Translate

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΠΟ ΤΟ ΕΜΠΕΔΟ ΤΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΣΕΡΡΩΝ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΓΓΑΡΙΟ




ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΤΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΒΛΑΧΩΝ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ, ΣΤΙΣ 31/8/2022  ΣΤΟ ΒΕΛΛΙΔΕΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.






Τον Μάιο του 1919, αμέσως μετά την αποβίβαση της 1ης ελληνικής μεραρχίας στη Σμύρνη, και τα έκτροπα που ακολούθησαν, εκατοντάδες νέοι από τη Μακεδονία κλήθηκαν στα όπλα στο έμπεδο της μεραρχίας Σερρών καθώς ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η μικρασιατική περιπέτεια μόλις είχε αρχίσει με την αναγκαστική διεύρυνση του μετώπου πέρα από τα όρια που είχαν θέσει οι σύμμαχοι.

Πολλοί από αυτούς τους νέους ήταν απόγονοι των βλάχικων οικογενειών της ανατολικής Πίνδου ((Σαμαρίνα, Αβδέλλα, Περιβόλι), που μετά το 1832 παρέμειναν και ενσωματώθηκαν στα χωριά και τους οικισμούς στα όρη της Βροντούς, στις παρυφές του Μενοικίου όρους και σε άλλες περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας. Ένα μεγάλο τμήμα των βλάχικων αυτών οικογενειών δημιούργησαν αργότερα τους οικισμούς στο Σέλι και το Ξηρολίβαδο.

Μήπως, όμως, δεν ήταν τυχαία η περιπλάνηση των βλάχικων αυτών οικογενειών στην ανατολική Μακεδονία  για περισσότερα από 10 χρόνια μετά τη μεγάλη φυγή τους, ελέω Αλή Πασά, από τις πατρογονικές τους εστίες; Διότι από ιστορικής πλευράς παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον ο εντοπισμός των βλάχικων οικογενειών που παρέμειναν και ενσωματώθηκαν σε οικισμούς της περιοχής των Σερρών, αλλά και η ταύτιση των επιθέτων με τις οικογένειες που τελικά κατέληξαν στο Ξηρολίβαδο, στο Σέλι και σε άλλες περιοχές.

Η Ιστορία όμως πάει αρκετά πίσω. Στα μέσα του 14ου αιώνα, εκτός από τα κατεπανίκια Σερρών και Ζιχνών, οι πηγές αναφέρουν και το κατεπανίκιο Βαλαβίστης (μετέπειτα Σιδηρόκαστρο), το οποίο θα μπορούσε να αποδοθεί ως Βλαχόκαστρο. Τοπωνύμιο Βαλαβίστης αναφέρεται σε αρκετές πηγές.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι τα τοπωνύμια Βαλαβίστα, Δοβίστα, Προβίστα, Τσερβίστα και Χωροβίστα (ασχέτως αν αργότερα είχαν ενταχθεί ή όχι ως οικισμοί στο οθωμανικό τιμαριωτικό σύστημα) εκφράζουν τοποθεσίες που είτε είναι κάστρα, είτε έχουν φυσική οχύρωση, είτε είναι σε τέτοια θέση που δύσκολα γίνονται ορατές, είτε βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση επιτήρησης, και γενικώς με αυτά ορίζεται η θέση του οικισμού. Dove est? ρωτούσαν οι Λατίνοι!

Η ίδια μεθοδολογία ονομασίας στα τοπωνύμια υπήρξε, στην ίδια ή σε διαφορετική χρονική περίοδο, και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης. Έτσι, για παράδειγμα, ακόμη και σήμερα στις νορμανδικές ακτές υπάρχουν οι πόλεις Trouville, Deauville και Granville.

Μήπως, δηλαδή, οι οικογένειες αυτές ακολούθησαν μία διαδρομή που την είχαν ξανακάνει οι πρόγονοί τους, με αντίθετη φορά, μετά την κατάκτηση από τους Τούρκους, το 1383, της περιοχής των Σερρών; Διότι σε κάποιες περιπτώσεις, είναι εντυπωσιακή η ταύτιση των επιθέτων.

Μετά την ολιγοήμερη εκπαίδευσή τους, οι στρατεύσιμοι είχαν διασχίσει όλη τη Θράκη για να βρεθούν στην Αδριανούπολη. Τις λεπτομέρειες της επικής αυτής πορείας μας τις περιέγραψε ο οπλίτης Θεόδωρος Ιωαννίδης από το Δρυμό Θεσσαλονίκης, στο αδημοσίευτο μέχρι αυτή τη στιγμή ημερολόγιό του.


Ο Βασίλης Κάρτσιος με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας
Προσφυγικών Σωματείων Αντώνη Οραήλογλου.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων
Μιχάλης Μαγειρίας με τη κ. Μιμή Ντενίση, η οποία τιμήθηκε
για την προσφορά της στον μικρασιατικό πολιτισμό.

Από το χωριό Καρακασίμ είχαν ξεκινήσει πορεία 60 χιλιομέτρων, από το βράδυ της 12ης Ιουλίου μέχρι τα ξημερώματα της 13ης Ιουλίου 1920, και βρέθηκαν έξω από την ποθητή πόλη. Εκείνη την ημέρα στην Αδριανούπολη έγινε παρέλαση με την παρουσία του βασιλιά Αλέξανδρου και του διοικητή της Στρατιάς Θράκης Ε. Ζυμβρακάκη.

 Από τις 24 Δεκεμβρίου 1920, το Σώμα Στρατού Σμύρνης μετονομάστηκε σε Γ΄ Σώμα Στρατού. Οι μεραρχίες Αρχιπελάγους και Σμύρνης μετονομάστηκαν σε VIIη και Xη Μεραρχία αντίστοιχα. Η VII Μεραρχία ενισχύθηκε με το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων της ΙΙΙ Μεραρχίας. Στις 13 Δεκεμβρίου 1920, επιβιβάστηκαν από τη Ραιδεστό στο πλοίο «Αδριατικός» και μετά από 8 ώρες έφθασαν στην Πάνορμο.

Στην Πάνορμο παρέμειναν από τις 14 Δεκεμβρίου 1920 μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 1921, ημέρα κατά την οποία πήραν διαταγή να μετασταθμεύσουν στο χωριό Ετεντζίκ, 2,5 ώρες από την Πάνορμο. Εκεί μετά από έξι ημέρες πήραν διαταγή να αντικαταστήσουν την VII Μεραρχία στο μέτωπο. Επέστρεψαν στην Πάνορμο και εκεί η μονάδα τους υπήχθη υπό τις διαταγές της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Στις 9 Μαρτίου 1921, η 3η Μεραρχία έλαβε διαταγή να προχωρήσει την προέλαση προς κατάληψη του Εσκί-Σεχίρ. Την ίδια διαταγή είχαν λάβει και οι στρατιωτικές μας μονάδες στη Νικομήδεια και στο Ουσάκ.


Άποψη από το Ξηρολίβαδο, το μαγευτικό
Βλαχοχώρι του Βερμίου.


Το Γ΄ Σώμα Στρατού κατείχε μία ζώνη στο μέτωπο που άρχιζε από τη νότια όχθη της λίμνης Ασκανίας μέχρι τη βόρεια πλευρά του όρους Όλυμπος. Η Χ Μεραρχία ήταν στην Κίο, η ΙΙΙ στην Προύσα και η VII στο Κεστέλ.  Έτσι, λοιπόν, από τις 10 Μαρτίου 1921 όλα τα Σώματα Στρατού άρχισαν να κινούνται προς κατάληψη της οριογραμμής Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ.

