Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com
Το σχέδιο του Φιλικού αρχηγού και υπερασπιστή της
Μακεδονίας, Εμμανουήλ Παπά, για κατάληψη της Θεσσαλονίκης αμέσως μετά την άφιξή
του στη μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους, στις 23 Μαρτίου του 1821, μπορεί να
φαντάζει ουτοπικό αλλά σε εκείνη τη χρονική συγκυρία δεν ήταν ανέφικτο. Άλλωστε
από τον Μάιο του 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς ζητούσε τη συνδρομή μοίρας του
ελληνικού στόλου, που είχε ήδη συγκροτηθεί τον Απρίλιο του 1821. Τα τείχη της
πόλης ήταν σε άθλια κατάσταση. Η τελευταία πολιορκία της πόλης
έγινε από τους ίδιους του Οθωμανούς το 1430. Η Θεσσαλονίκη δεν πολιορκήθηκε και
δεν απειλήθηκε μέχρι την περίοδο της επανάστασης στη Μακεδονία το 1821.
Από τη μαζική παραγγελία πολεμοφοδίων, που έγινε προς
την Υψηλή Πύλη τον Σεπτέμβριο του 1821, αποδεικνύεται ότι τα 5 φρούρια των τειχών
δεν είχαν επαρκή εξοπλισμό. Από αναφορά του Μπαϊράμ πασά προς τον Σουλτάνο
μαθαίνουμε ότι η στρατιά του καθυστέρησε αρκετές ημέρες για να καταπνίξει την
εξέγερση των χωριών στην ανατολική Θράκη. Τραγική ειρωνεία, αυτή η καθυστέρηση
ωφέλησε μεν την επανάσταση στον Μοριά, αλλά ως χρονική συγκυρία λειτούργησε
καταστρεπτικά για την πορεία του Εμμανουήλ Παπά προς τα τείχη της ακρόπολης της
Θεσσαλονίκης μέσω των περιοχών Ρεντίνας, Ζαγκλιβερίου, Χορτιάτη.
Στις 13 Ιουνίου 1821, στα στενά της Ρεντίνας οι
επαναστάτες έπεσαν πάνω στον κύριο όγκο των δυνάμεων του Μπαϊράμ πασά που
όδευαν προς τη Θεσσαλονίκη με τελικό προορισμό τον Μοριά. Όπως έγραψε στην
αναφορά του ο ίδιος ο Μπαϊράμ πασάς, διατάχθηκε να καταπνίξει και την επανάσταση
στη Χαλκιδική. Μόλις τον Αύγουστο του 1821, ένα τμήμα των δυνάμεων του Μπαϊράμ
πασά έφθασε στα Βασιλικά Φθιώτιδας όπου νικήθηκαν κατά κράτος από τους
οπλαρχηγούς της ανατολικής Στερεάς.
Στη γνωστή και μοναδική φωτογραφία του παραλιακού
τείχους της Θεσσαλονίκης, της δεκαετίας του 1860, μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά
ότι ήταν σε άθλια κατάσταση. Η εικόνα του παραλιακού τείχους δεν διέφερε και πολύ
την εποχή της Επανάστασης. Μία μοίρα 15-20 πολεμικών πλοίων, των 16-18 κανονιών
το καθένα, θα είχε κονιορτοποιήσει το παραλιακό τείχος και το μεγαλύτερο μέρος
της πόλης κάτω από την Εγνατία. Ο επί σειρά ετών Γάλλος πρόξενος στην
προεπαναστατική περίοδο Κουζινερύ, μας άφησε παρακαταθήκη απεικονίσεις από τα
τείχη και το εσωτερικό της πόλης, με φανερά τα σημάδια της παρακμής και της εγκατάλειψης.
Την αψίδα του Γαλερίου ο Κουζινερύ την αναφέρει ως
«αψίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου». Ίσως γιατί ο πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου,
ο Κωνστάντιος Χλωρός, ήταν μέλος της Πρώτης Τετραρχίας που διοικούσε τότε την
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Η έναρξη της επανάστασης στη Χαλκιδική και η διαφαινόμενη απειλή για την πόλη της Θεσσαλονίκης θορύβησε, μεταξύ άλλων, και το γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης καθώς οι Γάλλοι επιθυμούσαν διακαώς να υπερισχύσουν στον εμπορικό ανταγωνισμό με τους Άγγλους και τους Αυστριακούς. Η κατάσταση ήταν τεταμένη και προεπαναστατικά λόγω της πειρατείας στον Θερμαϊκό και μέχρι τις Βόρειες Σποράδες. Οι τούρκοι δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την προστασία των εμπορικών πλοίων. Ο πλους προς και από τη Θεσσαλονίκη γινόταν μετ’ εμποδίων.
ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ
Οι Γάλλοι απέδιδαν μεγάλη σημασία στη Θεσσαλονίκη για
τη διείσδυσή τους στο εμπόριο της Ανατολής αλλά και στη βαλκανική ενδοχώρα.
Ήδη, από το 1685 είχε ιδρυθεί το γαλλικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη με πρώτο
πρόξενο τον γιο του εξέχοντος οικονομολόγου υπουργού του Λουδοβίκου 14ου,
του Ζαν Μπαπτίστ Κολμπέρ (Jean Baptiste Colbert).
Ο πρώτος πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη είχε το ίδιο ακριβώς όνομα με τον
πατέρα του, Ζαν Μπαπτίστ Κολμπέρ.
Ο Felix
Beaujour (Φελίξ Μποζούρ) είχε πρωτοδιοριστεί πρόξενος στη
Θεσσαλονίκη το 1794, μετά την ταραχώδη περίοδο που ακολούθησε τη Γαλλική
Επανάσταση του 1789, σε μία προσπάθεια της Γαλλικής κυβέρνησης να ανακτήσει το
χαμένο έδαφος και να ξαναπάρει πίσω ένα κομμάτι του εμπορίου της πόλης που είχε
περάσει στα χέρια των Ελλήνων και των Εβραίων.
Όμως αυτή η προσπάθεια της Γαλλίας για την ανάκτηση
του χαμένου εδάφους στο εμπόριο της Ανατολής δεν κράτησε για πολύ. Με το ξέσπασμα
των Ναπολεόντειων πολέμων η κατάσταση επανήλθε στην πρότερη επαναστατική
οπισθοδρόμηση, και μάλιστα οι Έλληνες πλοιοκτήτες επωφελούμενοι της αναταραχής
στην Ευρώπη είχαν εξασφαλίσει ένα σημαντικό κομμάτι του θαλάσσιου εμπορίου.
Μόνον μετά τη λήξη της τυχοδιωκτικής εκστρατείας του Ναπολέοντα, την
Παλινόρθωση της μοναρχίας και το συνέδριο της Βιέννης το 1814 αρχίζει και πάλι
η προσπάθεια για να επανέλθει το γαλλικό εμπόριο στην Ανατολή στην παλιά του
αίγλη. Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν πλέον καθόλου εύκολα.
«…Οι
αποβάθρες είναι γεμάτες εμπορεύματα. Πλήθος ανθρώπων απασχολούνται στα πλοία
και τις αποθήκες, ενώ τα παζάρια είναι πλήρως εφοδιασμένα και μονίμως γεμάτα με
αγοραστές και πωλητές. Στην πραγματικότητα στον τομέα αυτό απασχολούνται κυρίως
Έλληνες και Εβραίοι άνθρωποι πάντα έτοιμοι να αρπάξουν κάθε ευκαιρία που μπορεί
να παρουσιαστεί στο εμπόριο και πάντα εφευρετικοί στην αντιμετώπιση και την υπερνίκηση
της πολιτικής καταπίεσης, υπό την οποία εργάζονται. Την περίοδο που
επισκεφθήκαμε τη Θεσσαλονίκη η τεράστια και ξαφνική εισροή εμπορευμάτων σε αυτό
το λιμάνι παρείχε μία ιδιαίτερα ευνοϊκή ευκαιρία…».
Μετά την παραίτηση του Ταλλεϋράνδου από το υπουργείο
Εξωτερικών της Γαλλίας, ο Λουδοβίκος ΙΗ΄ ανέθεσε την προεδρία της κυβέρνησης
και το υπουργείο Εξωτερικών στον Αρμάνδο-Εμμανουέλ ντε Ρισελιέ. Η θητεία του
Ρισελιέ διήρκησε από τις 26 Σεπτεμβρίου του 1815 έως και τις 29 Δεκεμβρίου
1818. Το υπουργικό συμβούλιο του Ρισελιέ ήταν βεβαίως υπέρ της παλινόρθωσης και
εναντίον κάθε μορφής βοναπαρτισμού και ρεπουμπλικανισμού. Το υπουργείο
Εσωτερικών είχε δοθεί στον υπερ-μοναρχικό κόμη του Βομπλάν. Οι πολιτικές
εξελίξεις μετά τις εκλογές του 1816 και του 1817 οδήγησαν τον Ρισελιέ στην
παραίτηση, ιδιαιτέρως μετά τη σύγκρουσή του με τον υπουργό της Αστυνομίας Ελιά
Ντεκάζ, έναν φιλελεύθερο «συνταγματικό» δημοφιλή πολιτικό την περίοδο της
παλινόρθωσης των βουρβόνων.
