Translate

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΔΙΧΟΝΟΙΑ, ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΑΤΟΛΜΙΑ ΕΦΕΡΑΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com


1962: Ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ
στο μαυσωλείο του Κεμάλ.

Από τον Σεπτέμβριο του 1955, με την αποτυχημένη προσπάθεια της Ελληνικής κυβέρνησης να φέρει το Κυπριακό προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους με κατάληξη την τουρκική εισβολή στις 20 Ιουλίου του 1974. Ο Βρετανός αντιπρόσωπος Νάτγιγκ  είχε ζητήσει από τη Γενική Επιτροπή να αποκλείσει την εγγραφή του Κυπριακού στην ημερήσια διάταξη της γενικής συνέλευσης του Οργανισμού και εξέφρασε τη …φρίκη του γιατί η Ελλάδα επεδίωκε την Ένωση της Κύπρου! Και όλα αυτά ενώ είχαν προηγηθεί οι τουρκικές αθλιότητες με το πογκρόμ του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1955 η βρετανική διπλωματία, ενώ είχε οργανώσει μαζί με τον Μεντερές το πογκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου στην Πόλη, συνεκάλεσε στο Λονδίνο τριμερή προβοκατόρικη διάσκεψη για να «αποκοιμήσει» την ελληνική πλευρά, και να νομιμοποιήσει την Τουρκία για πρώτη φορά ως συνομιλητή στο Κυπριακό. Η παγίδα της «τριμερούς» είχε στηθεί από τα τέλη Ιουνίου 1955. Η Αγγλία από τότε προσκαλούσε την Ελλάδα και την Τουρκία να παρακαθήσουν σε τριμερή διάσκεψη υπό τον γενικό τίτλο «συζήτηση πολιτικών και αμυντικών ζητημάτων που επηρεάζουν την ανατολική Μεσόγειο, περιλαμβανομένης και της Κύπρου»!

Ήταν ολοφάνερο ότι η Αγγλία ενέπλεκε και επίσημα την Τουρκία στο ζήτημα της Κύπρου με απροκάλυπτη εκδικητική μανία για την απόφαση της κυβέρνησης Παπάγου να εγκρίνει την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Στην κατάλληλη συγκυρία, με τον Παπάγο εξουδετερωμένο, η ελληνική διπλωματία πάτησε τη «μπανανόφλουδα».

Πάντως, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Στέφανος Στεφανόπουλος ισχυρίστηκε αργότερα ότι η απόφαση για τη μετάβαση στο Λονδίνο δεν ήταν δική του αλλά της κυβέρνησης, και πάρθηκε εν τη απουσία του, με σύμφωνη μάλιστα γνώμη και της αντιπολίτευσης. Ο Στεφανόπουλος ενημερώθηκε στο Παρίσι με κυβερνητικό τηλεγράφημα! Η λογική που επικρατούσε τότε στην πολιτική ηγεσία της χώρας ήταν ότι μία τέτοια διάσκεψη θα βοηθούσε στη διεθνοποίηση του κυπριακού. Στο περιθώριο της διάσκεψης οι Βρετανοί βολιδοσκόπησαν τον Στέφανο Στεφανόπουλο εάν ενδιαφερόταν για τη θέση του πρωθυπουργού!

Να τι είχε πει ο Στεφανόπουλος προκαταρκτικά για τη μετάβασή του στο Λονδίνο, κατά τη συζήτηση στη βουλή στις 23 Ιανουαρίου 1959 (απόδοση στην τρέχουσα):