Η ΙΙΙ Μεραρχία πήρε μέρος στη μεγάλη μάχη (14-17 Μαρτίου 1921) και στην πρόσκαιρη κατάληψη του Αβγκίν. Το Γ΄ Σώμα Στρατού είχε κινηθεί με την 3η, 7η και 10η Μεραρχία καθώς και με την ταξιαρχία του ελληνικού ιππικού. Είχαν προηγηθεί αναγνωριστικές επιχειρήσεις και αψιμαχίες με μικρές τουρκικές μονάδες.

Βεβαίως, οι οπλίτες των μεραρχιών θα είχαν στη συνέχεια (Ιούνιος – Σεπτέμβριος 1921) και άλλες τέτοιες «ευκαιρίες». Μετά την έναρξη υλοποίησης του σχεδίου του επιτελείου της Στρατιάς της Μικράς Ασίας για τη συντριβή των δυνάμεων του Κεμάλ στην περιοχή της Κιουτάχειας, και την κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης - Βαγδάτης από τον κόμβο του Εσκί Σεχίρ μέχρι τον κόμβο του Αφιόν Καραχισάρ, οι στρατιωτικές μας μονάδες θα βρεθούν, σε μία ατέρμονη πορεία με συνεχείς συγκρούσεις, πέρα από τον Σαγγάριο.

Οι στρατιωτικές αυτές επιχειρήσεις στον άξονα Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ θεωρήθηκαν επιβεβλημένες. Από το Εσκί Σεχίρ ξεκινούσε η μοναδική σιδηροδρομική γραμμή προς την Άγκυρα, και στο Αφιόν Καραχισάρ κατέληγε η σιδηροδρομική γραμμή που ξεκινούσε από τη Σμύρνη. Συνεπώς, ο έλεγχος αυτής της ζώνης άνοιγε διάπλατα το δρόμο προς την Άγκυρα.

Στις ασκήσεις επί χάρτου αυτό φάνταζε μία ιδιοφυής στρατηγική. Την άνοιξη, όμως, του 1921 είχαν στοιχειώσει οι προειδοποιήσεις, ήδη από το 1919, του στρατάρχη του δυτικού Μετώπου Φέρνινταν Φος και του στρατάρχη του βρετανικού αυτοκρατορικού στρατού Σερ Χένρι Γουίλσον. Για να είχε επιτυχή έκβαση οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση τέτοιας εμβέλειας στη Μικρά Ασία, η Ελλάδα θα έπρεπε να διαθέτει 30 ετοιμοπόλεμες μεραρχίες επί του πεδίου. Η Ελλάδα δεν θα είχε ποτέ περισσότερες από 11-12 μεραρχίες. Τον Σεπτέμβριο του 1921, μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Σαγγάριο, πρακτικά από πλευράς μάχιμων ανδρών, είχαν μείνει οι μισές!

Τον Σεπτέμβριο του 1921, με βάση τους επιτελικούς πίνακες, το υπουργείο Στρατιωτικών πιθανολογούσε ότι η δύναμη των παρόντων της Στρατιάς της Μικράς Ασίας ήταν τουλάχιστον 180.000 άνδρες, αλλά οι μάχιμοι στη γραμμή του μετώπου ήταν μόνον το 1/3, δηλαδή 60.000 άνδρες! Αυτή ήταν η δύναμη που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις μεραρχίες του Κεμάλ, σ’ ένα διευρυμένο μέτωπο 700 χιλιομέτρων.

Στα μετέπειτα χρόνια, οι αντιστράτηγοι θα συμφωνήσουν:

«Την κρισιμότερη στιγμή ο Ελληνικός Στρατός υποχρεώθηκε να διακόψει την επιθετική του προσπάθεια προς την Άγκυρα και να επανέλθη στη γραμμή εξόρμησής του, εξαιτίας της έλλειψης εφεδρειών και των δυσεπίλυτων προβλημάτων ανεφοδιασμού και συντήρησης από τη μεγάλη επιμήκυνση των γραμμών συγκοινωνιών του».

Οι τελευταίες μεγάλες απώλειες του ελληνικού στρατού, πριν την κατάρρευση του 1922, σημειώθηκαν 17-25 Σεπτεμβρίου 1921 στη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ. Για να μην πέσει στα χέρια του Κεμάλ η πόλη, είχαν σκοτωθεί 9 αξιωματικοί, 96 οπλίτες, και τραυματίστηκαν και βγήκαν εκτός μάχιμης υπηρεσίας 33 αξιωματικοί και 470 οπλίτες, ενώ 22 οπλίτες κηρύχθηκαν αγνοούμενοι. Δηλαδή, μέσα σε μία εβδομάδα εξουδετερώθηκε το ¼ της δύναμης κρούσης μίας μεραρχίας!

Τον επόμενο χρόνο και μετά την κλήτευση της κλάσης του 1922, σύμφωνα με τον πίνακα του 3ου Γραφείου της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού, με ημερομηνία 27 Μαΐου 1922, την 1η Απριλίου 1922 στα πρόσω της Στρατιάς της Μικράς Ασίας υπηρετούσαν 4.571 αξιωματικοί και 163.305 οπλίτες. Άλλοι 1.816 αξιωματικοί και 54.898 οπλίτες ήταν στα μετόπισθεν. Δηλαδή, συνολικά υπηρετούσαν 6.418 αξιωματικοί και 218.203 οπλίτες. Τότε γιατί χάθηκε η Μικρά Ασία;

Γιατί, όπως είδαμε, η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική από τους αριθμούς και τη στατιστική, και άλλαζε σε σύντομο χρονικό διάστημα ακόμα και στις περιόδους που δεν υπήρχαν στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ας δούμε την «Δεκαήμερο Δύναμη των παρόντων οπλιτών της Στρατιάς της Μ. Ασίας της 1ης Μαΐου 1922» σύμφωνα με την κατάσταση του 1ου Γραφείου της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την κατάσταση, τον Μάιο του 1922 οι μάχιμοι σε λόχους, ίλες και πυροβολαρχίες ήταν 129.541 οπλίτες και αξιωματικοί, στα μεταγωγικά μάχης και στα επιτελεία υπηρετούσαν 37.616 άνδρες, στα μεταγωγικά του Σώματος 55.653. Δηλαδή, για κάθε έναν οπλίτη ή αξιωματικό που πολεμούσε αναλογούσε σχεδόν ένας στρατιώτης στα μεταγωγικά!

Οι επιτελείς, όμως, της Στρατιάς της Μικράς Ασίας –παρά τις αποτυχημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μαρτίου του 1921- φαίνεται ότι είχαν διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων. Μετά την κατάληψη της Κιουτάχειας και του Εσκί Σεχίρ, ο αρχηγός της Στρατιάς Αναστάσιος Παπούλας, ο υπαρχηγός υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός και οι επιτελείς τους θεωρούσαν ότι σε γενικές γραμμές οι δυνάμεις του Κεμάλ είχαν αποσυντεθεί. Σε έκθεσή του, στις 12 Ιουλίου 1921, ο Ξενοφών Στρατηγός επισημαίνει ότι κατά την τελευταία αυτή μάχη ο εχθρός υπέστη «σοβαρωτάτη φθορά, υπολογιζομένη εις το έν τρίτον τουλάχιστον της δυνάμεως αυτού», και καταλήγει: «Τοιούτον υπήρξε το τέλος της Κεμαλικής Στρατιάς, η δε πλήρης διάλυσις των εναπομεινάντων λειψάνων δεν θα βραδύνη να επέλθη».