Ας δούμε, τι έγραφε ο Ρισελιέ το 1817 προς τον
Λουδοβίκο ΙΗ΄ σχετικά με τις προσπάθειες επανάκαμψης του γαλλικού εμπορίου στην
Ανατολή και τον διορισμό του Μποζούρ:
«Το εμπόριο
της Ανατολής μου φάνηκε ότι έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο μίας ειδικής
μελέτης για το ενδιαφέρον που η Μεγαλειότητάς σας επιδεικνύει σε όλα όσα
συνεισφέρουν στην ευημερία του βασιλείου… Στις σχέσεις της μ’ αυτή τη χώρα, η
Γαλλία είχε βρει τα πρώτα στοιχεία της παλιάς της ευημερίας, και φαίνεται ότι
είναι ακόμη εκεί που οφείλει να αναζητήσει τα μέσα για να την επαναφέρει. Αλλά
για να ανοίξουμε εκ νέου το δρόμο στους εμπόρους μας και τους εξερευνητές μας,
θεωρώ ως ουσιώδες να σταλεί επιτόπου ένα φωτισμένο άτομο για να αντλήσει από
εκεί τις απαραίτητες πληροφορίες χωρίς τις οποίες θα είναι αδύνατον να
επιχειρήσουμε με επιτυχία… Πριν την επανεγκατάσταση, θα πρέπει να γνωρίζουμε
και να εκτιμήσουμε τις αλλαγές που θα μπορούσε να έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια
των τελευταίων 25 χρόνων στη γενικότερη κατάσταση στην Ανατολή ώστε να
αξιολογήσουμε τις τροποποιήσεις που θα πρέπει να υποστεί το παλιό πλάνο, το
οποίο δεν μπορεί να τεθεί αμέσως σε λειτουργία παρά με την άμεση παρέμβαση ενός
ανώτερου εμπορικού πράκτορα εφοδιασμένου με όλες τις απαραίτητες εξουσίες για
το σκοπό αυτό».
Ο διορισμός του Μποζούρ στα 1817 ως «γενικός
επιθεωρητής του εμπορίου στην Ανατολή» γίνεται λοιπόν υπό το πρίσμα της
επικυριαρχίας του γαλλικού εμπορίου ή υπό την αίρεση να καταστεί τουλάχιστον
ανταγωνιστικό του αγγλικού και αυστριακού εμπορίου.
«Οι οδηγίες
που παίρνει ο παλιός πρόξενος της Θεσσαλονίκης δείχνουν τη βούληση της
Παλινόρθωσης, μέσω της εντολής αποστολής του υπουργού Εξωτερικών, να κλείσει
την τελευταία περίοδο και να επανέλθει σε μία προηγούμενη κατάσταση, αυτήν της ‟παλιάς
ευημερίας”. Αυτή η αποστολή αναδεικνύεται μέσα από το κείμενο των ‟γενικών
οδηγιών για τους προξένους της Γαλλίας στις χώρες του εξωτερικού”, της 8ης
Αυγούστου 1814. Αυτό το κείμενο έχει ως σκοπό την επανασύνδεση με το παρελθόν
με βάση το βασιλικό διάταγμα του Ιουνίου του 1781, το πλάνο της 3ης
Μαρτίου 1781 και των οδηγιών της 6ης Μαΐου 1781. Επιμένει ιδιαίτερα
στην προώθηση του εμπορίου, για το οποίο ο Φρανσουά Μποτού θρηνολογεί, ακόμη
και στα 1818, ως «η υπογονιμότητα». Ο Μποζούρ επιθεωρεί τη Θεσσαλονίκη αμέσως
μετά τη Σμύρνη, κάτι που δείχνει ότι η Σκάλα δεν έχει χάσει τίποτα από το
ενδιαφέρον της για τη Γαλλία, με τη Θεσσαλονίκη να διατηρεί την εικόνα ενός
μεγάλου λιμανιού της Ανατολής μέσα στα παριζιάνικα γραφεία της κεντρικής
διοίκησης».
