H θεοποίηση της …libido και του ανθρωπίνου πνεύματος
Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ
booksonthesites.blogspot.com
Η
ετεροχρονισμένη φόρτιση, που προκύπτει από την ιστορική προβολή παρελθόντων
γεγονότων ιδεολογιών και ιδεών, ταλανίζει με απολύτως υποκειμενικό τρόπο τη
σκέψη και τις ενέργειες του ανθρώπου ανά τους αιώνες. Αυτό είναι δυνατόν να
εκδηλωθεί και με πολύ κοινότυπα πράγματα, όπως ας πούμε ο διορισμός του εγγονού
στο δημόσιο, επειδή ο παππούς ήταν στο ΕΑΜ (άραγε ποια υπηρεσία μπορεί να το
βεβαιώσει;). Ή μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη βεβαιότητα ενός top model ότι ο Marx έλεγε …βλακείες! Στην πρώτη
περίπτωση, το θεωρητικό υπόστρωμα εμφανίζεται αφού προηγηθεί διάρρηξη των
σχέσεων με το περιεχόμενο της θρησκείας και τις οντολογικές εκφάνσεις της. Στη δεύτερη περίπτωση ίσως βοηθήσει η επιτυχία της επόμενης collection. Μαρξιστική θεωρία δεν θα υπήρχε (με όλα τα συνεπακόλουθα της απόκτησης
δικαιώματος σε διορισμό) αν ο Μαρξ, από την εφηβεία του σχεδόν, δεν είχε αποκηρύξει
τις συμβατικές απόψεις για τη θρησκεία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας
ιδεολογίας με καθαρά αθεϊστικά χαρακτηριστικά. Βεβαίως, ούτε ο Marx πρωτοτύπησε στην εποχή του καθώς
σαγηνεύτηκε από τα νεανικά χρόνια από την πανθεϊστική – αλλά στην ουσία της αθεϊστική
– φιλοσοφία του Hegel.
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Ο αρχιστράτηγος των
γερμανικών δυνάμεων και ιθύνων νους των κινήσεων του γερμανικού στρατού, από
τον Αύγουστο του 1916 έως και το φθινόπωρο του 1918, Erich Ludendorff κατάλαβε πολύ γρήγορα το λάθος του
και το 1919, ούτε ένα χρόνο μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, κυκλοφόρησε την
«Απολογία» του για τα πεπραγμένα στη διάρκεια των επιχειρήσεων και βεβαίως
αναφέρθηκε και στην υπόθεση Λένιν για την οποία έγραψε ότι, στέλνοντας τον
Λένιν στη Ρωσία, η Γερμανία είχε αναλάβει μία πολύ σοβαρή ευθύνη και ότι είχαν
υποτιμήσει τον κίνδυνο εξάπλωσης της «πανούκλας» και δυτικά! Κατηγόρησε τον
πρέσβη των μπολσεβίκων στο Βερολίνο ότι είχε οργανώσει την εξέγερση του Νοεμβρίου
του 1918, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Αλλά ο Ludendorff γνώριζε ότι οι κύριοι υποκινητές της
προπαγάνδας της δυσαρέσκειας στη Γερμανία ήταν οι «Σύμμαχοι», οι οποίοι και
«έφτιαξαν» την Τσεχοσλοβακία και τον Χίτλερ για να εξασφαλίσουν την έναρξη του
β΄ παγκοσμίου πολέμου. Μπορεί ο Marx να ήταν, κατά τον Engels, «ο
μέγας άνθρωπος που προσέφερε για πρώτη φορά επιστημονική βάση στο σοσιαλισμό»,
αλλά οι σοσιαλιστές – κομμουνιστές δεν θα παίρναμε όρκο ότι χρησιμοποίησαν
«επιστημονικά» εργαλεία για την επικράτησή τους.
ΘΕΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Ποιόν να κατηγορήσουμε,
λοιπόν, τον Marx ή τον
Hegel ο οποίος απέρριψε
την έννοια του Βιβλικού Θεού ως υπερβατικό όν, και θεοποίησε τον ανθρώπινο
πνεύμα οδηγώντας το στην αλαζονεία; Κανέναν από τους δύο. Απλώς, ο Hegel επανέφερε στο προσκήνιο το ιδεολογικό
format, κατά το
οποίο «φορτώνει» κάποιος τις αντιθέσεις, χωρίς τις αρχικές μονομέρειές τους.
Δηλαδή, διατύπωσε και αυτός, με τα δεδομένα της εποχής του, το σύμπλοκο
ιδεαλιστικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο έννοιες, απόψεις, ιδεολογίες κλπ πολεμούν
το ένα το άλλο μέχρι να ενωθούν και να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο, ενίοτε
εύκολα ελεγχόμενο και διαχειρίσιμο. Η ετεροχρονισμένη ανάγνωση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι εάν η «ένωση» αυτή είναι εκ των πραγμάτων
ανέφικτη, τότε ο αντικειμενικός σκοπός είναι η καταστροφή της «μονομέρειας» και
η δημιουργία ενός καινούργιου ελεγχόμενου «όλου». Αυτό αποτελεί, στις μέρες
μας, την αιχμή του δόρατος του παγκόσμιου νεοταξικού σχεδιασμού, κάτι ανάλογο
με τη Λενινιστική - Σταλινική προσπάθεια μπολσεβικοποίησης, ή την αντίστοιχη
του Χίτλερ ναζιστικοποίησης της Ευρώπης. Άλλωστε αυτοί που περνούσαν μια χαρά
στη Σοβιετική Ένωση ήταν μόνον οι ακραιφνείς Σταλινικοί και το ίδιο συνέβαινε
με τους Ναζί στη Γερμανία. Δηλαδή, αυτή
η «μονομέρεια» με την οποία ο Marx αντιμετώπισε τη θρησκεία έγινε αιτία της καταστροφής κάθε
άλλης διακριτής «μονομέρειας» σε εθνικό, πολιτιστικό και φιλοσοφικό επίπεδο.