Αυτό το συμπέρασμα θα μπορούσε -για εκείνη τη χρονική συγκυρία- να είχε μία δόση αληθείας, μετά μάλιστα από μία νικηφόρα κατάληψη δύο πόλεων. Ο τρόπος διοίκησης του επιτελείου της Στρατιάς της Μικράς  Ασίας ήταν συγκεντρωτικός.  Όμως το βασικό πρόβλημα προερχόταν από την λανθασμένη αντίληψη για τις ικανότητες του εχθρού. Αυτή η αντίληψη που διακατείχε την ηγεσία της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, ότι η υποχώρηση του εχθρού ήταν αποτέλεσμα μόνον της αδυναμίας του, και όχι ίσως μία στρατηγική τακτική υποχώρησης, εξόργιζε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Βίκτωρα Δούσμανη. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά τις μάχες της Κιουτάχειας και του Εσκί Σεχίρ, τον Δούσμανη τον εξόργισε το γεγονός ότι μετά τη μάχη στο Εσκί Σεχίρ η Στρατιά δεν κατεδίωξε τους Τούρκους και τους έδωσε την ευκαιρία να ενεργήσουν μαζική αντεπίθεση.

Εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, οι ιστορικοί ανακαλύπτουν πολλές «εξοργιστικές» ενέργειες στη διαχείριση της κατάστασης στη Μικρά Ασία. Αυτό, όμως, που δικαιολογημένα θα θεωρούσε κάποιες εξόχως εξοργιστικό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ο φυγόστρατος Γεώργιος Κονδύλης, σε επιστολή του από την Κωνσταντινούπολη, προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Λονδίνο, πέντε μέρες πριν την τουρκική επίθεση στην Εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ, στις 13 Αυγούστου 1922, ότι ο στρατός του Κεμάλ ήταν «εν αθλία καταστάσει» και ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε καμία επιθετική ενέργεια!

Ως εκ τούτου, η μικρασιατική εκστρατεία αποτελεί  μία πολύτιμη διδαχή για τη στρατηγική, τακτική και την οργάνωση στα πεδία των μαχών, αν και ο σύγχρονος τρόπος εμπλοκής έχει αλλάξει πλέον δραστικά. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε τις πραγματικές συνθήκες που βίωσαν οι οπλίτες και οι αξιωματικοί στα πεδία των μαχών, και τις υπεράνθρωπες προσπάθειές τους, για να κατανοήσουμε τα αίτια μίας προδιαγεγραμμένης στρατιωτικής κατάρρευσης που διέλυσε τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας.





Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Ο ΟΛΕΘΡΙΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ ΤΟΥ 1821

 

ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΕ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑ 

ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΙΣΧΥΡΑ ΠΛΗΓΜΑΤΑ


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com


Ο Ιούνιος του 1821 υπήρξε ο πιο καταστροφικός μήνας για τις επαναστάσεις στη Μολδοβλαχία και στη Χαλκιδική. Τα ολέθρια αποτελέσματα της μάχης στο Δραγατσάνι, στις 7 Ιουνίου 1821, έδειξαν ότι ο Υψηλάντης δεν είχε τον χρόνο και την πολυτέλεια να προετοιμάσει τους επαναστάτες στο σύστημα πειθαρχίας και οργάνωσης ενός σώματος τακτικού στρατού. Οι συνέπειες υπήρξαν τραγικές αν και ο Υψηλάντης (σε αντίθεση με τον Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική) είχε υπό τις διαταγές του και επαγγελματίες στρατιωτικούς, όπως τους Μακεδόνες οπλαρχηγούς Γεωργάκη Ολύμπιο και Ιωάννη Φαρμάκη, τους αδελφούς του Γεώργιο και Νικόλαο, τον συνταγματάρχη του ρωσικού στρατού Έλληνα ευγενή Γ. Καντακουζηνό, τον πολωνό ταγματάρχη Γαρνόφσκυ, και άλλους Έλληνες και Σέρβους κατώτερους αξιωματικούς. Στο επιτελείο του ήταν και ο Κοζανίτης Γεώργιος Λασσάνης[1], ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα υπασπιστή. 
    
    Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν ήταν αρκετό, όπως αποδείχθηκε με την εγκληματική ανυπακοή του Καραβιά ο οποίος ήταν επικεφαλής 800 ιππέων. Αν και οι οδηγίες του Υψηλάντη ήταν σαφείς να μην δοθεί η μάχη στις 7 Ιουνίου, αλλά την επαύριον για να προλάβει να συγκεντρωθεί το σύνολο του στρατεύματος, και παρά τις προσωπικές συστάσεις του Γεωργάκη Ολύμπιου, ο παρορμητικός Καραβιάς[2] ξεκίνησε τη μάχη πέφτοντας στην παγίδα των Τούρκων οδηγώντας στην καταστροφή και τον Ιερό Λόχο που έσπευσε σε βοήθεια. Από τους 373 Ιερολοχίτες σκοτώθηκαν περισσότεροι από 200 αξιωματικοί και στρατιώτες, ενώ 37 αιχμαλωτίστηκαν και αποκεφαλίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Μετά βίας διασώθηκαν την τελευταία στιγμή, ο επικεφαλής του Ιερού Λόχου Νικόλαος Υψηλάντης, ο Γεώργιος Λασσάνης και ο πρωτεργάτης της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ.

«Η καταστροφική αυτή μάχη μπορούσε και έπρεπε να έχη αποφευχθή. Έγινε από την αλόγιστη πρωτοβουλία γενναίου αξιωματικού, που από φιλοδοξία και φιλοπρωτία παρακινημένος έδρασε με ασυγχώρητη επιπολαιότητα και αντιπειθαρχικά σε βαρύτατο βαθμό, υποτιμώντας τις δυνάμεις του εχθρού και παρανοώντας τις προθέσεις του, εκτιμώντας εσφαλμένα τις δυνατότητες και τις ανάγκες της ώρας και παραβιάζοντας καίρια το πολεμικό σχέδιο του Αρχιστρατήγου. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό θα δινόταν μάχη στην περιοχή εκείνη, αφού εξασφαλιζόταν πριν υπεροχή απέναντι του εχθρού με την άφιξη από το Ρίμνικο του συνόλου των φιλίων δυνάμεων. Η πρωτοβουλία του Καραβιά να κινηθή στην πεδιάδα με μόνο το τμήμα του αρχικά, χωρίς να ειδοποιήση καν τον Αρχιστράτηγο, είχε αποτέλεσμα να δοθή η μάχη εναντίον εχθρού κατά πολύ ισχυρότερου, και μάλιστα να παρασυρθή σε αυτήν από αλληλεγγύη και να εξοντωθή μικρό τμήμα πεζικού, ο Ιερός Λόχος, προορισμένο σύμφωνα με το σχέδιο να είναι σε θέση γενικής εφεδρείας».[3]

Μετά την καταστροφική μάχη στο Δραγατσάνι, οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές. Το πρωί της 17ης Ιουνίου 1821 ξεκίνησε η μάχη στο Σκουλένι, στην όχθη του Προύθου ποταμού. Με τη μάχη αυτή τερματίστηκε η οργανωμένη προσπάθεια των επαναστατών στη Μολδαβία. Οι συνολικές απώλειες υπολογίστηκαν σε 300 νεκρούς και πολλούς τραυματίες, ενώ στην τελική φάση της μάχης έπεσαν νεκροί και όλοι οι αρχηγοί, όπως οι Καρπενησιώτης, Κοντογόνης, Σταύρακας, Μίγγλερης, Δαιμονάκης, Σφαέλλος, Δαγκλιόστρος, Σεβαστόπουλος, Σοφιανός, Κόντος, Ιντσές, Λαγός, Βαλσαμάκης Μπαμπαλιάρης και ο 15χρονος Νικόλαος Μπιτζακτσής. Η ήττα των επαναστατών στο Σκουλένι προκάλεσε όμως και τουρκική πανωλεθρία με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

Η ιστορία της ελληνικής εξέγερσης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες είναι γεμάτη με μικρές ή μεγάλες συγκρούσεις μικρών –κατά κανόνα– επαναστατικών σωμάτων με τον πολυάριθμο τουρκικό στρατό (Στίγκα, μονή Κόζιας, μονή Σλάτινας, όρος Κόλτσι). Μετά από κάθε σύγκρουση οι Τούρκοι προέβαιναν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Εκατοντάδες αιχμάλωτοι αποκεφαλίστηκαν στους δρόμους και τις πλατείες στο Βουκουρέστι, στη Σιλίστρια αλλά και στη Κωνσταντινούπολη. Ο κύκλος έκλεισε με την εποποιία στη μονή Σέκου, τον Σεπτέμβριο του 1821, και τη θυσία του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Ιωάννη Φαρμάκη και των Φιλικών που τους ακολούθησαν μέχρι την τελευταία στιγμή.

