Translate

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΜΝΗΜΟΝΙΑ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ...ΔΙΕΘΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com



Γεννήθηκε το ευρώ, και μαζί του ο άκρατος δανεισμός,
τα μνημόνια και η υποθήκη της χώρας.


Βέβαια τα ερωτήματα είναι πολλά, όπως αν θα μπορούσε να γίνει αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από το 2010 ή πού οδηγήθηκαν τα περισσότερα κεφάλαια, στην εξυπηρέτηση του χρέους, στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ή στην εξυπηρέτηση των δημοσιονομικών αναγκών του κράτους. Αλλά αυτό είναι το 1ο μέρος. Το chatGpt είναι διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή για τα περαιτέρω.


ΜΕΡΟΣ 1ον.


ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Ήθελα να ρωτήσω αν τα οικονομικά στοιχεία στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 2010 καθιστούσαν αναγκαία την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον δανεισμό από την Ε.Ε., και εάν με τα υφιστάμενα spreads ήταν ακόμη δυνατός ο δανεισμός της χώρας από τις συστημικές τράπεζες και την ελεύθερη αγορά. Ως οικονομικά στοιχεία θεωρώ το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας σε σχέση με το ΑΕΠ και τα πρωτογενή πλεονάσματα ή ελλείμματα. Επίσης, θα ήθελα να μου απαντήσετε εάν αληθεύει ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα είχε μπει στη δίνη των μνημονίων και του διεθνούς οικονομικού ελέγχου για να σωθούν οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες από το βάρος των ελληνικών ομολόγων.

 

Το ερώτημά σας αφορά ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης ελληνικής οικονομικής ιστορίας. Η σύντομη απάντηση είναι ότι:

·                     τα οικονομικά στοιχεία του Φεβρουαρίου 2010 ήταν εξαιρετικά δυσμενή και δημιουργούσαν σοβαρό πρόβλημα χρηματοδότησης, αλλά

·                     το κατά πόσο ήταν ήδη αναπόφευκτη η προσφυγή στο ΔΝΤ και στον μηχανισμό Ε.Ε.-ΔΝΤ τον Φεβρουάριο του 2010 αποτελεί αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής και πολιτικής διαφωνίας.

Ας εξετάσουμε τα επιμέρους ζητήματα.

1. Ποια ήταν η δημοσιονομική κατάσταση στις αρχές του 2010;

Τα βασικά μεγέθη ήταν τα εξής:

·                     Το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 αναθεωρήθηκε τελικά περίπου στο 15,1% του ΑΕΠ.

·                     Το δημόσιο χρέος ανερχόταν περίπου στο 127% του ΑΕΠ στο τέλος του 2009.

·                     Το πρωτογενές αποτέλεσμα ήταν έντονα αρνητικό (πρωτογενές έλλειμμα περίπου 10% του ΑΕΠ σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία).

Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος δεν δανειζόταν μόνο για να αποπληρώνει παλαιότερο χρέος. Δανειζόταν και για να καλύπτει τις τρέχουσες δαπάνες του.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί μια χώρα με μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα εξαρτάται συνεχώς από την πρόσβαση στις αγορές.


2. Ήταν ακόμη δυνατός ο δανεισμός τον Φεβρουάριο του 2010;

Η απάντηση είναι:

Ναι, αλλά υπό δυσμενείς όρους.

Τον Ιανουάριο του 2010 η Ελλάδα εξέδωσε πενταετές ομόλογο περίπου 8 δισ. ευρώ με σημαντική ζήτηση.

Τον Μάρτιο του 2010 εξέδωσε δεκαετές ομόλογο περίπου 5 δισ. ευρώ.

Άρα:

·                     οι αγορές δεν είχαν ακόμη κλείσει,

·                     υπήρχε όμως συνεχής άνοδος των επιτοκίων.

Τα spreads έναντι του γερμανικού δεκαετούς είχαν κινηθεί περίπου:

·                     Οκτώβριος 2009: περίπου 130 μονάδες βάσης

·                     Ιανουάριος 2010: περίπου 250–300

·                     Φεβρουάριος 2010: περίπου 300–350

·                     Απρίλιος 2010: πάνω από 500

·                     τέλη Απριλίου: εκρηκτική άνοδος προς τις 700–1000 μονάδες.

