αυτά αρχεία εντόπισε και μελέτησε με διαύγεια και επιστημονική τεκμηρίωση ο αείμνηστος ιστορικός μας Απόστολος Βακαλόπουλος, ο οποίος το 1981 δημοσίευσε το συγκλονιστικό του πόνημα «Εμμανουήλ Παπάς, αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας – Η ιστορία και το αρχείο της οικογένειάς του», σε μία εξαντλημένη εδώ και χρόνια έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου.

Η συγγραφή της ιστορίας της οικογένειας Παπά, θεωρούμε ότι είναι από τις κορυφαίες στιγμές του μεγάλου μας ιστορικού. Γράφει ο Βακαλόπουλος στις δύο πρώτες παραγράφους της εισαγωγής:

«Δεν νομίζω πως υπάρχουν πιο συνταρακτικά τεκμήρια, που ν’ αποκαλύπτουν τους πόθους των Ελλήνων της Μακεδονίας για την απελευθέρωση και την αποκατάστασή τους, από τα διασκορπισμένα σε διάφορα αρχεία έγγραφα, εκδεδομένα και ανέκδοτα, δηλωτικά των αγώνων του «Αρχηγού και Υπερασπιστού της Μακεδονίας» Εμμ. Παπά από τη Δοβίστα των Σερρών, καθώς και των γιών του. Μέσα απ’ αυτά διαγράφονται αδρές και αρρενωπές οι μορφές των μελών μίας ευτυχισμένης οικογένειας, η οποία, ενώ μπορούσε να ζήσει ήσυχα και ευδαιμονικά, τα θυσίασε όλα, άνεση και πλούτη, για την πατρίδα και έγινε ολοκαύτωμα στον βωμό της ελευθερίας.

Κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων ερευνών μου, συνεχίζει ο πανεπιστημιακός αυτός δάσκαλος, στον τομέα της ιστορίας της Μακεδονίας αναζήτησα με επιμονή τα έγγραφα της οικογένειας του Εμμ. Παπά, τα οποία άλλωστε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω, αν ήθελα να εξιστορήσω με συμπληρωματικά θετικά στοιχεία τα δύσκολα χρόνιά της κατά την εποχή του εθνικού ξεσηκωμού».

Σε μία τυχαία συνάντησή μας λίγα χρόνια πριν φύγει από τη ζωή, ο καθηγητής μου ανέφερε ότι θα έπρεπε να στηθεί στις Σέρρες ένα μνημειακό σύμπλεγμα του πατέρα Εμμανουήλ και τεσσάρων από τα παιδιά του, που θυσίασαν περιουσίες και ζωές για την απελευθέρωση της πατρίδας.

Σε ανταπόδοση για την αποστολή του βιβλίου μου «Δοβίστα, μία υστεροβυζαντινή παροικία», ο καθηγητής μου απέστειλε 4 ανάτυπα εργασιών του, μεταξύ των οποίων και το ανάτυπο «Νέα ιστορικά στοιχεία για τον Αναστάσιο Εμμ. Παπά» έκδοσης του 1986. Και τα νέα αυτά στοιχεία ήταν συγκλονιστικά. Μέσα από τα αυστριακά αρχεία παρακολουθούμε στις αρχές Φεβρουαρίου 1822 τον Αθανάσιο και τον Αναστάσιο Παπά να διαλύουν τον τραπεζικό και εμπορικό οίκο Παπά της Βιέννης και «με τα πολλά χρήματα που εισέπραξαν πέρασαν μέσα από τις αυστριακές χώρες και τη Γερμανία αγοράζοντας όπλα και άλλα πολεμοφόδια, για να καταλήξουν τελικά οι δύο πατριώτες στα πεδία των μαχών της Ελλάδας».

Δύο μόνο μήνες μετά τον θάνατο του Εμμανουήλ Παπά στις 5 Δεκεμβρίου 1821, οι δύο μεγαλύτεροι γιοί του ο Αθανασάκης και ο Αναστάσιος μέσα και από προσωπικές περιπέτειες εκποιούν την οικογενειακή τους περιουσία και διατρέχουν τα μεγαλύτερα τότε αστικά κέντρα της Κεντρικής Ευρώπης, Μόναχο, Νυρεμβέργη, Βιέννη, Τεργέστη προβαίνοντας σε παραγγελίες κάθε είδους πολεμικού υλικού. Πλήρης αφοσίωση στους σκοπούς του Αγώνα και παρά την εξανέμιση της τεράστιας πατρικής περιουσίας στον Ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της 9μηνης επανάστασης υπέρ βωμών και εστιών στη Χαλκιδική.

Στις 18 Μαϊου 1865 γέροντες Σερραίοι , οι οποίοι γνώρισαν τον Εμμανουήλ Παπά ως τραπεζίτη και έμπορο, υπέγραψαν έγγραφο με το οποίο μαρτυρούν ότι η κινητή και ακίνητή του περιουσία ξεπερνούσε τα 300.000 χρυσά τάλιρα και ότι ξόδεψε μεγάλο τμήμα της περιουσίας του για τη μισθοδοσία και τη συντήρηση των στρατιωτών του. Το υπόλοιπο της περιουσίας του δημεύτηκε από τις τουρκικές αρχές.