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

Στις 2 Ιουνίου 1821 οι πρόκριτοι της Καλαμαρίας, της δυτικής περιοχής της Χαλκιδικής, στέλνουν αναφορά[4] στον Εμμανουήλ Παπά στη μονή Εσφιγμένου για τα επαναστατικά δρώμενα στον τομέα δράσης τους. Υπογράφει ο Παύλος Κώνστα και οι υπόλοιποι «τζορμπατζίδες» τα ονόματα των οποίων δεν αναφέρονται. Από την έκθεση αυτή των πεπραγμένων μαθαίνουμε ότι εκείνες τις ημέρες οι επαναστάτες «την περισότεριν καλαμαρίαν την έκαναν ζάπ», όπου έκαψαν πολλά τουρκικά χωριά. Οι πρόκριτοι ζητούν συγχώρεση από τον Εμμανουήλ «οπού ευγήκαμε έξο από την ορδινήαν σας», αιτιολογώντας αυτήν τους την ανυπακοή επειδή «εστενεύθημεν δια τους χριστιανούς οπού είχεν εκήνος ο τόπος».

Ο Εμμανουήλ προφανώς είχε δώσει εντολή να μην πειράξουν οι επαναστάτες τους τουρκικούς οικισμούς διότι αυτό θα προκαλούσε την άμεση κινητοποίηση του τουρκικού στρατού της Θεσσαλονίκης, κάτι το οποίο θα λειτουργούσε αποτρεπτικά στο σχέδιο για την περικύκλωση της πόλης. Ο Εμμανουήλ είχε δώσει τις εντολές αυτές και για έναν ακόμη πολύ σοβαρό λόγο. Οι επαναστάτες δεν ήταν επαρκώς εξοπλισμένοι.  Όπως επισημαίνεται στην αναφορά «το περισσότερον στράτευμα είναι δίχως τυφέκια μόνον με ταξύλα εις το χέρι». Από την αναφορά αυτή προκύπτουν και άλλα δύο ονόματα ιθυνόντων. Κάποιος «κυρ άγγελος» ο οποίος στάλθηκε από τους επαναστάτες στις πόρτες (στη σημερινή Ν. Ποτίδαια) «να συνομηλίση με τον κυρ Ιωάνη κασανδρινόν».

Στις 4 Ιουνίου 1821, δύο ημέρες μετά, ο Άγγελος Βασιλικού ενημερώνει τον Εμμανουήλ Παπά ότι οι επαναστάτες έφθασαν «έως τα τείχη της Θεσσαλονίκης», όμως «προμένοντες τον καλόν ερχομόν σας εστάθημεν έως εκεί. Όθεν παρακαλούμεν να μην μας λυπήσητε εις τούτο, μόνον να μας χαροποιήσητε με τον καλόν ερχομόν σας εντάχι». Επομένως, στις 4 Ιουνίου 1821, οι επαναστάτες περίμεναν τον Εμμανουήλ να ηγηθεί της πολιορκίας της Θεσσαλονίκης. Ο Άγγελος Βασιλικού ενημερώνει τον Εμμανουήλ Παπά και για τις παρασπονδίες του «κυρ γιανιού κασσανδριανού» που «πειράζει τους χριστιανούς κατά πολλά» και τους απειλεί να τους πάρει το σιτάρι από τον Άγιο Μάμα (καθότι Ιούνιος μήνας)! Ο Βασιλικού ζητά την παρέμβαση του Εμμανουήλ να συνετίσει τον Γιαννιό τον Κασσανδρινό γιατί «εις τούτο θέλει γείνει κανένας τράκος εις το αναμεταξή μας και δεν είναι καλά»[5].

Από γράμμα-αναφορά της 6ης Ιουνίου 1821 του Ιωάννη Χ΄΄χρήστου προς τον Εμμανουήλ Παπά μαθαίνουμε ότι οι επαναστάτες είχαν πλησιάσει σε απόσταση τριών ωρών από τη Θεσσαλονίκη αλλά αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Σιθωνία «στενοχωρηθέντες ημείς μεγάλως από τους τυράννους». Επίσης, ζητούν από τον Εμμανουήλ να παρθούν αποφάσεις: «Αυθέντα, όσον τάχιστα να επιταχύνετε τους σκοπούς σας, επειδή είμεθα γυμνοί καθ’ όλα. Προχωρούμεν όμως, καίτοι αδύνατοι από τζιπχανέ (εφόδια), θριαμβευτικώς και ελπίζομεν να μας προφθάσητε. Ταύτα και μένω εις τους ορισμούς της ευγενείας της».

Από το γράμμα της 6ης Ιουνίου προκύπτουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες. Τα καράβια που είχε ζητήσει ο Εμμανουήλ (μία μοίρα του εθνικού στόλου), για να δράσουν εναντίον της Θεσσαλονίκης, δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους και έτσι οι επαναστάτες ευρισκόμενοι στη Σιθωνία αποφάσισαν να μισθώσουν προσωρινά δύο καράβια «έως να φθάσωσιν τα αποφασισθέντα». Όμως, ο κυρ Αγγελής (ο κυρ Άγγελος που είχε πάει στις πόρτες για συνομιλίες με τον Ιωάννη Κασσανδρινό) «δεν το έστερξε προφασιζόμενος ότι χρείαν καραβίων δεν έχομε». Και μάλιστα, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, χαρακτήρισε τους καπετάνιους των καραβιών και τους επαναστάτες κουρσάρους! Από το γράμμα προκύπτει ότι ο Εμμανουήλ είχε στείλει επιστολές σε καπετάνιους από το Μεγάλο Έμβολο του κόλπου της Θεσσαλονίκης, την Κασσάνδρα, και τις Σποράδες αναζητώντας να μισθώσει πλοία[6].

Από γράμμα της 9ης Ιουνίου 1821 προς τον Εμμανουήλ Παπά προκύπτει ξεκάθαρα η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου του 1821. Υπογράφουν οι (Γ)ιανουλάκης Αγγέλου, Αναγνώστης Γεωργίου από Κασσάνδρα και κάποιος Αθανάσιος από τον Πολύγυρο. Παρά τις πρόσκαιρες νίκες των διαφόρων τμημάτων (κολόνες) των επαναστατών, οι όποιες επιθετικές ενέργειες προς τα δυτικά είχαν σταματήσει: «…μάλιστα έως τώρα πέντε έξη πολέμους οπού κάμαμεν». Οι επαναστάτες είχαν αποσυρθεί στον Πολύγυρο και στην Κασσάνδρα και περίμεναν εφόδια και οδηγίες για το τι μέλλει γενέσθαι: «… και καμμία ορδινία δεν έχομεν, και δεν ηξεύρομεν, την διωρισμένην ημέραν οπού θε να γένη το κίνημα, δια να γένουν ητοιμασίαις».