Άρα, τον Φεβρουάριο η πρόσβαση υπήρχε ακόμη, αλλά γινόταν ολοένα ακριβότερη.


3. Θα μπορούσαν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες να χρηματοδοτήσουν το κράτος;

Πρακτικά, όχι σε μεγάλη κλίμακα.

Οι ελληνικές τράπεζες ήδη κατείχαν μεγάλο όγκο ελληνικών ομολόγων.

Επιπλέον:

·                     εξαρτώνταν όλο και περισσότερο από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

·                     αντιμετώπιζαν σταδιακή εκροή καταθέσεων,

·                     δεν διέθεταν απεριόριστη δυνατότητα αγοράς νέου κρατικού χρέους.

Επομένως, δεν μπορούσαν να καλύψουν τις ετήσιες δανειακές ανάγκες του ελληνικού Δημοσίου, που ξεπερνούσαν τα 50 δισ. ευρώ.


4. Θα μπορούσε η χώρα να συνεχίσει να δανείζεται μόνο από τις αγορές;

Εδώ αρχίζει η μεγάλη διαφωνία.

Η μία σχολή σκέψης υποστηρίζει:

Η Ελλάδα είχε χάσει την αξιοπιστία της.

Οι συνεχείς αναθεωρήσεις του ελλείμματος, η αμφισβήτηση των στατιστικών στοιχείων και το τεράστιο πρωτογενές έλλειμμα έκαναν σχεδόν βέβαιο ότι η χώρα θα έχανε σύντομα πλήρως την πρόσβαση στις αγορές.

Κατά αυτή την άποψη, η προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης ήταν ουσιαστικά αναπόφευκτη.


Η άλλη σχολή σκέψης υποστηρίζει:

Τον Φεβρουάριο του 2010 υπήρχε ακόμη παράθυρο χρηματοδότησης.

Εάν:

·                     η ΕΚΤ είχε λειτουργήσει ως δανειστής έσχατης ανάγκης,

·                     είχε ανακοινωθεί έγκαιρα ευρωπαϊκή εγγύηση,

·                     ή είχε εφαρμοστεί διαφορετικό πρόγραμμα,

η Ελλάδα πιθανόν να απέφευγε την προσφυγή στο ΔΝΤ.

Αυτή την άποψη έχουν εκφράσει αρκετοί οικονομολόγοι, αν και δεν υπάρχει συναίνεση ότι θα ήταν επιτυχής.


5. Ήταν σκοπός των μνημονίων να σωθούν οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες;

Εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί συχνά παρουσιάζεται είτε ως απόλυτη αλήθεια είτε ως πλήρως ψευδές.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Είναι γεγονός ότι το 2010:

·                     γαλλικές,

·                     γερμανικές,

·                     ολλανδικές,

·                     βελγικές

τράπεζες κατείχαν πολύ μεγάλο όγκο ελληνικών κρατικών ομολόγων.

Κατά την περίοδο 2010–2012:

·                     μεγάλο μέρος αυτού του ιδιωτικού χρέους μεταφέρθηκε σταδιακά από τους ιδιώτες επενδυτές προς τον επίσημο τομέα (κράτη της Ευρωζώνης, μηχανισμούς στήριξης και ΔΝΤ),

·                     ενώ οι ιδιωτικές τράπεζες μείωσαν σημαντικά την έκθεσή τους.

Αυτό είναι ιστορικά τεκμηριωμένο.


6. Αυτό σημαίνει ότι ο μοναδικός σκοπός ήταν η διάσωση των ξένων τραπεζών;

Οι περισσότεροι οικονομικοί ιστορικοί απαντούν:

Όχι.

Υπήρχαν ταυτόχρονα δύο στόχοι:

1.                  να αποφευχθεί η ελληνική στάση πληρωμών,

και

2.                  να αποτραπεί μια ευρωπαϊκή τραπεζική κρίση.

Οι δύο αυτοί στόχοι δεν ήταν αμοιβαία αποκλειόμενοι.

Πράγματι, μια άτακτη χρεοκοπία της Ελλάδας το 2010 θα προκαλούσε σημαντικές ζημίες στις ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες τότε ήταν ακόμη ευάλωτες μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009.