Την εποχή εκείνη οι «Σκάλες» της Θεσσαλονίκης, της
Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο θαλάσσιο εμπόριο
της Ανατολής. Η Θεσσαλονίκη είχε καταστεί σταδιακά η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη
της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
«Ο πληθυσμός
της Θεσσαλονίκης ίσως ξεπερνά στην παρούσα φάση τις εβδομήντα χιλιάδες ψυχές.
Έχω ακούσει ότι εκτιμάται σε ενενήντα χιλιάδες, αλλά στην εκτίμηση αυτή
φαίνεται ότι υπάρχει κάποια υπερβολή. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο αριθμός των
κατοίκων είχει αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω της διεύρυνσης
του εμπορίου της περιοχής και εν μέρει λόγω της εγκατάστασης πλήθους
μεταναστών, που έχουν καταφύγει εδώ για να αποφύγουν την εξουσία ή την εκδίκηση
του Αλή Πασά. Ο πληθυσμός αποτελείται από τέσσερις ξεχωριστές τάξεις: Τούρκους,
Έλληνες, Εβραίους και Φράγκους… Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των ελληνικών
οικογενειών στη Θεσσαλονίκη είναι περίπου δύο χιλιάδες. Το μεγαλύτερο τμήμα του
ελληνικού πληθυσμού ασχολείται με το εμπόριο και πολλοί από τους Έλληνες
εμπόρους που κατοικούν εδώ έχουν αποκτήσει σημαντικές περιουσίες από αυτή την
πηγή. Το εμπόριο που διεξάγουν είναι ως έναν βαθμό εξαρτημένο από το εμπόριο
των Φράγκων εμπόρων της Θεσσαλονίκης, αλλά επιπροσθέτως διατηρούν ισχυρούς και
ανεξάρτητους δεσμούς με τη Γερμανία, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Μάλτα
και με διάφορες περιοχές της Ελλάδας».
Ενώ, λοιπόν, οι Έλληνες κατείχαν ένα σημαντικό κομμάτι
του εμπορίου τόσο μέσα στην πόλη όσο και στο θαλάσσιο εμπόριο, η εκπροσώπηση
του γαλλικού εμπορίου στη «σκάλα» της Θεσσαλονίκης είχε υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό.
Η έκθεση του Μποζούρ είναι σαφής:
«Η Σκάλα στη
Θεσσαλονίκη είναι πολύ υποβαθμισμένη απ’ ότι ήταν πριν είκοσι χρόνια. Από τους
10 εμπορικούς οίκους που υπήρχαν δεν έχουν μείνει παρά τέσσερις, και αυτοί οι
τέσσερις οίκοι δεν κάνουν σχεδόν τίποτα. Οι Έλληνες έχουν καταλάβει το εμπόριο
της Μασσαλίας και οι Γάλλοι δεν θα το ξαναβρούν ποτέ εάν η κυβέρνηση δεν πάρει
κάποια μέτρα για να το απαγορέψει στους ξένους ή τουλάχιστον να τους
απομακρύνει… Το Λιβόρνο και η Μάλτα φαίνεται ότι έχουν αντικαταστήσει τη Μασσαλία
στο εμπόριο της Θεσσαλονίκης, αλλά αυτό έγινε γιατί αυτά τα δύο μέρη έγιναν,
εξαιτίας του πολέμου, η αποθήκη της Αγγλίας. Το Λιβόρνο πιθανόν να διατηρήσει
ένα μέρος του εμπορίου καθώς υπάρχουν καταναλωτές στις γύρω περιοχές αλλά η
Μάλτα, που δεν έχει, ανθίζει μόνο σε περιόδους πολέμου όπως το Σεντ Τόμας και
το Λε Κρουά στις Αντίλλες. Αυτή η τόσο πολυσύχναστη αποβάθρα δεν πρέπει να
μείνει στη σκιά στη Γαλλία. Αλλά γενικώς το εμπόριο της Θεσσαλονίκης και όλης
της ευρωπαϊκής Τουρκίας μειώνεται παρά αυξάνεται επειδή αυτή η χώρα γίνεται
φτωχότερη αντί να γίνεται πλουσιότερη».