Η σημαντικότερη όμως πληροφορία που διασώζεται από αυτό το γράμμα της 9ης Ιουνίου είναι ότι ο Εμμανουήλ Παπάς δεν είχε αναθέσει ακόμη σε κανένα να ηγηθεί των επαναστατών που θα δρούσαν δυτικά προς τη Θεσσαλονίκη: «Προς τούτοις, αυθέντα, αν είναι εύλογον οπού να μας στείλης έναν άνθρωπον ιδικόν σας, δια να κάμη ένα κουμάντο απάνω εις το ασκέρι, επειδή σε ρέπελο ευρισκόμασθε. Λοιπόν ανάγκη είναι να μας στείλης άνθρωπον, οπού να έμβη το ασκέρι εις τάξιν, να μη μας τύχη ασκέρι του εχθρού μας περισσό, και ημπορούνε να μας γένη χαλασμός»[7].

Είναι περίεργο, αλλά το όνομα του Στάμου Χάψα δεν εμφανίζεται πουθενά στην αλληλογραφία των επαναστατών με τον Εμμανουήλ Παπά, εκείνο το κρίσιμο δεκαήμερο του Ιουνίου του 1821. Αν ο Χάψας είχε ορισθεί επικεφαλής του δυτικού τμήματος τότε γιατί στις 9 Ιουνίου οι επαναστάτες γράφουν ότι βρίσκονται σε «ρέπελο» και ζητούν από τον Εμμανουήλ να τους στείλει έναν αρχηγό να βάλει το ασκέρι σε τάξη; Αλλά το όνομα του Στάμου Χάψα δεν εμφανίζεται πουθενά σε όλο το αρχείο του Εμμανουήλ Παπά, ούτε στο ευρετήριο των κυρίων ονομάτων του Απόστολου Βακαλόπουλου στο βιβλίο του για τον αρχηγό και υπερασπιστή της Μακεδονίας.

Το αδιέξοδο στο οποίο είχαν περιπέσει οι επαναστατικές ενέργειες, κυρίως λόγω της έλλειψης εφοδίων και πυρομαχικών, διαφαίνεται καθαρά από την επιστολή των 20 ηγουμένων των μοναστηριών του Αγίου Όρους (9 Ιουνίου 1821) προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Οι προϊστάμενοι των μονών ζητούν απεγνωσμένα την αποστολή πολεμοφοδίων: «… Ορέξασα γουν ημίν χείρα βοηθείας, επιχορηγήση και όπλα και πυρίτιδα κόνιν και παν ό,τι άλλο αρμόδιον τω πολέμω, διορίζουσα και πλοία εις το περιφέρεσθαι εις εκάτερα τα μέρη του αγιωνύμου τούτου Όρους προς εμπόδιον πάσης ορμής και εφόδου των απίστων Αγαρηνών. Την επιστολή μετέφεραν στον Δημήτριο Υψηλάντη ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Βατοπεδινός και ο καθηγούμενος του ιερού κοινοβίου Κωνσταμονής Χρύσανθος για να ενημερώσουν και δια ζώσης τον Υψηλάντη ότι «… ο τόπος ούτος κινδυνεύει και εις παντελή πανολεθρίαν έρχεται, εφορμούντων των Αγαρηνών μετά μεγάλου θυμού και ανειλεότητος»[8].

Άλλωστε, στις 12 Ιουνίου 1821, ο Εμμανουήλ Παπάς ζητά με επιστολή του από τον Πολύγυρο προς τους Σπετσιώτες καραβοκυραίους ν’ αγοράσει χίλιες οκάδες μπαρούτη διότι «…όσην κι αν είχωμεν μέχρι τούδε δια τας πολλάς μας εκστρατείας, και δια την έλλειψιν εδώ εις πάντας τους ομογενείς αδελφούς και ως περιωρισμένοι πανταχόθεν υπό των εχθρών, το κατεξοδεύσαμεν σχεδόν». Όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Εμμανουήλ έστειλε το γράμμα με τον Κασσανδρινό Ιωάννη Γκουτζιά στον οποίο έδωσε και τα χιλιάδες γρόσια για να πληρωθούν οι 1.000 οκάδες μπαρούτη τουφεκίου άμεσα: «…παρ’ ού θέλετε λάβει και την τιμήν»[9].

Ο Εμμανουήλ, λοιπόν, στις 12 Ιουνίου βρίσκεται στον Πολύγυρο και ζητά να προμηθευτεί μπαρούτη. Ο Εμμανουήλ κάνει λόγο για ασυγκράτητη ορμή των επαναστατών και ότι το μόνο που την εμποδίζει είναι η έλλειψη μπαρουτιού. Δεν αναφέρει τίποτα για την καταστροφή των Βασιλικών (στις 9 Ιουνίου), ούτε για την εξολόθρευση του σώματος του Στάμου Χάψα (10 ή 13 Ιουνίου;) και τον σφαγιασμό των μοναχών του μοναστηριού της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας. Λογικά θα έπρεπε να τα αναφέρει στην επιστολή του για να τονίσει την κατεπείγουσα ανάγκη προμήθειας μπαρουτιού.

Η απάντηση στα ερωτήματα που προκύπτουν έρχεται από την επιστολή, της 14ης Ιουνίου 1821, των ηγουμένων των μονών του Αγίου Όρους προς τους προκρίτους των Σπετσών από τους οποίους ζητούν μπαρούτη και καράβια για την προστασία του Αγίου Όρους. Δεν είναι τυχαίο ότι, μέσα σε λίγες ημέρες, τις επιστολές του Εμμανουήλ Παπά ακολουθούν επιστολές των προϊσταμένων των μονών με τα ίδια αιτήματα, επισημαίνοντας ότι αν δεν σταλεί βοήθεια τα μοναστήρια οδηγούνται σε αφανισμό[10].

«Οι κάτοικοι της χερσονήσου Κασσάνδρας και οι της Σκιάς, ή της Συκιάς, καθοπλισθέντες προχωρούσιν εις το μέρος της Θεσσαλονίκης νικηταί, ως εμάθομεν. Οι ημέτεροι εκίνησαν με ορμήν και ανδρίαν προς το μέρος του Σταυρού λεγομένου χωρίου, και πολεμούσι με τους εκεί συναχθέντας Αγαρηνούς. Αλλ’ επειδή και προς το μέρος εκείνο έμαθον ότι έρχεται πασσιάς με πλήθος οχθρών, απέστειλαν ζητούντες παρ’ ημών και άλλο μπαρούτι και βόλια, και άλλα προς πολεμικήν παράταξιν επιτήδεια».

Έτσι, λοιπόν, στις 14 Ιουνίου οι ηγούμενοι των μονών του Αγίου Όρους δεν αναφέρουν για την εξολόθρευση του σώματος των Συκιωτών υπό τον Στάμο Χάψα στις παρυφές του μοναστηριού της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, και θεωρούν ότι αυτοί προχωρούν προς τη Θεσσαλονίκη νικητές! Είναι αδύνατον να έγινε η μάχη στις 10 Ιουνίου και να μην το είχαν πληροφορηθεί στο Άγιον Όρος στις 14 Ιουνίου, μετά από τρεις ημέρες, ή να μην είχαν πληροφορηθεί την καταστροφή των Βασιλικών στις 9 Ιουνίου.

Επίσης, από την επιστολή προκύπτει ότι στις 14 Ιουνίου βρίσκονταν ήδη στο Στρατωνικό όρος, κοντά στο Σταυρό, οι μοναχοί με τους υπόλοιπους Μαντεμοχωρίτες και Ιερισσιώτες για να προλάβουν να ανακόψουν τις δυνάμεις του Μπαϊράμ (Μπεχράμ) πασά.