Ο υποπρόξενος της Ελλάδας στην πόλη των Σερρών επικύρωσε τις υπογραφές των γερόντων Σερραίων δηλώνοντας ότι πρόκειται για τα πιο ευυπόληπτα και τα πλουσιότερα πρόσωπα της πόλης.

Στις 8 Ιουνίου 1865 ο μικρότερος γιός του Εμμανουήλ Παπά ο Κωνσταντίνος υπέβαλε αναφορά προς την Επιτροπή Αγώνος στη βάση μία παλαιότερης αναφοράς προς τον Όθωνα στις 29 Δεκεμβρίου 1858. Με το νέο του υπόμνημα ο Κωνσταντίνος εξιστορούσε για μία ακόμη φορά τις θυσίες της οικογένειάς του και την προσφορά της στο έθνος. Ήταν το τέλος της πολύχρονης προσπάθειας του Κωνσταντίνου να δικαιώσει μέσα από τους πολυδαίδαλους κρατικούς μηχανισμούς τη μνήμη του πατέρα του και των αδελφών του, που θυσίασαν τα πάντα για την εθνεγερσία του 1821.

Το 1865 ζούσαν μόνο τρία από τα παιδιά του Εμμανουήλ, τα δύο μικρότερα αγόρια ο Κωνσταντίνος και ο Αλέξανδρος και η αδελφή τους Ελένη στα Σέρρας, ενώ ήταν ακόμη εν ζωή η ορφανή και ανύπαντρη κόρη της αδελφής τους Νεράντζως, η Σοφία που ζούσε στη Βράιλα της Ρουμανίας σε άθλια οικονομική κατάσταση.

Η οδύσσεια του Κωνσταντίνου είχε αρχίσει το 1850 όταν με βασιλικό διάταγμα είχε συγκροτηθεί στρατιωτική επιτροπή σύμφωνα με το Ε΄ ψήφισμα της εθνοσυνέλευσης του 1843-44 και η οποία θα δικαίωνε τους κληρονόμους των αγωνιστών που έπεσαν στα πεδία των μαχών κατά τους αγώνες για την ελευθερία του έθνους.

Η δικαίωση όμως ήρθε πολύ αργά. Ο Εμμανουήλ Παπάς χαρακτηρίστηκε αξιωματικός Β΄ τάξης και οι άλλοι τέσσερις  γιοί του αξιωματικοί έκτης τάξης.

Τον Αναστάσιο τον βρίσκουμε στην πολιορκία του Μεσολογγίου το 1825 και μετά επιζεί ως δικαστής στην Πάτρα ως το θάνατό του το 1858. Τον Αθανασάκη τον έπιασαν οι Τούρκοι αιχμάλωτο τον Νοέμβριο του 1826 σε μία αποβατική ενέργεια των Ελλήνων στην περιοχή των Θερμοπυλών κοντά στην Αταλάντη και τον αποκεφάλισαν το 1827 έξω από την Χαλκίδα. Ο Γιαννάκης σκοτώθηκε μαζί με τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι στις 20 Μαϊου 1825. Ο Νικόλαος σκοτώθηκε στο Καματερό στις 27 Ιανουαρίου 1827.

Μετά τη βίαιη καταστολή της επανάστασης στη Χαλκιδική, οι Τούρκοι φυλάκισαν τη γυναίκα του Παπά, τη Φαίδρα μαζί με τα υπόλοιπα ανήλικα παιδιά της. Απέκτησαν την ελευθερία τους το 1826 με ενέργειες του μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθου, ο οποίος διαφύλαξε τις ζωές τους μοιράζοντας αφειδώς στις τουρκικές αρχές χρήματα που του είχε αφήσει ο Παπάς για το λόγο αυτό.


Ως επίλογο θα ήθελα να διαβάσουμε μαζί από ένα μονόφυλλο του αρχείου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τα ονόματα των 11 παιδιών του Εμμανουήλ Παπά, όπως τα κατέγραψε ο ίδιος ο ήρωας μας, μήπως και διαισθανθούμε το μέγεθος της προσφοράς του.

«1) Αθανασάκης, 25 Αυγούστου 1794 2) Αναστασάκης, 13 Ιουνίου 1796 3) Γιαννάκης, 29 Σεπτεμβρίου 1798 4) Νερατζή, 13 Απριλίου 1801 5) Νικολάκης, 7 Μαρτίου 1803 6) Μιχαήλος, 24 Μαϊου 1805 7) Γιώργης, 25 Αυγούστου 1807 8) Ελένη, 19 Μαϊου 1809 9) Αλέξανδρος, 23 Οκτωβρίου 1811 10) Ευφροσύνη, 23 Οκτωβρίου 1813 11) Κωστάκης, 26 Αυγούστου 1816».