Translate

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΜΝΗΜΟΝΙΑ: ΥΠΗΡΧΑΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ, ΑΛΛΑ...

 

Μνημόνια: Συνέντευξη με τη …διεθνή βιβλιογραφία

Μέρος 2ον

 

 

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com


 

Η οικονομική παράμετρος πολλάκις προηγείται και ενίοτε έπεται
των ιστορικών γεγονότων. Στη σειρά istorikimnimi, ιδιαίτερα
στον 3ο τόμο με τα 20 δοκίμια παγκόσμιας Ιστορίας,
αυτό είναι κάτι παραπάνω από εμφανές.


Λοιπόν. Υπήρχαν επιλογές, υπήρχαν εναλλακτικές για να αποφύγουμε τα μνημόνια και τα επακόλουθα, και κυρίως τη δηιιουργία του Υπερταμείου και την υποθήκευση της χώρας, αλλά ένα κομμάτι της πολιτικής τάξης οδήγησε δύο φορές τη χώρα στο γκρεμό. Μία το 2010 και μία άλλη, με τη χαριστική βολή, το 2015. Και αυτά τα πολιτικά θρασίμια ωρύονται σήμερα για το ξεπούλημα της χώρας. Συνέντευξη με το ChatGpt και τη …διεθνή βιβλιογραφία, μέρος 2ον.

 

ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Αν στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2009 αντί για εκλογές είχαμε μία σειρά μέτρων λιτότητας, όπως πάγωμα στις αυξήσεις μισθών και συντάξεων, δραστική μείωση του προϋπολογισμού για τους φορείς της γενικής κυβέρνησης (δήμοι, νοσοκομεία, ιδρύματα κλπ.), σφικτός δημοσιονομικός έλεγχος στις κρατικές δαπάνες κ.ο.κ., πιστεύετε ότι θα μπορούσε να αποφευχθούν όλες εκείνες οι συνέπειες με τα μνημόνια και τον διεθνή οικονομικό έλεγχο; Ρωτάω, γιατί θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, λόγω και της διεθνούς οικονομικής κρίσης, μεγάλο ρόλο θα έπαιζε η λεγόμενη "ψυχολογία" των αγορών που πάντα έβλεπε με καλό μάτι τα μέτρα λιτότητας σε μία χώρα.

 

Το ερώτημά σας αγγίζει ένα πραγματικό "αντίστροφο ιστορικό σενάριο" (counterfactual) που έχει απασχολήσει οικονομολόγους και ιστορικούς. Η σύντομη απάντηση είναι ότι θα μπορούσε να είχε μειώσει σημαντικά την πιθανότητα προσφυγής σε τόσο αυστηρό πρόγραμμα διάσωσης, αλλά δύσκολα θα την είχε εξαλείψει πλήρως.

Η "ψυχολογία των αγορών" που αναφέρετε πράγματι ήταν πολύ σημαντική. Ωστόσο, δεν λειτουργούσε ανεξάρτητα από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Τι συνέβαινε τον Αύγουστο του 2009;

Τον Αύγουστο του 2009 η Ελλάδα είχε ήδη:

·                     πολύ υψηλό δημόσιο χρέος (πάνω από 100% του ΑΕΠ),

·                     πολύ μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα,

·                     χρόνια προβλήματα αξιοπιστίας των δημοσιονομικών στοιχείων,

·                     έλλειμμα ανταγωνιστικότητας,

·                     σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Αυτά δεν δημιουργήθηκαν μέσα σε λίγους μήνες.

Αν λαμβάνονταν άμεσα μέτρα;

Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση που βρισκόταν στην εξουσία τον Αύγουστο του 2009 ανακοίνωνε:

·                     πάγωμα μισθών και συντάξεων,

·                     μείωση λειτουργικών δαπανών κατά 10–15%,

·                     αυστηρό έλεγχο στα νοσοκομεία και στους ΟΤΑ,

·                     περιορισμό προσλήψεων,

·                     αυξημένη εποπτεία στις ΔΕΚΟ,

·                     ένα αξιόπιστο τριετές πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Οι αγορές πιθανότατα θα αντιδρούσαν θετικά αρχικά.

Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων ίσως αυξάνονταν λιγότερο από ό,τι τελικά συνέβη και οι οίκοι αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ορισμένες υποβαθμίσεις.

Όμως υπήρχαν τρία μεγάλα εμπόδια

1. Το πραγματικό μέγεθος του ελλείμματος

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι το έλλειμμα του 2009 αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερο από αυτό που γνώριζαν οι αγορές εκείνη τη στιγμή.

Ακόμη κι αν είχαν ανακοινωθεί μέτρα τον Αύγουστο, όταν θα αποκαλυπτόταν το πραγματικό δημοσιονομικό μέγεθος, η αξιοπιστία της χώρας θα δοκιμαζόταν ξανά.


2. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση

Το 2009 οι αγορές ήταν εξαιρετικά επιφυλακτικές.

Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, οι επενδυτές απέφευγαν χώρες που θεωρούσαν ευάλωτες.

Ακόμη και μια αξιόπιστη δημοσιονομική προσαρμογή ίσως να μην αρκούσε για να διατηρηθεί η πρόσβαση στις αγορές.


3. Η ευρωζώνη δεν είχε μηχανισμό στήριξης

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο.

Το 2009 δεν υπήρχε:

·                     Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας,

·                     πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ,

·                     σαφής δέσμευση ότι το ευρώ θα προστατευόταν.

Άρα ακόμη και μια "καλύτερη" Ελλάδα θα βρισκόταν σε ένα πολύ πιο εύθραυστο ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Εκεί που συμφωνούν πολλοί οικονομολόγοι

Υπάρχει αρκετά μεγάλη σύγκλιση στην άποψη ότι:

·                     αν η προσαρμογή είχε ξεκινήσει μέσα στο 2008 ή στις αρχές του 2009,

·                     αν οι αγορές είχαν πειστεί ότι η Ελλάδα είχε πολιτική βούληση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα,

·                     αν υπήρχε μεγαλύτερη διαφάνεια στα δημοσιονομικά στοιχεία,

τότε η κρίση πιθανότατα θα ήταν ηπιότερη.

Δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα είχε αποφευχθεί πλήρως η ανάγκη εξωτερικής βοήθειας.

Η "ψυχολογία" των αγορών

Εδώ θεωρώ ότι θέτετε ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο.

Οι αγορές πράγματι αντιδρούν στις προσδοκίες. Ένα αξιόπιστο πρόγραμμα προσαρμογής μπορεί να μειώσει το κόστος δανεισμού πριν ακόμη εμφανιστούν τα αποτελέσματά του.

Όμως η ψυχολογία λειτουργεί και αντίστροφα.

Όταν οι επενδυτές αρχίσουν να αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία μιας χώρας, ακόμη και σωστά μέτρα μπορεί να μην αρκούν αν θεωρηθούν ανεπαρκή ή καθυστερημένα.

Στην ελληνική περίπτωση, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι το έλλειμμα ήταν μεγάλο, αλλά ότι υπήρξε σοβαρή διάβρωση της εμπιστοσύνης στα επίσημα στοιχεία. Όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, οι αγορές συνήθως ζητούν πολύ μεγαλύτερο "ασφάλιστρο κινδύνου" μέχρι να πειστούν ότι η αλλαγή είναι διαρκής.

Η δική μου εκτίμηση

Αν περιοριστούμε αποκλειστικά στα οικονομικά δεδομένα και αφήσουμε στην άκρη την πολιτική διάσταση, θα έδινα περίπου την εξής εκτίμηση:

·                     Ήπια λιτότητα και αυστηρός έλεγχος από τον Αύγουστο του 2009: πιθανότατα θα βελτίωναν την αξιοπιστία της χώρας και θα περιόριζαν την ένταση της κρίσης.