«… ο ενταύθα παρά της κοινότητος της ελευθερίας αποσταλείς ευγενέστατος Κύριος Μανουήλ όχι ολίγον θάρρος και μεγαλοψυχίαν ενέπνευσεν εις τας καρδίας ημών, πληροφορών ημίν την φιλελεύθερον των γενναίων Σπετσιωτών διάθεσιν και την προς πάντας μεγαλόδωρον χορηγίαν αυτών και βοήθειαν, και ότι εικοσιτέσσαρα αυτών καράβια είχον έτοιμα, τα μεν είκοσι κατά της Θεσσαλονίκης να πέμψωσι, τα δε τέσσαρα προς φύλαξιν του αγιωνύμου Όρους και των πέριξ χριστιανών. Και ούτω συναθροίσας τους ενταύθα και τους πέριξ εγχωρίους χριστιανούς εκίνησε με μεγαλοψυχίαν και γενναιότητα κατά των εχθρών, εις το στράτευμα του οποίου εδόθησαν παρ’ ημίν όπλα, μπαρούτι και άλλα…».

Δυστυχώς, είναι αχρονολόγητο ένα κρίσιμο γράμμα-έκκληση[11] των κατοίκων του Πολυγύρου και των πέριξ χωριών για βοήθεια προς τον Εμμανουήλ Παπά. Στο γράμμα αυτό υπάρχει χρονικός προσδιορισμός του χαλασμού που έγινε στα Βασιλικά, το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, τη Γαλάτιστα: «…εχθές ος καθώς έγινεν εκήνον το κακόν και μεγάλος θρίνος εις εκίθεν θεσσαλονικία χορία…». Χιλιάδες άμαχοι, γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι είχαν καταφύγει στον Πολύγυρο και «παρηγορίαν δεν έχον». Επίσης, από το γράμμα αυτό συνάγεται ότι 50 Πολυγυρινοί βρέθηκαν μέσα στα Βασιλικά και κατόρθωσαν να επιστρέψουν στον Πολύγυρο, και συνεπώς περιέγραψαν ως αυτόπτες μάρτυρες την καταστροφή της πόλης και τις σφαγές των κατοίκων της.

Όμως, στο αχρονολόγητο αυτό γράμμα υπάρχει μία επιπρόσθετη πληροφορία για την εμφάνιση έξι καραβιών στην Κασσάνδρα, και το ένα εξ αυτών μάλιστα φάνηκε να πλέει προς τον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Την πληροφορία αυτή αξιοποιεί ο Εμμανουήλ Παπάς σε επιστολή του από τον Πολύγυρο προς τους καπετάνιους των καραβιών αυτών (χωρίς να γνωρίζει ποιοι είναι και από πού είναι τα καράβια αυτά), στις 16 Ιουνίου 1821: «…χθες ακόμη εμάθομεν τον καλόν σας ενταύθα ερχομόν…». Επομένως, η επιστολή-έκκληση των κατοίκων του Πολυγύρου είναι της 15ης Ιουνίου και συνεπώς όλα τα δραματικά γεγονότα μεταξύ Βασιλικών και Γαλάτιστας συνέβησαν στις 13 και 14 Ιουνίου 1821.

Ο Εμμανουήλ είχε στείλει την επιστολή προς τους καπετάνιους με τον γιό του τον Γιαννάκη και τον Νικηφόρο τον Ιβηρίτη για να πληροφορηθούν αν πρόκειται για τα καράβια που περίμεναν για την επίθεση εναντίον της Θεσσαλονίκης. Ο Εμμανουήλ προτρέπει τους καπετάνιους (χωρίς να γνωρίζει ποιος τους έστειλε τελικά) να κινήσουν κατά της Θεσσαλονίκης για αντιπερισπασμό «…και ίσως με τούτο καταπαύσομεν των εχθρών την ορμήν και την έξω και την έσω…». Ο Εμμανουήλ σκιαγραφεί με τον πλέον τραγικό τρόπο το τέλος της πρώτης φάσης της επανάστασης στη Χαλκιδική: «… διότι, αδελφοί, όλα τα πέριξ χωρία τα κατεφάνησαν οι εχθροί, και πολλούς αδελφούς μας χριστιανούς κατέσφαξαν, καθώς θέλετε βεβαιωθή περί αυτού σαφέστερον παρά του υιού μου, και του λογιωτάτου Νικηφόρου»[12].



[1] Σύμφωνα με τον κατάλογο των Φιλικών εκ του Αρχείου Σέκερη, ο Λασσάνης μυήθηκε την 1η Μαρτίου 1818. Ήταν από τις πρώτες μυήσεις εκείνου του έτους: «Γεώργιος Ιωάννη Λασσάνης. – Από Κοζάνην της Μακεδονίας. Σπουδαίος. Χρόνων 25. Διά Κωνσταντίνου Χριστοδ. Πεντεδέκα. Φλ. 30. α΄ Μαρτίου 1818. Προς Γεώργιον Παπά Λαζάρου, εις Θεσσαλονίκην». Εντύπωση προκαλεί η αναφορά ως «σπουδαίος» εκεί που σε όλες σχεδόν τις εκατοντάδες άλλες «εγγραφές» υπάρχει η ιδιότητα του Φιλικού (έμπορος, διδάσκαλος, στρατιωτικός, καπετάνιος κ.λπ.). Υπάρχουν, όμως, ισχυρές ενδείξεις ότι ο Λασσάνης είχε μυηθεί από τους πρώτους το 1816, από τον Γαλάτη και ότι ο έμπορος από τα Ιωάννινα Κωνσταντίνος Πεντεδέκας απλώς «τελειοποίησε» τη μύηση το 1818 (Κανδηλώρος). Πολλές από τις μυήσεις του Γαλάτη δεν είχαν ακολουθήσει το τυπικό της Φιλικής Εταιρείας. Μάλιστα, ο Θεόδωρος Νέγρης «μέγας Κόμισος εις Ιάσιον», σε υπόμνημά του προς την Αρχή της Φιλικής Εταιρείας, με ημερομηνία 12 Απριλίου 1819, χαρακτήρισε τον Γαλάτη «μισογενές τέρας»! που μόλυνε όσους είχε πλησιάσει: «…Ούτω τον Λασσάνην, ούπω ηθικώς διαφθαρέντα ως άσχετον, μολυνόμενον δε παρά του τέρατος, άφησα να μεταβή, εφόδια δους, όπου αι πρόωροί του επιθυμίαι παρέφερον. Και ιδού, ως μανθάνω, καθημερινώς τελειοποιείται…» (Φιλήμονος, τ. 1ος , σελ. 142). Το πολυσέλιδο υπόμνημα Νέγρη είναι σημαντικό διότι περιέχει πολλές πληροφορίες για την κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας εκείνη την περίοδο.

[2] Φωτεινός Ηλίας, Οι άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής επαναστάσεως το 1821 έτος, Λειψία 1846. Αναδημοσίευσις, Αθήνα 1956.

[3] Η Ελληνική Επανάσταση και η Ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1821-1832), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, 1975, σελ. 55.

[4] Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Εμμανουήλ Παπάς, «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας», Η ιστορία και το αρχείο της οικογένειάς του, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1981, έγγραφο της ΙΕΕΕ, σελ. 67.

[5] Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Εμμανουήλ Παπάς, «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας», ό.π., έγγραφο της ΙΕΕΕ, σελ. 72-74.

[6] Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Εμμανουήλ Παπάς, «Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας», ό.π., έγγραφο της ΙΕΕΕ, σελ. 75-76.

[7] Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος τέταρτος, Εκ του Τυπογραφείου Π. Β. Μωραϊτίνη, Αθήναι 1861, σελ. 434.

[8] Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος τέταρτος, Εκ του Τυπογραφείου Π. Β. Μωραϊτίνη, Αθήναι 1861, σελ. 437-438.

[9] Χ΄΄Αναργύρου Ανάργυρος, Σπετσιωτικά, Αθήναι 1861, τ. 1, σελ. 379-380.