Ωστόσο, ο Μποζούρ προτείνει λύσεις για την αναγέννηση
του εμπορίου. Επαναλαμβάνει κυρίως τα παράπονα των τεσσάρων εμπορικών οίκων που
παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη: Oddo et Cie, Reboul et Cie, Fouquier et Giublich et Cie, Masse et Aubanel et Cie. Στα
1817 μόνον οι Mass και Oddo διέθεταν
τις απαραίτητες διαπιστεύσεις. Ο πρώτος χρεοκόπησε και εξαφανίστηκε, και ο
ίδιος και ο εμπορικός του οίκος στα 1819. Ο δεύτερος έχασε τις εγγυήσεις στα 1821.
Οι Γάλλοι έμποροι της Θεσσαλονίκης, όπως και στη
Σμύρνη, εκτιμούν ότι γραφειοκρατικά και οικονομικά προβλήματα αποτελούν τροχοπέδη
για την ανάπτυξη του εμπορίου και την επίτευξη των στόχων της γαλλικής
κυβέρνησης. Οι γενικές διαπιστώσεις είχαν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε
έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των εμπόρων (όσων είχαν απομείνει) και του γαλλικού
προξενείου. Το κλίμα δεν ήταν καθόλου ευνοϊκό αλλά είχε αρχίσει τουλάχιστον η
προσπάθεια για την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης.
Και ενώ η κεντρική διοίκηση στο Παρίσι αρχίζει την
προσπάθεια για να ξαναβρεί το γαλλικό εμπόριο στην Ανατολή την παλιά του αίγλη,
υποτροπιάζει και πάλι την περίοδο 1821-1822 με την έναρξη της Ελληνικής
Επανάστασης:
«Το γεγονός
αυτό οφείλεται στα τραγικά γεγονότα της Τουρκίας που ακολούθησαν την εξέγερση
των Ελλήνων… Όλες οι εμπορικές πράξεις της πόλης μας και όλες οι αναφορές προς
τα έξω είχαν ανασταλεί κατά τη διάρκεια των πρώτων εχθρικών κινήσεων των
ύπουλων Ελλήνων».
Εντύπωση προκαλεί η κατά κόρον χρησιμοποίηση της γαλλικής
λέξης perfide που
αποδίδει την έννοια του ύπουλου και παρανόμου.
Στην επιστολή του αυτή, που απευθύνει στο εμπορικό
επιμελητήριο της Μασσαλίας, ο Ρεμπούλ απηχεί τις οθωμανικές απόψεις για την ελληνική
εξέγερση το τέλος της οποίας πιστεύει ότι θα έρθει πολύ γρήγορα. Η ελληνική
επανάσταση έχει πράγματι ποικίλες συνέπειες στο εμπόριο της Θεσσαλονίκης. Παρ’
όλα αυτά, οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις, παρά τις βιαιότητες, έχουν μικρή
επίδραση στο εμπόριο. Τον Απρίλιο του 1822, ο ίδιος ο Μποτύ δείχνει πολύ
ικανοποιημένος από το γαλλικό εμπόριο, το οποίο ευνοείται από τον θάνατο ή την
αναχώρηση, εθελοντική από κάποιους, επιβαλλόμενης σε κάποιους άλλους, ενός
μέρους των Οθωμανών χριστιανών της πόλης. Ο Γάλλος πρόξενος απλώς λυπάται για
την έλλειψη πρωτοβουλιών των Γάλλων που θα μπορούσαν, κατά την άποψή του, να
σπρώξουν το πλεονέκτημά τους πολύ περισσότερο και να ξεπεράσουν τους
Αυστριακούς.
Εν κατακλείδι, στη Θεσσαλονίκη είχε αποδεκατιστεί ο ελληνικός
πληθυσμός, η πόλη είχε γίνει τόπος μαρτυρίου για τους αιχμαλώτους από τη Χαλκιδική
και τη Νάουσα, αλλά ο Μποτύ έδειχνε ικανοποιημένος για την ανάκαμψη του γαλλικού
εμπορίου ελλείψει των καρατομημένων Ελλήνων ανταγωνιστών!
(Σημ.: Βιβλιογραφία και πηγές δεν αναγράφονται για ευνόητους
λόγους. Αυτά και άλλα πολλά, με πλήρη βιβλιογραφία και πηγές, για την επανάσταση
του 1821 στη Μακεδονία στον τόμο «Η Επανάσταση
του 1821 και ο Εμμανουήλ Παπάς», εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2021).