«Θα ήθελα με την ευκαιρία, να ξεκαθαρίσω το θέμα που αφορά τη μετάβασή μας στο Λονδίνο… Στο τηλεγράφημα ρητά αναγνωριζόταν ότι ο πρόεδρος της κυβέρνησης και η κυβέρνηση αποφάσισαν να μεταβούμε στο Λονδίνο. Κατά το τηλεγράφημα, είχαν ερωτηθεί και οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης και ήταν σύμφωνοι κι αυτοί για τη μετάβασή μας στο Λονδίνο. Τα λέγω αυτά γιατί είχε γραφεί ότι εγώ ως υπουργός των Εξωτερικών είχα την ευθύνη για τη μετάβασή μας στο Λονδίνο, ενώ αυτό είχε αποφασισθεί από όλη την κυβέρνηση και μάλιστα εν απουσία μου… Όπως έγραφε στο τηλεγράφημα του κ. Κανελλόπουλου, οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης είχαν αποδεχθεί τη μετάβασή μου στο Λονδίνο κατ’ αρχήν. Όταν εγώ μετά ταύτα τους ρώτησα για δεύτερη φορά, η απάντηση από τους περισσότερους ήταν ότι οφείλουμε να μεταβούμε στο Λονδίνο και να συζητήσουμε. Άλλωστε να μην ξεχνούμε ότι ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία το κυπριακό καθίστατο διεθνές θέμα, ενώ έως τότε η Μεγάλη Βρετανία ισχυριζόταν ότι ήταν καθαρώς εσωτερική υπόθεση… Συνεπώς θα ήθελα να ακουσθεί για ακόμα μία φορά ότι την ευθύνη της μετάβασής μας στο Λονδίνο δεν την φέρει ο υποφαινόμενος, ο οποίος βρισκόταν και εκτός Αθηνών, αλλά την αποφάσισε ολόκληρη η κυβέρνηση, η οποία είχε τότε και τη σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης».

Οι συνέπειες και οι παρενέργειες της αποτυχημένης τριμερούς διάσκεψη του Λονδίνου υπήρξαν καταλυτικές για όλη τη μετέπειτα εξέλιξη του κυπριακού, και εκτός των άλλων διέλυσαν και τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης με τα Σεπτεμβριανά του 1955. Το πάγιο αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα άρχισε να ξεθωριάζει με τη μετάλλαξή του σε αίτημα αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας. Επίσης, η αποτυχημένη αυτή τριμερής διάσκεψη δεν συνεισέφερε σε τίποτα και στο θέμα της διεθνοποίησης του κυπριακού. Αμέσως μετά η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στα Ηνωμένα Έθνη και ζήτησε να τεθεί το θέμα προς συζήτηση στις 21 Σεπτεμβρίου 1955. Τελικά το θέμα δεν ενεγράφη με 4 ψήφους υπέρ, 7 κατά, και 4 αποχές. Βρετανοί και Αμερικανοί είχαν φροντίσει γι αυτό.

Το Κυπριακό «στραγγαλίστηκε» στα Ηνωμένα Έθνη από τις μεθοδεύσεις κυρίως της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Αμερικανός εκπρόσωπος Κάμποτ Λοτζ δήλωσε πριν την ψηφοφορία, ότι οι ΗΠΑ θα αντιταχθούν κατά της εγγραφής του ζητήματος της Κύπρου διότι «η αθόρυβος διπλωματία θα είναι αποτελεσματικότερη από τη δημόσια συζήτηση»! Υπέρ της εγγραφής του θέματος προς συζήτηση ψήφισαν η Σοβιετική Ένωση, η Αίγυπτος, η Πολωνία και το Μεξικό. Κατά της εγγραφής ψήφισαν η Γαλλία, οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Νορβηγία, η Νέα Ζηλανδία, το Λουξεμβούργο και η Χιλή. Απέσχον της ψηφοφορίας η Αϊτή, η Αιθιοπία, η Εθνικιστική Κίνα και το …Σιάμ. Η Ελλάδα και η Τουρκία δεν είχαν δικαίωμα ψήφου καθώς δεν ήταν μέλη της 15μελούς Γενικής Επιτροπής.

1957: Ο Μακάριος μετά την απαγωγή και την εξορία από τους Άγγλους είχε το ελεύθερο να πηγαίνει όπου θέλει, εκτός από την Κύπρο! Εδώ σε επίσκεψή του στις ΗΠΑ.