[10] Χ΄΄Αναργύρου, ό.π., σελ. 372-377. Επίσης, Λιγνός Αντώνιος, Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1822, τ. 1, σελ. 7-10.

[11] Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 87-89.

[12] Βακαλόπουλος, ό.π., σελ. 89-90.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

AUKUS, BELH@RRA ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com




AUKUS or JoBo & Scott Co.


Δεν γνωρίζουμε αν το σχέδιο για τον εξοπλισμό του πολεμικού ναυτικού της Αυστραλίας (Royal Australian Navy), με 8 αμερικανικής και βρετανικής κατασκευής πυρηνοκίνητα υποβρύχια, είχε δρομολογηθεί πολύ πριν τη σύνοδο κορυφής της G7 αλλά αυτή καθ’ εαυτή η ακύρωση από την Αυστραλία της σύμβασης για τη ναυπήγηση σε γαλλικά ναυπηγεία 12 συμβατικών υποβρυχίων αποτέλεσε μία πράξη ατιμίας,  ακόμη και για τα δεδομένα του πολυπλόκαμου κόσμου των πολεμικών βιομηχανιών. Διότι επρόκειτο για ένα πρόγραμμα εν εξελίξει στο οποίο εργάζονταν 3.500 εξειδικευμένοι τεχνικοί και εργάτες, με τη συμμετοχή μάλιστα και δεκάδων Αυστραλών τεχνικών.

Η σύμβαση είχε υπογραφεί το 2016 και προέβλεπε την κατασκευή 12 ντιζελοκίνητων υποβρυχίων αξίας 66 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο διευθύνων σύμβουλος της Naval Group, Pierre Eric Pommellet, δήλωσε ότι η κυβέρνηση της Αυστραλίας ανακοίνωσε την ακύρωση της σύμβασης με την εταιρεία του χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και με απίστευτη ωμότητα (Independent.co.uk). O Pommellet επεσήμανε, επίσης, στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro ότι η εταιρεία του θα διεκδικήσει όχι μόνον τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί, αλλά και τις αποζημιώσεις για το σύνολο των υποδομών και των εργαζομένων που χρησιμοποιήθηκαν για να υλοποιηθεί η σύμβαση κατασκευής των υποβρυχίων.

Ενδεικτικό των διεργασιών που προκάλεσε στα πολυεθνικά μεγαθήρια της πολεμικής βιομηχανίας η ωμή ανακοίνωση της ακύρωσης της σύμβασης της Naval Group από την κυβέρνηση της Αυστραλίας είναι το δημοσίευμα της Μύριαμ Ρόμπιν  στο Financial Review με τον ειρωνικό τίτλο «Το χαμένο συμβόλαιο για τα υποβρύχια της Naval Group δεν μπορεί να βλάψει την Rheinmetall». Η Rheinmetall είναι μία πολυεθνική πολεμική βιομηχανία με έδρα το Μόναχο και κεντρικά στο Ντίσελντορφ, που εμπλέκεται στην κατασκευή της επόμενης γενιάς των τεθωρακισμένων του αυστραλιανού στρατού, ως τμήμα του προγράμματος εκσυχρονισμού Land 400 ύψους 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Όπως έγραψε η Ρόμπιν, η πρόταση του γερμανικού κολοσσού έγινε και με εκλογικά κριτήρια καθώς η συμπαραγωγή θα έχει έδρα στο Κουίνσλαντ, όπου ο εκλογικός συνασπισμός του Σκοτ Μόρισον είχε λάβει 23 από τις 30 έδρες. Εκεί εκλέγεται και ο υπουργός Άμυνας Πίτερ Ντάτον, ο οποίος δήλωσε ότι η Αυστραλία ήταν «ειλικρινής, ανοικτή και έντιμη» με τη Γαλλία στο θέμα των υποβρυχίων! Το «σύστημα» του Μπάζιλ Ζαχάρωφ πλανάται πάνω από την υφήλιο.

Παραφράζοντας τη ρήση του λόρδου Πάλμερστον  ότι «τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς, αλλά μόνον σταθερά συμφέροντα», θα λέγαμε ότι «τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς γιατί οι πολυεθνικοί κολοσσοί έχουν μόνον σταθερά συμφέροντα». Ο Πάλμερστον, παλιά πολιτική «καραβάνα» του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1807 έως και τον θάνατό του το 1865 όντας στο πρωθυπουργικό αξίωμα, διετέλεσε υπουργός των στρατιωτικών μέχρι το 1828, και υπουργός Εξωτερικών από το 1830 και για πολλά χρόνια στη συνέχεια. Ως εκ τούτου διαμόρφωσε εν πολλοίς και τη διπλωματική στάση της Αγγλίας όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821 αλλά και κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών ύπαρξης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ο αυταρχικός Πάλμερστον, που υπήρξε κατά καιρούς μέλος όλων των κομμάτων (Ουίγοι, Τόρις, Φιλελεύθεροι), υπήρξε ο βασικότερος θιασώτης των βρετανικών συμφερόντων και του δόγματος της αγγλικής ηγεμονίας του κόσμου του 19ου αιώνα.

Έτσι, λοιπόν, δικαιολογείται και το Brexit, και η σπουδή του Μπόρις Τζόνσον να συμμετάσχει στην AUKUS με στόχο να ηγεμονεύει η Βρετανία στον Ειρηνικό και στον Ινδικό ωκεανό, έστω και στη σκιά της Ουάσιγκτον. Γιατί η τριμερής αυτή αγγλοσαξονική στρατηγική συμμαχία, με πρόσχημα τον κίνδυνο από τον «κινέζικο δράκο», δεν αποτελεί μόνο ένα εμπορικό συμβόλαιο για την κατασκευή 8 πυρηνοκίνητων υποβρυχίων, αλλά περιλαμβάνει και όλο το πλέγμα της κυβερνοασφάλειας, τον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και τον τομέα των εξελιγμένων πυρηνικών συστημάτων. Οι Βρετανοί απλώς ακολούθησαν την πεπατημένη τους, που την είχε συνοψίσει κάποτε (1995) ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Μάλκομ Ρίφκιντ: «Οποιαδήποτε ευρωπαϊκή δράση στον τομέα της άμυνας πρέπει να αφορά διακρατικές συνεργασίες, όχι νέες υπερεθνικές δομές».

Η «θορυβώδης» αντίδραση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, και του συνόλου της γαλλικής διπλωματίας, ήταν φυσικό να πυροδοτήσει μία σειρά δημοσιευμάτων στα οποία μπορεί κανείς να ανιχνεύσει προσπάθειες ανάγνωσης αυτής νέας τριμερούς συμμαχίας Ηνωμένων Πολιτειών, Βρετανίας και Αυστραλίας, την οποία μάλιστα πληροφορήθηκε ο πλανήτης από τον ίδιο τον Τζο Μπάιντεν με «έκτακτο ανακοινωθέν». Το Λονδίνο κατηγορήθηκε για καιροσκοπισμό, αλλά στη βρετανική πρωτεύουσα δεν ίδρωσε το αυτί κανενός. Η αντίδραση του Μπάιντεν στις διαμαρτυρίες της γαλλικής διπλωματίας ήταν κατευναστική, όπως σ’ ένα παιδί που κάποιος άλλος πιτσιρικάς του παίρνει το γλειφιτζούρι από τα χέρια.