7. Τι λένε μεταγενέστερες αξιολογήσεις;

Αρκετές μεταγενέστερες αναλύσεις από διεθνείς οργανισμούς και οικονομολόγους έχουν αναγνωρίσει ότι:

·                     η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους πιθανότατα καθυστέρησε,

·                     το πρώτο πρόγραμμα στηρίχθηκε σε αισιόδοξες προβλέψεις για την ανάπτυξη,

·                     η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν ιδιαίτερα απότομη,

·                     το μεγαλύτερο μέρος των δανείων χρησιμοποιήθηκε για την εξυπηρέτηση του υφιστάμενου χρέους και την ανακεφαλαιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όχι για νέες δημόσιες δαπάνες.

Από την άλλη πλευρά, οι αξιολογήσεις αυτές δεν καταλήγουν ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα μπορούσε να συνεχίσει επ' αόριστον να δανείζεται από τις αγορές χωρίς εξωτερική στήριξη.

Συνολικό συμπέρασμα

Με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα:

·                     Το δημοσιονομικό έλλειμμα (~15% του ΑΕΠ), το χρέος (~127% του ΑΕΠ) και το μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα καθιστούσαν τη θέση της Ελλάδας εξαιρετικά εύθραυστη.

·                     Τον Φεβρουάριο του 2010 η Ελλάδα δεν είχε ακόμη αποκοπεί από τις αγορές· μπορούσε να δανειστεί, αλλά με αυξανόμενο κόστος και υπό την απειλή ταχείας επιδείνωσης των συνθηκών.

·                     Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες δεν διέθεταν την κεφαλαιακή δυνατότητα να καλύψουν τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου.

·                     Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι τα προγράμματα στήριξης συνέβαλαν και στη μείωση της έκθεσης γαλλικών και γερμανικών τραπεζών σε ελληνικό χρέος. Ωστόσο, η διατύπωση ότι «η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια μόνο για να σωθούν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες» δεν αντανακλά τη συναίνεση της οικονομικής βιβλιογραφίας. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι αποφάσεις εξυπηρετούσαν ταυτόχρονα τη χρηματοδότηση της Ελλάδας, τη σταθερότητα της Ευρωζώνης και την αποφυγή μιας ευρύτερης τραπεζικής κρίσης, ενώ παραμένει αντικείμενο συζήτησης αν υπήρχαν εναλλακτικές πολιτικές με μικρότερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

 

Πάντα θα υπάρχει ένα σύστημα που θα αποτρέπει τις χώρες
από τη λύση του εσωτερικού δανεισμού και θα τις οδηγεί
στη μέγγενη των δανειστών.

ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Ανώτατα στελέχη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους είχαν διατυπώσει το 2015 την άποψη (μετά και το τρίτο μνημόνιο και τη δημιουργία του Υπερταμείου) ότι μία χώρα πριν επιλέξει την οδό των μνημονίων θα πρέπει πρώτα να αναζητήσει άλλες λύσεις, όπως αυτή του εσωτερικού δανεισμού. Η αναφορά γινόταν για την περίοδο πριν το πρώτο μνημόνιο του 2010. Ο εσωτερικός δανεισμός μπορούσε να ήταν μία αποδεκτή λύση για να μην εισέλθει η Ελλάδα στη δίνη των μνημονίων και στην υποθήκη των "φιλέτων" για τα επόμενα 100 χρόνια;

 

Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης για το αν υπήρχαν ρεαλιστικές εναλλακτικές έναντι του πρώτου Μνημονίου. Η απάντηση είναι ότι ο εσωτερικός δανεισμός ήταν ένα πιθανό εργαλείο, αλλά δύσκολα θα μπορούσε από μόνος του να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας το 2010. Ωστόσο, το αν θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας διαφορετικής στρατηγικής είναι θέμα στο οποίο υπάρχουν διαφορετικές οικονομικές προσεγγίσεις.

Ποιες ήταν οι χρηματοδοτικές ανάγκες;

Το 2010 η Ελλάδα δεν χρειαζόταν μόνο να καλύψει το πρωτογενές έλλειμμα. Έπρεπε επίσης να αναχρηματοδοτήσει μεγάλο όγκο χρέους που έληγε μέσα στο έτος. Οι συνολικές δανειακές ανάγκες ήταν της τάξης των δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε εναλλακτική λύση έπρεπε να εξασφαλίσει πολύ μεγάλα ποσά σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Τι σημαίνει «εσωτερικός δανεισμός»;

Ο όρος μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές μορφές:

·                     αυξημένη αγορά κρατικών ομολόγων από ελληνικές τράπεζες,

·                     αγορά τίτλων από ασφαλιστικά ταμεία και άλλους δημόσιους φορείς,

·                     ειδικά ομόλογα προς Έλληνες ιδιώτες αποταμιευτές,

·                     προσωρινή αξιοποίηση ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου.

