Translate

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com

 


Το σχέδιο του Φιλικού αρχηγού και υπερασπιστή της Μακεδονίας, Εμμανουήλ Παπά, για κατάληψη της Θεσσαλονίκης αμέσως μετά την άφιξή του στη μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους, στις 23 Μαρτίου του 1821, μπορεί να φαντάζει ουτοπικό αλλά σε εκείνη τη χρονική συγκυρία δεν ήταν ανέφικτο. Άλλωστε από τον Μάιο του 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς ζητούσε τη συνδρομή μοίρας του ελληνικού στόλου, που είχε ήδη συγκροτηθεί τον Απρίλιο του 1821. Τα τείχη της πόλης ήταν σε άθλια κατάσταση. Η τελευταία πολιορκία της πόλης έγινε από τους ίδιους του Οθωμανούς το 1430. Η Θεσσαλονίκη δεν πολιορκήθηκε και δεν απειλήθηκε μέχρι την περίοδο της επανάστασης στη Μακεδονία το 1821.

Από τη μαζική παραγγελία πολεμοφοδίων, που έγινε προς την Υψηλή Πύλη τον Σεπτέμβριο του 1821, αποδεικνύεται ότι τα 5 φρούρια των τειχών δεν είχαν επαρκή εξοπλισμό. Από αναφορά του Μπαϊράμ πασά προς τον Σουλτάνο μαθαίνουμε ότι η στρατιά του καθυστέρησε αρκετές ημέρες για να καταπνίξει την εξέγερση των χωριών στην ανατολική Θράκη. Τραγική ειρωνεία, αυτή η καθυστέρηση ωφέλησε μεν την επανάσταση στον Μοριά, αλλά ως χρονική συγκυρία λειτούργησε καταστρεπτικά για την πορεία του Εμμανουήλ Παπά προς τα τείχη της ακρόπολης της Θεσσαλονίκης μέσω των περιοχών Ρεντίνας, Ζαγκλιβερίου, Χορτιάτη.

Στις 13 Ιουνίου 1821, στα στενά της Ρεντίνας οι επαναστάτες έπεσαν πάνω στον κύριο όγκο των δυνάμεων του Μπαϊράμ πασά που όδευαν προς τη Θεσσαλονίκη με τελικό προορισμό τον Μοριά. Όπως έγραψε στην αναφορά του ο ίδιος ο Μπαϊράμ πασάς, διατάχθηκε να καταπνίξει και την επανάσταση στη Χαλκιδική. Μόλις τον Αύγουστο του 1821, ένα τμήμα των δυνάμεων του Μπαϊράμ πασά έφθασε στα Βασιλικά Φθιώτιδας όπου νικήθηκαν κατά κράτος από τους οπλαρχηγούς της ανατολικής Στερεάς.



Στη γνωστή και μοναδική φωτογραφία του παραλιακού τείχους της Θεσσαλονίκης, της δεκαετίας του 1860, μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά ότι ήταν σε άθλια κατάσταση. Η εικόνα του παραλιακού τείχους δεν διέφερε και πολύ την εποχή της Επανάστασης. Μία μοίρα 15-20 πολεμικών πλοίων, των 16-18 κανονιών το καθένα, θα είχε κονιορτοποιήσει το παραλιακό τείχος και το μεγαλύτερο μέρος της πόλης κάτω από την Εγνατία. Ο επί σειρά ετών Γάλλος πρόξενος στην προεπαναστατική περίοδο Κουζινερύ, μας άφησε παρακαταθήκη απεικονίσεις από τα τείχη και το εσωτερικό της πόλης, με φανερά τα σημάδια της παρακμής και της εγκατάλειψης.

Την αψίδα του Γαλερίου ο Κουζινερύ την αναφέρει ως «αψίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου». Ίσως γιατί ο πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος Χλωρός, ήταν μέλος της Πρώτης Τετραρχίας που διοικούσε τότε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Η έναρξη της επανάστασης στη Χαλκιδική και η διαφαινόμενη απειλή για την πόλη της Θεσσαλονίκης θορύβησε, μεταξύ άλλων, και το γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης καθώς οι Γάλλοι επιθυμούσαν διακαώς να υπερισχύσουν στον εμπορικό ανταγωνισμό με τους Άγγλους και τους Αυστριακούς. Η κατάσταση ήταν τεταμένη και προεπαναστατικά λόγω της πειρατείας στον Θερμαϊκό και μέχρι τις Βόρειες Σποράδες. Οι τούρκοι δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την προστασία των εμπορικών πλοίων. Ο πλους προς και από τη Θεσσαλονίκη γινόταν μετ’ εμποδίων.