Οι Αγγλοσάξωνες υπενθύμισαν στον Μακρόν ότι η Γαλλία, μετά την οριστική συντριβή του Ναπολέοντα στο Βατερλό, εξακολουθεί να παίζει το ρόλο του βαστάζου των συμφερόντων τους ανά τον κόσμο και υπέδειξαν στο Παρίσι να περιοριστεί στην ανατολική Μεσόγειο. Έτσι, λοιπόν, μας προέκυψε η αμυντική συμφωνία Γαλλίας – Ελλάδας με τα 24 Rafale και τις 3+1 φρεγάτες Belh@rra. Διότι όπως δήλωσε ο Γάλλος πρόεδρος, η συνεργασία Ελλάδας – Γαλλίας εντάσσεται στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και ότι συνεισφέρει στην ευρωπαϊκή ανεξαρτησία. Τώρα, πώς νοείται «ευρωπαϊκή ανεξαρτησία» στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, όπου ηγεμονεύουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία, αυτό μόνον ο Εμμανουέλ Μακρόν μπορεί να μας το εξηγήσει.

Μεγάλο κομμάτι της παραφιλολογίας -που συνεχίζεται- για τη δήθεν υπονόμευση του ΝΑΤΟ από τις προσπάθειες για την αμυντική ανεξαρτησία της ΕΕ είναι βρετανικής προέλευσης. Η βρετανική αντιπάθεια σε θέματα ευρωπαϊκής συνεργασίας είναι μόνιμη και δεδομένη και πριν την αποχώρηση από την ΕΕ, πόσο μάλλον για τα θέματα της κοινής αμυντικής πολιτικής, του «Ευρωστρατού» κλπ. Όλη αυτή η απέχθεια είχε φθάσει στην κορύφωσή της επί Μάργκαρετ Θάτσερ, και δεν έπαυσε έκτοτε ποτέ με αποτέλεσμα την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ.

Καμία συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), του Άμστερνταμ (1997) ή της Νίκαιας (2002) δεν κατοχύρωσε τη σύσταση μίας κοινής αμυντικής ανεξαρτησίας των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την πρόβλεψη του Μάαστριχτ για μία πολιτική ασφάλειας. Οι χώρες του «προτεσταντισμού» (Ολλανδία, Γερμανία, Δανία κλπ) ως μέλη του άτυπου δόγματος της «κλειστής λίμνης του Ατλαντικού», με τις ΗΠΑ και τον Καναδά στην απέναντι «όχθη», αδυνατούν να δουν εαυτούς εκτός της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας προστασίας στην Ευρώπη. Το ίδιο συμβαίνει, ίσως με περισσότερη ένταση, και με τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης που έχουν στα ανατολικά τους την πανίσχυρη πυρηνική Ρωσία, η οποία αναγεννήθηκε από τις στάχτες της μετά τα διαλυτικά φαινόμενα από την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Επομένως, αυτή τη στιγμή θιασώτες της αμυντικής ανεξαρτησίας της Ευρώπης παραμένουν, όπως θέλουν να δείχνουν τουλάχιστον, η Γαλλία και η Ελλάδα. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι η Γαλλία θέλει να ισχυροποιήσει τη θέση της στην ανατολική Μεσόγειο και να δείξει ότι είναι μία πυρηνική δύναμη που μπορεί να παίξει περιφερειακό ρόλο στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα μετά τον εξοβελισμό της από την AUKUS. Από την πλευρά της, η Ελλάδα ισχυροποιεί τις δυνατότητες αποτροπής σε αέρα και θάλασσα και καλώς πράττει. Στην πράξη η Αθήνα αναγκάζεται να ακολουθήσει το δόγμα Ρίφκιντ περί διακρατικών  συνεργασιών στον τομέα της άμυνας. Έτσι μας προέκυψαν η Γαλλία, το Ισραήλ, τα ΗΑΕ, η Αίγυπτος. Τα περί «αμυντικής ανεξαρτησίας της Ευρώπης» είναι τα φούμαρα σε ένα φαγητό που δεν τρώγεται με τίποτα γιατί έχει ξινίσει στο πιάτο εδώ και 30 χρόνια.

Για παράδειγμα, διαβάστε τα παρακάτω:

«Η αυτόνομη αμυντική ύπαρξη της κοινοτικής Ευρώπης είναι από την άλλη πλευρά αναγκαία για να μην εξαρτάται από τις βίαιες μεταστροφές και την ασυνέπεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αλλά και για να παίξει ένα ισοδύναμο ρόλο με αυτόν των πραγματικά μεγάλων δυνάμεων, δηλαδή των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας και της Ιαπωνίας».

Αυτό το απόσπασμα από άρθρο θα μπορούσε να είναι επιχείρημα υπέρ της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας μετά τις τελευταίες εξελίξεις, μόνο που έχει γραφεί πριν από 26 χρόνια (Γιώργος Δαράτος, Καθημερινή, 12 Φεβρουαρίου 1995).

«Για την Ελλάδα και με βάση τα σημερινά δεδομένα (σ.σ.: 1995), κάθε σκέψη για κοινή ευρωπαϊκή άμυνα είναι ευπρόσδεκτη για πολλούς λόγους και διότι θα άφηνε εκτός αυτής την Τουρκία, που θα έπαιζε το ρόλο της μέσα από μία αποδυναμωμένη ΔΕΕ και ένα υπερειδικευμένο ΝΑΤΟ, μακριά από το στενό κοινοτικό κέντρο λήψης πολιτικών αποφάσεων για τις εξωτερικές σχέσεις της Κοινότητας, την ασφάλεια και την άμυνά της. Όμως η ΔΕΕ είναι χρήσιμη, διότι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να είναι μέλη της χωρίς να είναι μέλη της Κοινότητας και χωρίς να υπάρχει λόγος να γίνουν, αφού μέσω αυτής και του ΝΑΤΟ, θα εξασφαλίζεται η προστασία όσων ανησυχούν κυρίως από τη Ρωσία με τις απρόβλεπτες αντιδράσεις και βλέψεις». (Δαράτος, 1995).

Η «χρήσιμη», όμως, Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ, στρατιωτική συμμαχία ευρωπαϊκών χωρών) διαλύθηκε επισήμως στις 30 Ιουνίου 2011. Προηγουμένως, η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της ΔΕΕ είχε αντικατασταθεί από μία ρήτρα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Όλα αυτά οδήγησαν με μία ανύπαρκτη ευρωπαϊκή αμυντική ανεξαρτησία, που ψάχνουν να βρουν τώρα ο Μακρόν με τον Μητσοτάκη στο πλαίσιο του …ΝΑΤΟ! 

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΣΩΣΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΜΟΡΙΑ ΤΟ 1821

 Συνεχίζονται οι ομιλίες μας για την υπέρτατη προσφορά του Εμμανουήλ Παπά στον Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Μετά από πρόσκληση του προεδρείου του Ομίλου Αντισφαίρισης Θεσσαλονίκης, στις 2 Ιουνίου 2021 μιλήσαμε για την Επανάσταση στη Μακεδονία και τις τρομερές συνέπειές της στους Έλληνες Μακεδόνες, από τον Μάρτιο του 1821 έως και τον Απρίλιο του 1822, στην Κασσάνδρα, τον Πολύγυρο, τα Βασιλικά, τη Γαλάτιστα, την Ιερισσό, στα χωριά της βόρειας Χαλκιδικής, τα χωριά της Κατερίνης, τη Νάουσα και τους γύρω απ' αυτήν οικισμούς.

Δείτε την ομιλία στον παρακάτω σύνδεσμο:

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΟΜΙΛΟ ΑΝΤΙΣΦΑΙΡΙΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 






Κυριακή 25 Απριλίου 2021

ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΕΘΝΙΚΟ ΗΡΩΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΕΥΕΡΓΕΤΗ ΤΟΥ 1821

 Με εξαιρετική επιτυχία πραγματοποιήθηκε Τηλε-ημερίδα της Ομοσπονδίας Σερραϊκών Συλλόγων Θεσσαλονίκης σε μία σειρά εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από τον Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

ΕΔΩ Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