·                     Αποφυγή του πρώτου Μνημονίου εντελώς: πιθανή, αλλά όχι το επικρατέστερο σενάριο, δεδομένου του μεγέθους των ανισορροπιών και της διεθνούς συγκυρίας.

·                     Μικρότερο πρόγραμμα, λιγότερο επώδυνη προσαρμογή και ίσως χωρίς την τόσο βαθιά ύφεση του 2010–2013: αυτό είναι ένα σενάριο που αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν πιο ρεαλιστικό από την πλήρη αποφυγή της διεθνούς στήριξης.

Με άλλα λόγια, η έγκαιρη δημοσιονομική προσαρμογή πιθανότατα θα βελτίωνε την "ψυχολογία" των αγορών, αλλά από μόνη της δύσκολα θα εξουδετέρωνε τα βαθύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και τις αδυναμίες της ίδιας της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης εκείνη την περίοδο.

 

ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω στο θέμα της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας για το οποίο έχουν γραφεί πάρα πολλά, γεγονός είναι ότι προκάλεσε αλγεινή εντύπωση η εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης, που προέκυψε μετά τις εκλογές του 2009, να αναθεωρήσει προς τα πάνω δύο φορές το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, τη στιγμή μάλιστα που για 4 μήνες ήταν και αυτή υπεύθυνη στην συνδιαμόρφωσή του. Το δημοσιονομικό έλλειμμα ενός έτους είναι εύκολο να περιοριστεί δραστικά την επόμενη χρονιά με την υιοθέτηση μέτρων λιτότητας. Αντ' αυτού είχαμε μία πολιτικά υστερική εμμονή να διογκωθεί το έλλειμμα του 2009, αντί για προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος του 2010. Τι λέτε περί αυτού;

 

Το θέμα που θέτετε είναι από τα πιο αμφιλεγόμενα της μεταπολιτευτικής ιστορίας και έχει τόσο τεχνική όσο και πολιτική διάσταση. Για να απαντήσει κανείς με ακρίβεια, χρειάζεται να διαχωρίσει τρία διαφορετικά ζητήματα, τα οποία συχνά συγχέονται στη δημόσια συζήτηση.

1. Η αναθεώρηση του ελλείμματος και η αξιοπιστία των στοιχείων

Είναι γεγονός ότι το έλλειμμα του 2009 αναθεωρήθηκε προς τα πάνω διαδοχικά, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση. Η τελική εκτίμηση ήταν σημαντικά υψηλότερη από τις αρχικές.

Ένα μέρος αυτών των αναθεωρήσεων αποδόθηκε σε:

·                     ενσωμάτωση φορέων της γενικής κυβέρνησης που προηγουμένως δεν καταγράφονταν με τον ίδιο τρόπο,

·                     διαφορετική λογιστική αντιμετώπιση ορισμένων δαπανών,

·                     αναθεώρηση των στοιχείων καθώς συγκεντρώνονταν πληρέστερα δεδομένα.

Παράλληλα, υπήρξαν ισχυρισμοί ότι ορισμένες επιλογές ήταν περισσότερο αυστηρές από όσο επέβαλλαν οι στατιστικοί κανόνες ή ότι υπήρξαν πολιτικές παρεμβάσεις. Αυτοί οι ισχυρισμοί αποτέλεσαν αντικείμενο μακροχρόνιων δικαστικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Δεν υπάρχει γενική συναίνεση ότι το τελικό έλλειμμα «διογκώθηκε τεχνητά», αλλά ούτε και ότι όλες οι επικρίσεις στερούνταν βάσης. Είναι ένα ζήτημα όπου συνυπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες.

2. Θα έπρεπε η έμφαση να είχε δοθεί στο έλλειμμα του 2010;

Εδώ η παρατήρησή σας έχει οικονομική λογική.