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ

Οι Γάλλοι απέδιδαν μεγάλη σημασία στη Θεσσαλονίκη για τη διείσδυσή τους στο εμπόριο της Ανατολής αλλά και στη βαλκανική ενδοχώρα. Ήδη, από το 1685 είχε ιδρυθεί το γαλλικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη με πρώτο πρόξενο τον γιο του εξέχοντος οικονομολόγου υπουργού του Λουδοβίκου 14ου, του Ζαν Μπαπτίστ Κολμπέρ (Jean Baptiste Colbert). Ο πρώτος πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη είχε το ίδιο ακριβώς όνομα με τον πατέρα του, Ζαν Μπαπτίστ Κολμπέρ.

Ο Felix Beaujour (Φελίξ Μποζούρ) είχε πρωτοδιοριστεί πρόξενος στη Θεσσαλονίκη το 1794, μετά την ταραχώδη περίοδο που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, σε μία προσπάθεια της Γαλλικής κυβέρνησης να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και να ξαναπάρει πίσω ένα κομμάτι του εμπορίου της πόλης που είχε περάσει στα χέρια των Ελλήνων και των Εβραίων.

Όμως αυτή η προσπάθεια της Γαλλίας για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους στο εμπόριο της Ανατολής δεν κράτησε για πολύ. Με το ξέσπασμα των Ναπολεόντειων πολέμων η κατάσταση επανήλθε στην πρότερη επαναστατική οπισθοδρόμηση, και μάλιστα οι Έλληνες πλοιοκτήτες επωφελούμενοι της αναταραχής στην Ευρώπη είχαν εξασφαλίσει ένα σημαντικό κομμάτι του θαλάσσιου εμπορίου. Μόνον μετά τη λήξη της τυχοδιωκτικής εκστρατείας του Ναπολέοντα, την Παλινόρθωση της μοναρχίας και το συνέδριο της Βιέννης το 1814 αρχίζει και πάλι η προσπάθεια για να επανέλθει το γαλλικό εμπόριο στην Ανατολή στην παλιά του αίγλη. Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν πλέον καθόλου εύκολα.

«…Οι αποβάθρες είναι γεμάτες εμπορεύματα. Πλήθος ανθρώπων απασχολούνται στα πλοία και τις αποθήκες, ενώ τα παζάρια είναι πλήρως εφοδιασμένα και μονίμως γεμάτα με αγοραστές και πωλητές. Στην πραγματικότητα στον τομέα αυτό απασχολούνται κυρίως Έλληνες και Εβραίοι άνθρωποι πάντα έτοιμοι να αρπάξουν κάθε ευκαιρία που μπορεί να παρουσιαστεί στο εμπόριο και πάντα εφευρετικοί στην αντιμετώπιση και την υπερνίκηση της πολιτικής καταπίεσης, υπό την οποία εργάζονται. Την περίοδο που επισκεφθήκαμε τη Θεσσαλονίκη η τεράστια και ξαφνική εισροή εμπορευμάτων σε αυτό το λιμάνι παρείχε μία ιδιαίτερα ευνοϊκή ευκαιρία…».




Μετά την παραίτηση του Ταλλεϋράνδου από το υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας, ο Λουδοβίκος ΙΗ΄ ανέθεσε την προεδρία της κυβέρνησης και το υπουργείο Εξωτερικών στον Αρμάνδο-Εμμανουέλ ντε Ρισελιέ. Η θητεία του Ρισελιέ διήρκησε από τις 26 Σεπτεμβρίου του 1815 έως και τις 29 Δεκεμβρίου 1818. Το υπουργικό συμβούλιο του Ρισελιέ ήταν βεβαίως υπέρ της παλινόρθωσης και εναντίον κάθε μορφής βοναπαρτισμού και ρεπουμπλικανισμού. Το υπουργείο Εσωτερικών είχε δοθεί στον υπερ-μοναρχικό κόμη του Βομπλάν. Οι πολιτικές εξελίξεις μετά τις εκλογές του 1816 και του 1817 οδήγησαν τον Ρισελιέ στην παραίτηση, ιδιαιτέρως μετά τη σύγκρουσή του με τον υπουργό της Αστυνομίας Ελιά Ντεκάζ, έναν φιλελεύθερο «συνταγματικό» δημοφιλή πολιτικό την περίοδο της παλινόρθωσης των βουρβόνων.