Ο Βρετανός αντιπρόσωπος, υφυπουργός των Εξωτερικών Νάτγιγκ είχε προειδοποιήσει σε αυστηρό ύφος ότι επέμβαση της Γενικής Συνέλευσης στο πρόβλημα της Κύπρου θα έχει δυνητικά ανυπολόγιστες συνέπειες! Ζήτησε μάλιστα έντονα όπως η Γενική Επιτροπή αποκλείσει την εγγραφή του κυπριακού στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Ο Νάτγιγκ εξέφρασε απροκάλυπτα τη …φρίκη του γιατί η Ελλάδα επιδιώκει την Ένωση της Κύπρου και κατηγόρησε τη χώρα μας ότι «συνηγορεί φανερά υπέρ των ταραχών υποκινούσα δια του ραδιοφωνικού σταθμού την προσφυγή εις τα όπλα». Μόνιμη επωδός της βρετανικής και αμερικανικής κυβέρνησης ήταν η «συνοχή του ΝΑΤΟ» και η «ασφάλεια και ειρήνη στην ανατολική Μεσόγειο».

Όμως, η βρετανική κυβέρνηση εντέχνως είχε μεταβάλει το ζήτημα της Ένωσης με την Ελλάδα, και το αναφαίρετο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού, σε μείζον ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε δηλώσει εκείνες τις ημέρες ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν θα μεταβάλουν τη διένεξή τους με τους Άγγλους σε διένεξη με τους Τούρκους, με διαιτητές τους Άγγλους. Όμως ήταν ήδη πολύ αργά. Αυτό είχε γίνει ήδη. Ο τούρκος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ είχε δηλώσει ότι το Κυπριακό αποτελεί βρετανική εσωτερική υπόθεση στην οποία τα Ηνωμένα Έθνη δεν έχουν δικαίωμα επέμβασης.

Στη 10η σύνοδο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, που άρχισε στις 21 Σεπτεμβρίου 1955, ο πρόεδρος της ομοσπονδίας των τουρκικών οργανώσεων της Κύπρου Φαΐζ Καϊμάκ είχε στείλει τηλεγράφημα προς τον γενικό γραμματέα με την απειλή ότι θα χυθεί αίμα αν η σύνοδος αποφάσιζε τη διενέργεια δημοψηφίσματος στην Κύπρο ή αν αναγνωριζόταν στους Κύπριους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Ένας …Καϊμάκ απειλούσε τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ! Να τι έγραφε στην επιστολή του: «Οι Τούρκοι της Κύπρου αντιτίθενται κατηγορηματικώς στην εκ μέρους της Ελλάδας προβολή του ζητήματος της Κύπρου ενώπιον του ΟΗΕ. Επιμένουμε όπως διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς, σε αντίθετη περίπτωση η νήσος πρέπει να επανέλθει στον παλαιό κάτοχό της, την Τουρκία».

Ενδεικτική της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί ήταν η επιστολή που έστειλε ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Φόστερ Ντάλλες στους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας Παπάγο και Μεντερές. Ο Ντάλλες, κάνοντας λόγο για την αποκατάσταση της ενότητας της Βορειοαντλαντικής Συμμαχίας, ουσιαστικά προειδοποιούσε τη χώρα μας για τις μετέπειτα εξελίξεις. Επίσης, ο Ντάλλες απέδιδε καθαρά την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο ζήτημα της Κύπρου.

Στην απαντητική του επιστολή, ο Παπάγος απέρριπτε τις αιτιάσεις του Ντάλλες ότι το Κυπριακό ήταν η αιτία επιδείνωσης του ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο Παπάγος επεσήμανε ότι η «ελληνοτουρκική φιλία» παρέμεινε «υπεράνω πάσης διαφοράς και διαφωνίας» μέχρι τη τριμερή διάσκεψη στο Λονδίνο και τις ανήκουστες βιαιότητες στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, για τις οποίες η Ελλάδα περίμενε από την Τουρκία «την οφειλομένην ηθικήν και υλικήν επανόρθωσιν».