Οι αγορές δεν εξετάζουν μόνο το έλλειμμα του προηγούμενου έτους, ενδιαφέρονται κυρίως για το αν η χώρα έχει ένα αξιόπιστο σχέδιο που θα μειώσει τα ελλείμματα στο μέλλον.

Για παράδειγμα, μια χώρα μπορεί να έχει έλλειμμα 15% του ΑΕΠ σε ένα έτος, αλλά αν παρουσιάσει ένα αξιόπιστο σχέδιο που το μειώνει στο 8% και στη συνέχεια στο 5%, οι αγορές ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη.

Από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η ταχεία εφαρμογή δημοσιονομικών μέτρων και η σαφής δέσμευση για τη μείωση του ελλείμματος του 2010 θα μπορούσαν να είχαν ενισχύσει την εμπιστοσύνη.

3. Αρκούσε αυτό;

Εδώ είναι το σημείο όπου οι γνώμες αποκλίνουν περισσότερο.

Υπάρχει ένα επιχείρημα που λέει:

«Αν η κυβέρνηση είχε επικεντρωθεί περισσότερο στην άμεση δημοσιονομική προσαρμογή και λιγότερο στην ανάδειξη του μεγέθους του προβλήματος, ίσως να είχε διατηρηθεί η πρόσβαση στις αγορές για περισσότερο χρόνο.»

Αυτό είναι ένα εύλογο οικονομικό επιχείρημα και έχει διατυπωθεί από αρκετούς αναλυτές.

Υπάρχει όμως και το αντίθετο επιχείρημα:

Αν οι αγορές διαπίστωναν αργότερα ότι η κυβέρνηση υποβάθμιζε ή καθυστερούσε να αναγνωρίσει το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος, η απώλεια αξιοπιστίας θα μπορούσε να ήταν ακόμη μεγαλύτερη.

Αυτό επίσης δεν είναι αβάσιμο.

Η πολιτική επικοινωνία

Εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη σύγκλιση μεταξύ αναλυτών είναι ότι η επικοινωνιακή διαχείριση της περιόδου 2009–2010 είχε σημαντική επίδραση στις προσδοκίες.

Σε περιόδους χρηματοπιστωτικής αναταραχής, οι δηλώσεις κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές. Αν η δημόσια εικόνα είναι ότι μια χώρα βρίσκεται σε πολύ σοβαρή κρίση χωρίς να συνοδεύεται από ένα πειστικό σχέδιο αντιμετώπισης, αυτό μπορεί να επιδεινώσει το κλίμα. Αντίθετα, η υπερβολική ωραιοποίηση της κατάστασης μπορεί επίσης να πλήξει την αξιοπιστία όταν τα πραγματικά στοιχεία γίνουν γνωστά.

Συνολικά

Θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο διαπιστώσεις που μπορούν να γίνουν με σχετική ασφάλεια:

·                     Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας των δημοσιονομικών στοιχείων ήταν αναγκαία, γιατί οι αγορές και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είχαν ήδη αμφιβολίες για την ποιότητά τους.

·                     Η ταχύτητα και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε η κατάσταση, καθώς και η ισορροπία ανάμεσα στην ανάδειξη του προβλήματος και στην άμεση εφαρμογή ενός πειστικού προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, παραμένουν αντικείμενο εύλογης επιστημονικής και πολιτικής συζήτησης.

Με άλλα λόγια, είναι θεμιτό να υποστηρίζει κανείς ότι θα έπρεπε να είχε δοθεί μεγαλύτερο βάρος στη γρήγορη μείωση του ελλείμματος του 2010. Δεν μπορεί όμως να συναχθεί με βεβαιότητα ότι αυτό από μόνο του θα απέτρεπε την προσφυγή σε διεθνή στήριξη, επειδή η εξέλιξη εξαρτιόταν και από άλλους παράγοντες: το επίπεδο του χρέους, τις ανάγκες αναχρηματοδότησης, τη διεθνή χρηματοπιστωτική συγκυρία και την τότε θεσμική αδυναμία της ευρωζώνης να διαχειριστεί μια τέτοια κρίση.