Ας δούμε, τι έγραφε ο Ρισελιέ το 1817 προς τον Λουδοβίκο ΙΗ΄ σχετικά με τις προσπάθειες επανάκαμψης του γαλλικού εμπορίου στην Ανατολή και τον διορισμό του Μποζούρ:

«Το εμπόριο της Ανατολής μου φάνηκε ότι έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο μίας ειδικής μελέτης για το ενδιαφέρον που η Μεγαλειότητάς σας επιδεικνύει σε όλα όσα συνεισφέρουν στην ευημερία του βασιλείου… Στις σχέσεις της μ’ αυτή τη χώρα, η Γαλλία είχε βρει τα πρώτα στοιχεία της παλιάς της ευημερίας, και φαίνεται ότι είναι ακόμη εκεί που οφείλει να αναζητήσει τα μέσα για να την επαναφέρει. Αλλά για να ανοίξουμε εκ νέου το δρόμο στους εμπόρους μας και τους εξερευνητές μας, θεωρώ ως ουσιώδες να σταλεί επιτόπου ένα φωτισμένο άτομο για να αντλήσει από εκεί τις απαραίτητες πληροφορίες χωρίς τις οποίες θα είναι αδύνατον να επιχειρήσουμε με επιτυχία… Πριν την επανεγκατάσταση, θα πρέπει να γνωρίζουμε και να εκτιμήσουμε τις αλλαγές που θα μπορούσε να έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 χρόνων στη γενικότερη κατάσταση στην Ανατολή ώστε να αξιολογήσουμε τις τροποποιήσεις που θα πρέπει να υποστεί το παλιό πλάνο, το οποίο δεν μπορεί να τεθεί αμέσως σε λειτουργία παρά με την άμεση παρέμβαση ενός ανώτερου εμπορικού πράκτορα εφοδιασμένου με όλες τις απαραίτητες εξουσίες για το σκοπό αυτό».

Ο διορισμός του Μποζούρ στα 1817 ως «γενικός επιθεωρητής του εμπορίου στην Ανατολή» γίνεται λοιπόν υπό το πρίσμα της επικυριαρχίας του γαλλικού εμπορίου ή υπό την αίρεση να καταστεί τουλάχιστον ανταγωνιστικό του αγγλικού και αυστριακού εμπορίου.

«Οι οδηγίες που παίρνει ο παλιός πρόξενος της Θεσσαλονίκης δείχνουν τη βούληση της Παλινόρθωσης, μέσω της εντολής αποστολής του υπουργού Εξωτερικών, να κλείσει την τελευταία περίοδο και να επανέλθει σε μία προηγούμενη κατάσταση, αυτήν της ‟παλιάς ευημερίας”. Αυτή η αποστολή αναδεικνύεται μέσα από το κείμενο των ‟γενικών οδηγιών για τους προξένους της Γαλλίας στις χώρες του εξωτερικού”, της 8ης Αυγούστου 1814. Αυτό το κείμενο έχει ως σκοπό την επανασύνδεση με το παρελθόν με βάση το βασιλικό διάταγμα του Ιουνίου του 1781, το πλάνο της 3ης Μαρτίου 1781 και των οδηγιών της 6ης Μαΐου 1781. Επιμένει ιδιαίτερα στην προώθηση του εμπορίου, για το οποίο ο Φρανσουά Μποτού θρηνολογεί, ακόμη και στα 1818, ως «η υπογονιμότητα». Ο Μποζούρ επιθεωρεί τη Θεσσαλονίκη αμέσως μετά τη Σμύρνη, κάτι που δείχνει ότι η Σκάλα δεν έχει χάσει τίποτα από το ενδιαφέρον της για τη Γαλλία, με τη Θεσσαλονίκη να διατηρεί την εικόνα ενός μεγάλου λιμανιού της Ανατολής μέσα στα παριζιάνικα γραφεία της κεντρικής διοίκησης».