Τα Σεπτεμβριανά του 1955 ήταν ξεκάθαρα αντιπερισπασμός και εκδίκηση του βρετανο-τουρκικού άξονα για τα τεκταινόμενα στην Κύπρο. Το θέμα εδώ είναι ότι την απαντητική επιστολή στον Ντάλλες κατά πάσα πιθανότητα δεν τη συνέταξε ο Παπάγος, γιατί δεν ήταν σε θέση να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Άλλωστε όλες οι τουρκικές αθλιότητες και προβοκάτσιες εναντίον της Κύπρου και της Ελλάδας συνέβησαν όταν υπήρχε κενό εξουσίας.

Από την πλευρά του ο Μεντερές στην απαντητική του επιστολή έκανε μία υποκριτική αναδρομή στην «τουρκο-ελληνική» φιλία από την εποχή του Βενιζέλου και του Ατατούρκ. Ο Μεντερές απέδωσε τις αθλιότητές του στην Κωνσταντινούπολη στην «ατμόσφαιρα νευρικότητας και εξάψεως, που είχε ενταθεί το τελευταίο διάστημα λόγω του ζητήματος της Κύπρου, κάτι που επωφελήθηκαν τα απαίσια κομμουνιστικά στοιχεία που δημιούργησαν τα γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου». Ο άθλιος Μεντερές ανέφερε ξεδιάντροπα ότι οι Τούρκοι θα θυμούνται πάντοτε τα γεγονότα αυτά μετά μεγάλης λύπης και συγκίνησης!

Με πρόφαση μία ενδεχόμενη σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων στο νησί, οι Άγγλοι άρχισαν να στέλνουν στρατεύματα στην Κύπρο με συνεχώς εντεινόμενο ρυθμό. Η απόρριψη της ελληνικής αίτησης για εγγραφή προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του κυπριακού ζητήματος είχε λύσει τα χέρια των Άγγλων. Με τη βοήθειά τους οι Τούρκοι, επικαλούμενοι την υπεράσπιση της ζωής και των περιουσίων τους, δημιούργησαν οργανώσεις που διένειμαν προκηρύξεις και διαμαρτύρονταν για την έλλειψη μέτρων ασφαλείας εναντίον της «ελληνικής τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΟΚΑ».

Εκτός από τα συνεχή χτυπήματα των ανταρτών της ΕΟΚΑ, στην Κύπρο η αντίσταση είχε γενικευθεί και εκδηλωνόταν σε κάθε ευκαιρία. Στις πόλεις και τα χωριά οι κάτοικοι αναρτούσαν ελληνικές σημαίες και οι βρετανικές αρχές έσπευδαν να τις κατεβάσουν. Μία τεράστια ελληνική σημαία είχε αναρτηθεί στο κτίριο των δικαστηρίων στη Λεμεσό. Πάνω ξεχώριζε με μεγάλα γράμματα η λέξη ΕΟΚΑ. Δυστυχώς, το κυπριακό ζήτημα είχε ήδη μετατραπεί σε μία σύγκρουση του Ελληνισμού με την Τουρκία. Τον Οκτώβριο του 1955, ο σερ Τζον Χάρτιγκ διορίστηκε κυβερνήτης της Κύπρου.

Μετά την απόρριψη του κυπριακού από τον ΟΗΕ, ο Διγενής κυκλοφόρησε φυλλάδιο στο οποίο χαρακτήριζε τη διεθνή διπλωματία άνανδρη και κοινούς απατεώνες αυτούς που αθέτησαν τις υπογραφές τους σε διεθνείς συμφωνίες. Κατηγόρησε τους Αμερικανούς και τους Άγγλους ότι μεθόδευσαν αθέμιτη συναλλαγή σε βάρος των μικρών και των υποδούλων. Ο Διγενής προειδοποίησε ότι αφού ο ΟΗΕ απέκλεισε την Κύπρο από οποιοδήποτε άλλο μέσο αντίδρασης για να ανακτήσει την ελευθερία της, το μόνο που μένει είναι να χυθεί αίμα, που θα βαρύνει τους Αμερικανούς και τους Άγγλους! Προανήγγειλε μάλιστα και νέα περίοδο σκληρών αγώνων με σύνθημα «να ρίψωμεν τους Άγγλους εις την θάλασσαν και θα τους ρίψωμεν»!