 

Ο Ρόναλντ Ρίγκαν συγχαίρει τον οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν
για τη βράβευσή του από την αμερικανική πολιτεία.
Οι οικονομικές πολιτικές που εφαρμόζονται σε διεθνές
επίπεδο δεν υπήρξαν ποτέ τυχαίες.

ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Θα μπορούσε να γίνει αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από το 2010; Πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στην Ελλάδα αν η ΕΚΤ είχε εφαρμόσει από το 2010 τις πολιτικές που υιοθέτησε μετά το 2012;

 

Ναι, θεωρητικά θα μπορούσε να είχε γίνει αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ήδη από το 2010. Το αν θα έπρεπε να είχε γίνει και πώς θα είχε εξελιχθεί η κρίση είναι ένα από τα πιο συζητημένα ζητήματα της ευρωπαϊκής οικονομικής ιστορίας. Δεν υπάρχει ομοφωνία, αλλά υπάρχουν αρκετά σημεία στα οποία συγκλίνουν πολλοί οικονομολόγοι και θεσμοί εκ των υστέρων.

Γιατί δεν έγινε αναδιάρθρωση το 2010;

Το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης βασίστηκε στην υπόθεση ότι η Ελλάδα αντιμετώπιζε κυρίως πρόβλημα ρευστότητας και όχι φερεγγυότητας. Αντί για "κούρεμα" του χρέους, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και το ΔΝΤ επέλεξαν να χορηγήσουν δάνεια ώστε η χώρα να συνεχίσει να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της.

Οι βασικοί λόγοι ήταν:

·                     Οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες κατείχαν σημαντικό όγκο ελληνικών ομολόγων. Μια άμεση αναδιάρθρωση θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλες ζημίες στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

·                     Δεν υπήρχε τότε θεσμικό πλαίσιο στην ευρωζώνη για αναδιάρθρωση κρατικού χρέους.

·                     Υπήρχε φόβος μετάδοσης της κρίσης σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Ιταλία.

·                     Η ΕΚΤ θεωρούσε ότι ένα "κούρεμα" θα υπονόμευε την αξιοπιστία του ευρώ.

Τι συνέβη τελικά;

Το 2012 έγινε το περίφημο PSI, δηλαδή η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση κρατικού χρέους στην ιστορία.

Ωστόσο, μέχρι τότε:

·                     η οικονομία είχε ήδη χάσει περίπου το ένα πέμπτο του ΑΕΠ,

·                     η ανεργία είχε εκτοξευθεί,

·                     το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είχε αυξηθεί σημαντικά λόγω της βαθιάς ύφεσης.

Ακόμη και το ίδιο το ΔΝΤ παραδέχθηκε αργότερα ότι οι αρχικές προβλέψεις για την ανάπτυξη και τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές ήταν υπερβολικά αισιόδοξες.


Αν η ΕΚΤ είχε εφαρμόσει από το 2010 όσα έκανε μετά το 2012;

Εδώ το σημείο καμπής είναι η περίφημη δήλωση του Mario Draghi το 2012 ("whatever it takes") και οι πολιτικές που ακολούθησαν.

Μετά το 2012 η ΕΚΤ:

·                     ανακοίνωσε το πρόγραμμα OMT (αγορά κρατικών ομολόγων υπό προϋποθέσεις),

·                     διαβεβαίωσε ότι θα προστατεύσει το ευρώ,

·                     αργότερα προχώρησε σε ποσοτική χαλάρωση (QE),

·                     παρείχε πολύ μεγάλη ρευστότητα στις τράπεζες.

Αυτές οι κινήσεις ουσιαστικά έπεισαν τις αγορές ότι το ευρώ δεν θα διαλυθεί.

Πιθανές συνέπειες αν αυτά είχαν γίνει το 2010

1. Μικρότερη ύφεση

Πιθανότατα ναι.