Την εποχή εκείνη οι «Σκάλες» της Θεσσαλονίκης, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο θαλάσσιο εμπόριο της Ανατολής. Η Θεσσαλονίκη είχε καταστεί σταδιακά η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης ίσως ξεπερνά στην παρούσα φάση τις εβδομήντα χιλιάδες ψυχές. Έχω ακούσει ότι εκτιμάται σε ενενήντα χιλιάδες, αλλά στην εκτίμηση αυτή φαίνεται ότι υπάρχει κάποια υπερβολή. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο αριθμός των κατοίκων είχει αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω της διεύρυνσης του εμπορίου της περιοχής και εν μέρει λόγω της εγκατάστασης πλήθους μεταναστών, που έχουν καταφύγει εδώ για να αποφύγουν την εξουσία ή την εκδίκηση του Αλή Πασά. Ο πληθυσμός αποτελείται από τέσσερις ξεχωριστές τάξεις: Τούρκους, Έλληνες, Εβραίους και Φράγκους… Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των ελληνικών οικογενειών στη Θεσσαλονίκη είναι περίπου δύο χιλιάδες. Το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού ασχολείται με το εμπόριο και πολλοί από τους Έλληνες εμπόρους που κατοικούν εδώ έχουν αποκτήσει σημαντικές περιουσίες από αυτή την πηγή. Το εμπόριο που διεξάγουν είναι ως έναν βαθμό εξαρτημένο από το εμπόριο των Φράγκων εμπόρων της Θεσσαλονίκης, αλλά επιπροσθέτως διατηρούν ισχυρούς και ανεξάρτητους δεσμούς με τη Γερμανία, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Μάλτα και με διάφορες περιοχές της Ελλάδας».

Ενώ, λοιπόν, οι Έλληνες κατείχαν ένα σημαντικό κομμάτι του εμπορίου τόσο μέσα στην πόλη όσο και στο θαλάσσιο εμπόριο, η εκπροσώπηση του γαλλικού εμπορίου στη «σκάλα» της Θεσσαλονίκης είχε υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό. Η έκθεση του Μποζούρ είναι σαφής:

«Η Σκάλα στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ υποβαθμισμένη απ’ ότι ήταν πριν είκοσι χρόνια. Από τους 10 εμπορικούς οίκους που υπήρχαν δεν έχουν μείνει παρά τέσσερις, και αυτοί οι τέσσερις οίκοι δεν κάνουν σχεδόν τίποτα. Οι Έλληνες έχουν καταλάβει το εμπόριο της Μασσαλίας και οι Γάλλοι δεν θα το ξαναβρούν ποτέ εάν η κυβέρνηση δεν πάρει κάποια μέτρα για να το απαγορέψει στους ξένους ή τουλάχιστον να τους απομακρύνει… Το Λιβόρνο και η Μάλτα φαίνεται ότι έχουν αντικαταστήσει τη Μασσαλία στο εμπόριο της Θεσσαλονίκης, αλλά αυτό έγινε γιατί αυτά τα δύο μέρη έγιναν, εξαιτίας του πολέμου, η αποθήκη της Αγγλίας. Το Λιβόρνο πιθανόν να διατηρήσει ένα μέρος του εμπορίου καθώς υπάρχουν καταναλωτές στις γύρω περιοχές αλλά η Μάλτα, που δεν έχει, ανθίζει μόνο σε περιόδους πολέμου όπως το Σεντ Τόμας και το Λε Κρουά στις Αντίλλες. Αυτή η τόσο πολυσύχναστη αποβάθρα δεν πρέπει να μείνει στη σκιά στη Γαλλία. Αλλά γενικώς το εμπόριο της Θεσσαλονίκης και όλης της ευρωπαϊκής Τουρκίας μειώνεται παρά αυξάνεται επειδή αυτή η χώρα γίνεται φτωχότερη αντί να γίνεται πλουσιότερη».

Ωστόσο, ο Μποζούρ προτείνει λύσεις για την αναγέννηση του εμπορίου. Επαναλαμβάνει κυρίως τα παράπονα των τεσσάρων εμπορικών οίκων που παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη: Oddo et Cie, Reboul et Cie, Fouquier et Giublich et Cie, Masse et Aubanel et Cie. Στα 1817 μόνον οι Mass και Oddo διέθεταν τις απαραίτητες διαπιστεύσεις. Ο πρώτος χρεοκόπησε και εξαφανίστηκε, και ο ίδιος και ο εμπορικός του οίκος στα 1819. Ο δεύτερος έχασε τις εγγυήσεις στα 1821.

Οι Γάλλοι έμποροι της Θεσσαλονίκης, όπως και στη Σμύρνη, εκτιμούν ότι γραφειοκρατικά και οικονομικά προβλήματα αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη του εμπορίου και την επίτευξη των στόχων της γαλλικής κυβέρνησης. Οι γενικές διαπιστώσεις είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των εμπόρων (όσων είχαν απομείνει) και του γαλλικού προξενείου. Το κλίμα δεν ήταν καθόλου ευνοϊκό αλλά είχε αρχίσει τουλάχιστον η προσπάθεια για την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης.