Κάποιες από αυτές τις πρακτικές χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορους βαθμούς τόσο πριν όσο και μετά το 2010.

Θα επαρκούσε;

Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι υπήρχαν σημαντικοί περιορισμοί:

·                     Οι ελληνικές τράπεζες είχαν ήδη μεγάλη έκθεση σε κρατικά ομόλογα και η δυνατότητά τους να αυξήσουν περαιτέρω αυτή την έκθεση δεν ήταν απεριόριστη.

·                     Τα ασφαλιστικά ταμεία διέθεταν αποθεματικά, αλλά όχι σε ύψος που να καλύπτει τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες του κράτους.

·                     Η εκτεταμένη άντληση πόρων από το εσωτερικό θα μπορούσε να περιορίσει τη ρευστότητα της οικονομίας και να επιβαρύνει την πιστωτική λειτουργία των τραπεζών.

Με άλλα λόγια, ο εσωτερικός δανεισμός πιθανότατα θα μπορούσε να προσφέρει χρόνο, αλλά δύσκολα θα υποκαθιστούσε πλήρως την εξωτερική χρηματοδότηση.

Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «γέφυρα»;

Εδώ η συζήτηση είναι πιο ανοιχτή.

Υπάρχουν οικονομολόγοι που υποστηρίζουν ότι, αν ο εσωτερικός δανεισμός είχε συνδυαστεί με:

·                     ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή,

·                     έγκαιρη ευρωπαϊκή πολιτική στήριξη,

·                     παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως ισχυρότερου εγγυητή της αγοράς ομολόγων,

·                     και πιθανώς μια νωρίτερη αναδιάρθρωση του χρέους,

η Ελλάδα ίσως να είχε αποφύγει το συγκεκριμένο σχήμα του πρώτου Μνημονίου.

Άλλοι οικονομολόγοι αντιτείνουν ότι ακόμη και αυτή η στρατηγική δεν θα απέτρεπε την ανάγκη εξωτερικής χρηματοδότησης, λόγω του μεγέθους των λήξεων χρέους και της απώλειας εμπιστοσύνης των αγορών.

Η σύνδεση με το Υπερταμείο και τη μακροχρόνια δέσμευση δημόσιας περιουσίας

Εδώ είναι σημαντικό να διαχωριστούν δύο χρονικές φάσεις.

Το πρώτο Μνημόνιο (2010) δεν προέβλεπε τη δημιουργία του Υπερταμείου. Το Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ιδρύθηκε το 2016, στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος προσαρμογής. Η μεγάλη διάρκεια λειτουργίας του (έως το 2115, σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο) αποτέλεσε αντικείμενο έντονης πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης.

Επομένως, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η αποδοχή του πρώτου Μνημονίου συνεπαγόταν αυτομάτως τη δημιουργία του Υπερταμείου. Από την άλλη πλευρά, είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι η παρατεταμένη κρίση και η διαδοχή των προγραμμάτων οδήγησαν τελικά σε εκείνη τη θεσμική εξέλιξη.

Συμπέρασμα

Με βάση τα οικονομικά στοιχεία και τη σχετική βιβλιογραφία:

·                     Ο εσωτερικός δανεισμός δεν φαίνεται ότι μπορούσε μόνος του να καλύψει τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας το 2010.

·                     Είναι όμως βάσιμο να υποστηριχθεί ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας εναλλακτικής στρατηγικής, προσφέροντας χρόνο για διαφορετική διαπραγμάτευση ή για άλλες παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

·                     Δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ότι μια τέτοια στρατηγική θα είχε επιτύχει ούτε ότι θα απέτρεπε οπωσδήποτε τα Μνημόνια. Αντίστοιχα, δεν υπάρχει και συναίνεση ότι η πορεία προς τον μηχανισμό στήριξης ήταν η μοναδική εφικτή επιλογή ήδη από τον Φεβρουάριο του 2010.