Πράγματι, οι επιγραμματικές καταλήξεις των προκηρύξεων του Διγενή δεν ήταν κενές περιεχομένου. Μόνο τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1955 πραγματοποιήθηκαν δεκάδες χτυπήματα κατά στρατιωτικών στόχων με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Στις 3 Ιανουαρίου 1956, ο Διγενής κυκλοφόρησε φυλλάδιο με αναλυτική περιγραφή των επιθέσεων σε όλη την κυπριακή επικράτεια. Οι άγγλοι στρατιωτικοί είχαν τεθεί σε κατάσταση μονίμου επιφυλακής καθώς τα χτυπήματα ήταν συνεχή και απροσδόκητα.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα στην Κύπρο, συνέβαιναν στην Ελλάδα κοσμογονικές πολιτικές εξελίξεις που θα καθόριζαν για χρόνια την πολιτική ζωή της χώρας. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1955 επισκέφθηκαν την Ελλάδα ο αρχηγός του νοτιοανατολικού τομέα του ΝΑΤΟ ναύαρχος Φέντελερ και ο διοικητής του Νατοϊκού στρατηγείου της Σμύρνης αντιστράτηγος Τζορτζ Ριντ για να εκφράσουν τη …θλίψη τους για τις επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων αξιωματικών στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη, που έγιναν στο πλαίσιο του πογκρόμ των Σεπτεμβριανών. Ο Ριντ βεβαίωσε τον τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Εθνικής Αμύνης Παναγιώτη Κανελλόπουλο ότι οι Τούρκοι τον διαβεβαίωσαν ότι «δεν θα σημειωθεί επανάληψη των ατυχών αυτών γεγονότων».

Οι Βρετανοί και πριν τη τριμερή διάσκεψη στο Λονδίνο ήταν απολύτως βέβαιοι ότι επέκειτο ο θάνατος του Παπάγου, τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση τον εμφάνιζε ότι ασκούσε κανονικά τα καθήκοντά του. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε όμως να δικαιολογήσει την επίσκεψη στην Αθήνα του Γάλλου καθηγητή Ρενέ Μορό δύο φορές μέσα σε 15 ημέρες. Την πρώτη φορά, στα τέλη Αυγούστου 1955, υπέβαλε και έκθεση για την κατάσταση της υγείας του στρατάρχη. Τη δεύτερη φορά δεν υπέβαλε έκθεση. Άλλωστε τι να έλεγε. Ο Παπάγος έπνεε τα λοίσθια. Στις 20 Αυγούστου, ο Παπάγος είχε δώσει τη συγκατάθεσή του για ένα μεγαλειώδες συλλαλητήριο για την Κύπρο, γεγονός που εξόργισε τους Βρετανούς.

Μετά και τη δεύτερη επίσκεψη του Μορώ στην Αθήνα, ο Κανελλόπουλος χαρακτήρισε ανακριβείς τις πληροφορίες περί επιδείνωσης της ασθένειας του Παπάγου. Όμως η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Αν και τα προηγούμενα χρόνια είχε προβλήματα από την οξεία φυματίωση που έπασχε,  από τις αρχές Οκτωβρίου του 1954 ο Παπάγος εμφάνισε μία μυστηριώδη ασθένεια κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην ιβηρική χερσόνησο με το αμερικανικό πλοίο Εξτέρ. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά και της περιοδείας, ο Παπάγος ήταν σε άσχημη κατάσταση έχοντας συνεχείς γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Μετά από ένα σχεδόν μήνα επέστρεψε στην Αθήνα φανερά αδυνατισμένος και αδύναμος. Μυστήρια πράγματα αλλά καλό είναι να τα θυμόμαστε.