Και ενώ η κεντρική διοίκηση στο Παρίσι αρχίζει την προσπάθεια για να ξαναβρεί το γαλλικό εμπόριο στην Ανατολή την παλιά του αίγλη, υποτροπιάζει και πάλι την περίοδο 1821-1822 με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης:

«Το γεγονός αυτό οφείλεται στα τραγικά γεγονότα της Τουρκίας που ακολούθησαν την εξέγερση των Ελλήνων… Όλες οι εμπορικές πράξεις της πόλης μας και όλες οι αναφορές προς τα έξω είχαν ανασταλεί κατά τη διάρκεια των πρώτων εχθρικών κινήσεων των ύπουλων Ελλήνων».

Εντύπωση προκαλεί η κατά κόρον χρησιμοποίηση της γαλλικής λέξης perfide που αποδίδει την έννοια του ύπουλου και παρανόμου.

Στην επιστολή του αυτή, που απευθύνει στο εμπορικό επιμελητήριο της Μασσαλίας, ο Ρεμπούλ απηχεί τις οθωμανικές απόψεις για την ελληνική εξέγερση το τέλος της οποίας πιστεύει ότι θα έρθει πολύ γρήγορα. Η ελληνική επανάσταση έχει πράγματι ποικίλες συνέπειες στο εμπόριο της Θεσσαλονίκης. Παρ’ όλα αυτά, οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις, παρά τις βιαιότητες, έχουν μικρή επίδραση στο εμπόριο. Τον Απρίλιο του 1822, ο ίδιος ο Μποτύ δείχνει πολύ ικανοποιημένος από το γαλλικό εμπόριο, το οποίο ευνοείται από τον θάνατο ή την αναχώρηση, εθελοντική από κάποιους, επιβαλλόμενης σε κάποιους άλλους, ενός μέρους των Οθωμανών χριστιανών της πόλης. Ο Γάλλος πρόξενος απλώς λυπάται για την έλλειψη πρωτοβουλιών των Γάλλων που θα μπορούσαν, κατά την άποψή του, να σπρώξουν το πλεονέκτημά τους πολύ περισσότερο και να ξεπεράσουν τους Αυστριακούς.

Εν κατακλείδι, στη Θεσσαλονίκη είχε αποδεκατιστεί ο ελληνικός πληθυσμός, η πόλη είχε γίνει τόπος μαρτυρίου για τους αιχμαλώτους από τη Χαλκιδική και τη Νάουσα, αλλά ο Μποτύ έδειχνε ικανοποιημένος για την ανάκαμψη του γαλλικού εμπορίου ελλείψει των καρατομημένων Ελλήνων ανταγωνιστών!

 


(Σημ.: Βιβλιογραφία και πηγές δεν αναγράφονται για ευνόητους λόγους. Αυτά και άλλα πολλά, με πλήρη βιβλιογραφία και πηγές, για την επανάσταση του 1821 στη Μακεδονία στον τόμο «Η Επανάσταση του 1821 και ο Εμμανουήλ Παπάς», εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2021).

 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

25η ΜΑΡΤΙΟΥ 2026: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΗΣΕ!

Η αντίδραση του σουλτάνου μέσα από τα τουρκικά αρχεία.

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com



Η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης της Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821 ξεκίνησε στο Ιάσιο της Μολδαβίας, στις 24 Φεβρουαρίου 1821, από τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη με τη δημοσιοποίηση της ιστορικής προκήρυξης του «εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου» με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος»:

«Η ώρα ήλθεν, ώ Άνδρες Έλληνες!… Η Ευρώπη προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς απορεί διά την ακινησίαν μας, ας αντιχήσωσι λοιπόν όλα τα Όρη της Ελλάδος από τον Ήχον της πολεμικής μας Σάλπιγγος, και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των Αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάση τας ανδραγαθίας μας, οι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλωσι φύγει απ’ έμπροσθέν μας… Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, διά να υψώσωμεν το σημείον, δι ού πάντοτε νικώμεν: λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών Καταφρόνησιν… Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ώ Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος, και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι διά να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν, και απέθανον εκεί! Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμινώνδα Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου, και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδα, και των τριακοσίων οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου».