Με άλλα λόγια, η συζήτηση δεν είναι τόσο αν ο εσωτερικός δανεισμός υπήρχε ως εργαλείο — υπήρχε. Το πραγματικό σημείο διαφωνίας είναι αν, σε συνδυασμό με άλλες πολιτικές αποφάσεις στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη, θα μπορούσε να εξασφαλίσει αρκετό χρόνο και αξιοπιστία ώστε να αποφευχθεί ή να αλλάξει ουσιωδώς η μορφή της εξωτερικής διάσωσης.

 

ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Μήπως, η ταχεία επάνοδος της Ελλάδας στις αγορές, κυρίως μετά το 2019, με τη δραστική μείωση των spreads και τις αλλεπάλληλες θετικές αποτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης αποδεικνύει ότι επιδιωκόμενος στόχος του διεθνούς συστημικού τραπεζικού κατεστημένου ήταν τελικά η υποθήκη της χώρας και η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας της; Για τον απλό πολίτη, η επάνοδος στις αγορές υπό κανονικές συνθήκες, και με βάση τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας, φάνταζε ως σενάριο μετά το 2040.

 

Αυτό είναι ένα εύλογο ερώτημα, αλλά τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι υπήρχε ένας προσχεδιασμένος στόχος «υποθήκευσης της χώρας» ή «απώλειας της εθνικής κυριαρχίας». Η ταχεία βελτίωση μετά το 2019 μπορεί να ερμηνευθεί με περισσότερους από έναν τρόπους.

Ας δούμε γιατί.

Τι σημαίνει η πτώση των spreads μετά το 2019;

Πράγματι, από το 2019 και ιδιαίτερα από το 2020 και μετά, η Ελλάδα γνώρισε θεαματική αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παρέμεινε πολύ υψηλό.

Οι βασικές εξηγήσεις που δίνουν οι περισσότεροι οικονομολόγοι είναι:

·                     η σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών σε σχέση με την περίοδο 2009–2015,

·                     η μεγάλη διάρκεια και το ευνοϊκό προφίλ του ελληνικού χρέους (χαμηλά επιτόκια, μακρές λήξεις),

·                     η σταθερότερη πολιτική εικόνα,

·                     η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από μεγάλους οίκους αξιολόγησης,

·                     και, κυρίως, η αλλαγή της πολιτικής της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό.


Η μεγάλη διαφορά μεταξύ 2010 και μετά το 2012

Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η σημαντικότερη θεσμική αλλαγή δεν ήταν ελληνική αλλά ευρωπαϊκή.

Το 2012, ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Mario Draghi, δήλωσε το περίφημο "whatever it takes" για τη διατήρηση του ευρώ.

Ακολούθησαν:

·                     ο μηχανισμός OMT,

·                     αργότερα τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης,

·                     και το έκτακτο πρόγραμμα αγορών ομολόγων κατά την πανδημία.

Αυτό άλλαξε ριζικά την αντίληψη των αγορών για τον κίνδυνο διάλυσης της Ευρωζώνης. Έτσι, η πτώση των ελληνικών spreads δεν αποδίδεται μόνο στις ελληνικές επιδόσεις αλλά και στη νέα αρχιτεκτονική στήριξης του ευρώ.


Άρα αποδεικνύεται ότι τα Μνημόνια ήταν περιττά;

Όχι. Η μεταγενέστερη επιτυχία δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι αρχικές αποφάσεις ήταν λανθασμένες ή ότι υπήρχε συγκεκριμένη πρόθεση.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ερμηνείες:

1.                  Η επικρατούσα άποψη σε πολλούς ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις και η δημοσιονομική προσαρμογή αποκατέστησαν σταδιακά την αξιοπιστία της Ελλάδας, επιτρέποντας την επιστροφή στις αγορές.