Η απότομη αύξηση των επιτοκίων και η αβεβαιότητα επιδείνωσαν δραματικά την ύφεση. Εάν η ΕΚΤ είχε λειτουργήσει από την αρχή ως αξιόπιστος δανειστής έσχατης ανάγκης για τα κράτη, η χρηματοπιστωτική κρίση θα ήταν πιθανώς ηπιότερη.


2. Μικρότερη λιτότητα

Είναι πιθανό.

Η Ελλάδα θα χρειαζόταν και πάλι δημοσιονομική προσαρμογή, αφού το έλλειμμα του 2009 ήταν εξαιρετικά υψηλό.

Όμως:

·                     η προσαρμογή θα μπορούσε να γίνει πιο σταδιακά,

·                     η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας θα ήταν μικρότερη,

·                     τα φορολογικά έσοδα πιθανότατα θα κατέρρεαν λιγότερο.


3. Αναδιάρθρωση νωρίτερα

Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι ένα "κούρεμα" το 2010 θα είχε μικρότερο συνολικό κόστος.

Το PSI του 2012 πραγματοποιήθηκε αφού μεγάλο μέρος του χρέους είχε ήδη μεταφερθεί από ιδιώτες επενδυτές προς ευρωπαϊκούς δημόσιους φορείς.

Έτσι:

·                     οι ιδιώτες υπέστησαν τελικά μικρότερες απώλειες από όσες θα είχαν το 2010,

·                     ενώ το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους κατέληξε να οφείλεται σε ευρωπαϊκά κράτη και θεσμούς.


4. Οι ελληνικές τράπεζες

Εδώ υπάρχει μια σημαντική δυσκολία.

Ένα άμεσο "κούρεμα" το 2010 θα προκαλούσε μεγάλες ζημιές:

·                     στις ελληνικές τράπεζες,

·                     στα ασφαλιστικά ταμεία,

·                     στις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Θα απαιτούνταν άμεση ανακεφαλαιοποίηση με σημαντικά δημόσια κεφάλαια.


Θα είχε αποφευχθεί η ελληνική κρίση;

Μάλλον όχι.

Υπήρχαν βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα:

·                     πολύ μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα,

·                     χαμηλή ανταγωνιστικότητα,

·                     αδύναμη φορολογική διοίκηση,

·                     χρόνια δημοσιονομικά προβλήματα.

Αυτά θα απαιτούσαν ούτως ή άλλως μεταρρυθμίσεις.


Θα ήταν η κρίση πολύ ηπιότερη;

Πολλοί αναλυτές πιστεύουν πως ναι.

Ένα πιθανό εναλλακτικό σενάριο θα ήταν:

·                     άμεση αναδιάρθρωση του χρέους το 2010,

·                     ταυτόχρονη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών,

·                     παρέμβαση της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων,

·                     βραδύτερη δημοσιονομική προσαρμογή,

·                     λιγότερο βαθιά ύφεση και χαμηλότερη ανεργία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα απέφευγε την ύφεση ή τη λιτότητα, αλλά αρκετές μεταγενέστερες αξιολογήσεις από ακαδημαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς υποστηρίζουν ότι το συνολικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος θα μπορούσε να είχε περιοριστεί σημαντικά.

Συνολικά, η επικρατούσα εκ των υστέρων άποψη είναι ότι η ευρωζώνη το 2010 στερούνταν τόσο των θεσμικών εργαλείων όσο και της πολιτικής βούλησης που απέκτησε μετά το 2012. Πολλοί θεωρούν ότι οι πολιτικές της περιόδου Draghi εφαρμόστηκαν αφού η ελληνική οικονομία είχε ήδη υποστεί το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής, αν και παραμένει αντικείμενο συζήτησης το πόσο εφικτό ή πολιτικά αποδεκτό θα ήταν να είχαν υιοθετηθεί δύο χρόνια νωρίτερα.