Ο Υψηλάντης διέβη τον Προύθο και ξεκίνησε την Επανάσταση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες νωρίτερα των αρχικών σχεδιασμών για να προλάβει διαλυτικά φαινόμενα στις τάξεις των επαναστατών καθώς είχαν αρχίσει οι διαρροές, από πολλαπλές πηγές, εν όψει της επικείμενης εξέγερση. Η εξέλιξη των γεγονότων τον δικαίωσε διότι εάν περίμενε ένα μήνα ακόμη, η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία πιθανόν να μην είχε ξεσπάσει, και κατ’ ακολουθία ούτε και οι εξεγέρσεις στη Μακεδονία, τη Στερεά και την Πελοπόννησο.

Οι «συμμαχίες» στις οποίες ο Υψηλάντης στήριξε σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες του για επιτυχία του Κινήματος αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες. Ο Βλάχος αρχηγός Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου, ηγέτης μίας κατ’ επίφαση αγροτικού και κοινωνικού τύπου εξέγερσης εναντίον της εξουσίας των Φαναριωτών στην περιοχή, όχι μόνον δεν συνεργάστηκε αλλά εμφάνισε και ύποπτη συμπεριφορά από τη συνάντησή του κιόλας στο Βουκουρέστι με τον Γεωργάκη Ολύμπιο. Από την πλευρά του, και ο σέρβος ηγέτης Μίλος Ομπρένοβιτς αρνήθηκε, ουσιαστικά, να συμπράξει σε μία ταυτόχρονη εξέγερση κωλυσιεργώντας να δώσει απάντηση στις αιτιάσεις του Υψηλάντη.

Μάλιστα, ο Ομπρένοβιτς έγινε η αιτία να συλληφθεί από τους Τούρκους του Βελιγραδίου και να βρει φρικτό θάνατο ο Φιλικός Αριστείδης Παπάς. Από τα πιο ενεργά μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ο Αριστείδης Παπάς εφοδιασμένος με εμπιστευτικά έγγραφα είχε λάβει εντολή να συναντηθεί με τον Ομπρένοβιτς για συνεννοήσεις σχετικά με την επανάσταση. Ο Ομπρένοβιτς κράτησε αρνητική στάση παρά την επιστολή που του έστειλε στη συνέχεια ο Γεωργάκης Ολύμπιος.


«Η εισβολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη διεδόθη ταχέως εις την Ευρώπην. Ο καγκελλάριος της Αυστρίας πρίγκηψ Μέττερνιχ, θιασώτης του δόγματος του status quo, επέτυχε να πείση τον διστακτικόν Τσάρον Αλέξανδρον τον Α΄ ότι η επανάστασις των Ηγεμονιών ήτο συναφής με τα δημοκρατικά κινήματα των καρμπονάρων και των κομουνέρος εις την Ιταλίαν και την Ισπανίαν και ότι, αν ο Ρώσος αυτοκράτωρ άφηνε να υπονοηθή ότι ο πρώην υπασπιστής του Αλέξανδρος Υψηλάντης ετύγχανε της συγκαταθέσεώς του εις την επανάστασιν των ρουμανικών πριγκηπάτων, το θράσος των απανταχού της Ευρώπης επαναστατικών στοιχείων θα υπερέβαινε παν όριον. Η ευρωπαϊκή απολυταρχία δεν ηνείχετο τα δημοκρατικά κινήματα και ηδιαφόρει τελείως εις πάσαν απελευθερωτικήν κίνησιν των υποδούλων λαών, την οποίαν προσεπάθει να καταπνίξη εν τη γενέσει της. Ιδιαιτέρως ο αναπληρωτής του Αυστριακού καγκελλαρίου βαρώνος φον Στούρμερ κατεφέρετο διαρκώς κατά του ελληνικού επαναστατικού κινήματος. Ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας, παρασυρθείς εκ των εισηγήσεων του Μέττερνιχ, απεκήρυξε δημοσία τον Υψηλάντην. Αλλά και ο Οικουμενικός πατριάρχης εξηναγκάσθη υπό της Πύλης να εκδώση αφορισμόν κατά του Υψηλάντη και της ελληνικής εξεγέρσεως…». (Βασδραβέλλης).