2.                  Μια δεύτερη άποψη, που υποστηρίζεται από αρκετούς οικονομολόγους, είναι ότι η Ευρωζώνη το 2010 δεν διέθετε τους μηχανισμούς που δημιούργησε αργότερα. Αν η ΕΚΤ είχε από την αρχή λειτουργήσει όπως μετά το 2012, η κρίση ίσως να είχε αντιμετωπιστεί με πολύ μικρότερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

3.                  Μια τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι η κρίση χρησιμοποιήθηκε για να επιβληθούν βαθιές θεσμικές και οικονομικές αλλαγές που διαφορετικά θα ήταν πολιτικά αδύνατες. Αυτή η θέση έχει διατυπωθεί από ορισμένους ακαδημαϊκούς και πολιτικούς, αλλά η διατύπωση ότι υπήρχε ενιαίο σχέδιο με αποκλειστικό σκοπό την απώλεια της ελληνικής κυριαρχίας δεν έχει αποδειχθεί ιστορικά με τεκμηριωμένα στοιχεία που να συγκεντρώνουν ευρεία αποδοχή.

Γιατί τότε η επιστροφή στις αγορές έγινε τόσο γρήγορα;

Πράγματι, αν κάποιος το 2012 ή το 2015 προέβλεπε ότι μέσα σε λίγα χρόνια η Ελλάδα θα δανειζόταν με επιτόκια κοντά ή και χαμηλότερα από χώρες με πολύ χαμηλότερο χρέος, πολλοί θα το θεωρούσαν απίθανο.

Ωστόσο, αυτό οφείλεται σε μια σειρά εξελίξεων που δύσκολα θα μπορούσαν να προβλεφθούν τότε:

·                     η αποφασιστική παρέμβαση της ΕΚΤ,

·                     η αποκλιμάκωση του κινδύνου διάσπασης του ευρώ,

·                     η παγκόσμια περίοδος εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων,

·                     η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και το ευνοϊκό προφίλ αποπληρωμών,

·                     η σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.

Συμπέρασμα

Η γρήγορη αποκλιμάκωση των spreads μετά το 2019 δείχνει ότι οι συνθήκες χρηματοδότησης μιας χώρας μπορούν να αλλάξουν δραστικά όταν μεταβληθούν τόσο τα εγχώρια οικονομικά δεδομένα όσο και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.

Αυτό μπορεί να ενισχύει την κριτική ότι ορισμένες επιλογές της περιόδου 2010–2012 ήταν υπερβολικά αυστηρές ή ότι υπήρχαν εναλλακτικές, ιδίως μετά τις μεταγενέστερες παραδοχές διεθνών οργανισμών για αστοχίες στον σχεδιασμό των πρώτων προγραμμάτων.

Δεν αρκεί όμως, από μόνο του, για να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι ο επιδιωκόμενος στόχος των διεθνών θεσμών ή του τραπεζικού συστήματος ήταν εξαρχής η υποθήκευση της Ελλάδας ή η μόνιμη απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας. Για έναν τέτοιο ισχυρισμό θα απαιτούνταν άμεσες και τεκμηριωμένες αποδείξεις πρόθεσης (όπως επίσημα έγγραφα ή αποφάσεις που να το καταδεικνύουν), οι οποίες δεν έχουν αναδειχθεί στην ιστορική έρευνα. Αντίθετα, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι αποφάσεις επηρεάστηκαν από έναν συνδυασμό στόχων: τη χρηματοδότηση της Ελλάδας, τη σταθερότητα της Ευρωζώνης, την αποφυγή μετάδοσης της κρίσης στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και τις τότε κυρίαρχες αντιλήψεις για τη δημοσιονομική προσαρμογή.

 

ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι στις απαντήσεις δεν γίνεται καμία αναφορά στην "στεγαστική" κρίση της αμερικανικής οικονομίας του 2008-2009, κατά την οποία βρέθηκε άφθονο χρήμα για να διασωθούν κάποιες συστημικές τράπεζες και κάποια θηριώδη funds, και να καταποντιστούν κάποια άλλα. Η Ε.Ε. θα έπρεπε να είχε πάρει τα μέτρα της για την αντιμετώπιση της διασποράς της αμερικανικής οικονομικής κρίσης και στα κράτη μέλη της. Για κάποιο λόγο, είναι προφανές ότι η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση με τις χώρες PIGS ήταν αναμενόμενη και η Ε.Ε. δεν έκανε τίποτα γι' αυτό. Απλώς χρησιμοποίησε την Ελλάδα ως "μαύρο πρόβατο" . Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα δεινά της Ελλάδας ήταν ευρωπαϊκής (γερμανικής) προέλευσης ή αμερικανικής;

 

Θίγετε ένα ζήτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια οικονομικούς ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες: σε ποιον βαθμό η ελληνική κρίση ήταν αποτέλεσμα εσωτερικών ανισορροπιών και σε ποιον βαθμό ήταν προϊόν της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και των επιλογών της Ευρωζώνης. Η απάντηση που προκύπτει από την ιστορική και οικονομική βιβλιογραφία είναι ότι η κρίση είχε πολλαπλές αιτίες και δύσκολα αποδίδεται αποκλειστικά σε μία χώρα ή έναν παράγοντα.