Υπήρξε μία διαβάθμιση στην πρώτη αντίδραση της Υψηλής πύλης, που πολύ σύντομα μετατράπηκε σε φετβά «να ενεργηθή σφαγή κατά της φυλής ταύτης». Σε σουλτανικό φιρμάνι προς όλους τους πασάδες, ιεροδίκες, μολλάδες της οθωμανικής επικράτειας «της δεξιάς και της αριστερής πλευράς του αριστερού βραχίονος της Ρούμελης», της 4 Απριλίου 1821 (οθωμανικό έτος αρχάς Ρετζέπ 1236), αναφέρονται τα εξής:

«…ο υιός του φυγάδος Υψηλάντου Αλέξανδρος ακούσας ότι κακοποιοί τινες εν Βλαχία απετόλμησαν να στασιάσουν και ευρών ως κατάλληλον την ευκαιρίαν να θέση εις εφαρμογήν τα καταχθόνια και προδοτικά σχέδια, με τα οποία εμφορείται ένεκα του μοχθηρού του χαρακτήρος, συνεκέντρωσε περί εαυτόν μερικά ερπετά… Διένειμον απανταχού έγγραφα και προκηρύξεις, διαλαμβανούσας ότι το κίνημα τούτο είναι δήθεν εθνικόν και άλλα ποικίλα μυθεύματα και ασυναρτησίας, έχοντες ούτω την πεπλανημένην αξίωσιν, ότι διεγείρουν εις επανάστασιν το έθνος… Να διορίσητε εμπίστους και πεπειραμένους υπαλλήλους εις τους πορθμούς και τας διαβάσεις, οι οποίοι να κατοπτεύουν τα πρόσωπα, άτινα ήθελον διέλθει μετημφιεσμένα με επαναστατικά έγγραφα των ληστών τούτων προς τους ραγιάδες, και να μην επιτραπή επί του προκειμένου ουδεμία παράβλεψις και αμέλεια, αλλά να συλληφθούν… να καταβάλητε από κοινού την δέουσαν προσοχήν και επιμέλειαν όπως εκτελέσητε την υψηλήν αυτοκρατορικήν προσταγήν Μου, απέχοντες πάσης αντιθέτου ενεργείας…».



Τον Απρίλιο του 1821 η επανάσταση είχε φουντώσει σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στον Μοριά και στην Χαλκιδική με τον Εμμανουήλ Παπά. Είχαν ξεσηκωθεί οι αρματολοί της ανατολικής Στερεάς. Στην Κωνσταντινούπολη οι Ρωμιοί ζούσαν την απόλυτη τρομοκρατία. Το επόμενο σουλτανικό φιρμάνι είναι διαφωτιστικό γιατί μας αποκαλύπτει τις πληροφορίες που είχε η Υψηλή πύλη για τη χρονική σειρά εκδήλωσης της Επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο. Πρόκειται για φιρμάνι της 3ης Μαΐου 1821 (τέλη του οθωμανικού έτους Ρετζέπ 1236), που απευθύνεται κυρίως στον Χουρσήτ πασά και στους ιεροδίκες και ιεροδικαστές:

«Ενδοξώτατε στρατάρχα, βαλή της Ρούμελης, επόπτα των ντερβενίων, ανεξάρτητε αρχιστράτηγε της περιφερείας Ιωαννίνων και πρώην μεγάλε βεζύρη Μου Χουρσήτ Αχμέτ πασά, αυξηθήτω η δόξα σου… Άμα τη αφίξει του παρόντος αυτοκρατορικού φιρμανίου Μου έστω υμίν γνωστόν ότι περιήλθεν εις γνώσιν Μου εκ πληροφοριών, αναφορών και εκκλήσεων ότι η εκδηλωθείσα εσχάτως εν Βλαχία και Μολδαβία ανταρσία, διαδοθείσα εις τα πέριξ, προεκάλεσε την έκρηξιν επαναστάσεως εκ μέρους πλείστων ραγιάδων της Πελοποννήσου και την εξέγερσιν των ραγιάδων καζάδων τινών της Ευβοίας, την Άλωσιν της Αμφίσσης και την εν γένει αναταραχήν της πέραν της Θεσσαλονίκης κειμένης χώρας και ότι οι μουσουλμάνοι, οι πεσόντες εις χείρας των απίστων επαναστατών, περιεβλήθησαν το τίμιον ένδυμα του εθνομάρτυρος. Επειδή δε απεδείχθη ότι οι ανόσιοι σκοποί της ουτιδανής φυλής των Ελλήνων αποβλέπουν εις την γενικήν εξέγερσιν, ίνα, ό μη γένοιτο, καταπατήσουν και ει δυνατόν εξαφανίσουν παντελώς το μωαμεθανικόν έθνος, όντες προς τούτο σύμφωνοι μεταξύ των, η δε αποτόλμησις τοιούτων ενεργειών εκ μέρους των τοσούτων ευεργεσιών και χαρίτων υπό του κράτους Μου τυχόντων ραγιάδων είναι άντικρυς αντίθετος προς τας υποχρεώσεις της υποτελείας, ευνόητον καθίσταται ότι τους τοιούτους επαναστάτας δέον να χαρακτηρίσωμεν ως απίστους εχθρούς, εφαρμόζοντες κατ’ αυτών τας διατάξεις περί πολεμίων. Δι’ ό, προκαλέσαντες σχετικόν ιερονομικόν φετβάν δι’ ερωτήσεως: “εάν οι υποτελείς κάτοικοι πόλεώς τινος του Ισλάμ, παύοντες εντελώς να υπακούουν εις τας διαταγάς του αρχηγού των πιστών, επιχειρήσουν πόλεμον κατ’ αυτού, δολοφονούντες τους πιστούς του Ισλάμ, και καταστούν τοιουτοτρόπως εμφανώς πολέμιοι αυτού, επιτρέπεται κατά τον Ιερόν νόμον να λαφυραγωγηθούν αι περιουσίαι αυτών και να εξανδραποδισθούν αι σύζυγοι και τα τέκνα αυτών;”, λαβόντες δε καταφατικήν απάντησιν, εξεδώσαμεν υψηλόν αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, επιτρέπον την λαφυραγώγησιν των περιουσιών των επαναστατησάντων ραγιάδων και τον εξανδραποδισμόν των συζύγων και των τέκνων αυτών».



Την αμέσως επόμενη ημέρα, στις 4 Μαΐου 1821 (αρχές Σιαμπάν 1236), με αυτοκρατορικό φιρμάνι προς τον ιεροδίκη Θεσσαλονίκης και τον «καπουτζήμπαση» της Υψηλής πύλης και μουτεσελίμη του σαντζακίου Θεσσαλονίκης, Γιουσούφ μπέη, οριστικοποιείται ο ιερός πόλεμος εναντίον «του κακοποιού έθνους των Ελλήνων».

«Μόλις φθάση το υψηλόν αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, έστω γνωστόν ότι περιττεύει να δηλωθή ότι άπαν το κακοποιόν έθνος των Ελλήνων είναι σύμφωνον και ηνωμένον, ίνα καταδολιευθή και προδώση το μωαμεθανικόν κράτος και το ως επίκλησιν το ‟Μπεσμελέ” έχον έθνος των μουσουλμάνων. Μετέδωσαν πανταχού τον σπινθήρα του κακού και της επαναστάσεως, κατά τας ημέρας δε ταύτας ενεφανίσθησαν εις την Άσπρην θάλασσαν και πειρατικά τινα πλοία, τα οποία προξενούν βλάβας και καταστροφάς εις τα διερχόμενα πλοία των μουσουλμάνων. Επανεστάτησαν και εξηγέρθησαν, ακολουθούντες τούτους, και οι ραγιάδες των Κυδωνιών, Μοσχονήσων και Σάμου. Κατέστη όθεν καταφανές ότι με την επιδειχθείσαν πλέον κακίαν και ατιμίαν κατά του έθνους ημών πρέπει να εγκαταλείψωμεν τους λόγους… Εξεδόθη τότε ιερός φετβάς με την απάντησιν: “Ναι, δύναται”. Εδημοσιεύθησαν όθεν και απεστάλησαν εις την Ρούμελην και τα λοιπά μέρη υψηλά αυτοκρατορικά φιρμάνιά Μου, χορηγούντα την άδειαν όπως κτυπηθούν οι επαναστατήσαντες ραγιάδες… Μόλις φθάση τούτο, γνωρίσατε ότι ο προκείμενος αγών είναι αγών υπέρ πίστεως, μη παραβαλλόμενος προς άλλον τινά… μη χρονοτριβήτε… αλλά σύροντες κατ’ αυτών αμέσως το ξίφος και συμφώνως με την άδειαν του ιερού σεριάτ, πατάξατε και εξοντώσατε τους επαναστατούντες ραγιάδες, συλλάβετε και αιχμαλωτίσατε τας γυναίκας και τα παιδία των και λεηλατήσατε και λαφυραγωγήσατε τας περιουσίας και τα υπάρχοντά των, εις τρόπον ώστε να παραδειγματισθούν οι ραγιάδες των άλλων μερών…».