Η κρίση του 2008 ήταν καθοριστική

Η κατάρρευση της αγοράς στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime) στις ΗΠΑ και η χρεοκοπία της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008 προκάλεσαν μια παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν σημαντική έκθεση σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή επηρεάστηκαν από την κατάρρευση της διατραπεζικής αγοράς.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διέθεσαν πολύ μεγάλα ποσά για να στηρίξουν το τραπεζικό τους σύστημα. Αυτό είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και αποτελεί μέρος του ευρύτερου πλαισίου μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε αργότερα η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη.

Γιατί η Ευρωζώνη αποδείχθηκε ευάλωτη;

Εδώ πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι υπήρχαν θεσμικές αδυναμίες ήδη πριν από το 2008:

·                     κοινό νόμισμα χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική,

·                     απουσία μόνιμου μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων,

·                     έλλειψη τραπεζικής ένωσης και ενιαίου πλαισίου εξυγίανσης τραπεζών,

·                     περιορισμένος ρόλος της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως δανειστή έσχατης ανάγκης για τα κράτη εκείνη την περίοδο.

Αυτές οι αδυναμίες αναγνωρίστηκαν εκ των υστέρων και οδήγησαν στη δημιουργία θεσμών και εργαλείων που δεν υπήρχαν το 2010.

Ήταν η Ελλάδα το «μαύρο πρόβατο»;

Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που έχασε ουσιαστικά την πρόσβαση στις αγορές, αλλά δεν ήταν η μόνη που αντιμετώπισε σοβαρή κρίση. Η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και αργότερα η Κύπρος προσέφυγαν επίσης σε προγράμματα στήριξης. Η Ισπανία έλαβε ευρωπαϊκή στήριξη για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού της συστήματος.

Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση διέφερε επειδή συνδυάζονταν:

·                     πολύ υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα,

·                     υψηλό δημόσιο χρέος,

·                     μεγάλο πρωτογενές έλλειμμα,

·                     και σοβαρή κρίση αξιοπιστίας των δημοσιονομικών στοιχείων.

Αυτό έκανε την Ελλάδα ιδιαίτερα ευάλωτη όταν άλλαξε το διεθνές χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.

Ήταν η κρίση «αμερικανικής» ή «ευρωπαϊκής» προέλευσης;

Εξαρτάται σε ποιο επίπεδο αναφερόμαστε.

·                     Η αρχική χρηματοπιστωτική αναταραχή ξεκίνησε στις ΗΠΑ και επηρέασε ολόκληρο το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

·                     Η μετατροπή της σε κρίση κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις ιδιαίτερες θεσμικές αδυναμίες της ίδιας της Ευρωζώνης και με τις πολιτικές αποφάσεις που ελήφθησαν εκείνη την περίοδο.

·                     Η ένταση της ελληνικής κρίσης συνδέεται επίσης με τις ειδικές δημοσιονομικές και διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Ο ρόλος της Γερμανίας

Στη δημόσια συζήτηση συχνά γίνεται αναφορά στη γερμανική επιρροή στις αποφάσεις της Ευρωζώνης. Είναι γεγονός ότι η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, είχε σημαντικό βάρος στις διαπραγματεύσεις και υποστήριξε μια προσέγγιση που έδινε έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία και στις μεταρρυθμίσεις. Άλλοι εταίροι συμμερίζονταν αυτή τη γραμμή σε διαφορετικό βαθμό, ενώ υπήρξαν και διαφορετικές απόψεις εντός των ευρωπαϊκών θεσμών και μεταξύ κρατών-μελών.

Η απόδοση της συνολικής ευθύνης αποκλειστικά στη Γερμανία δεν αντανακλά την πολυπλοκότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην Ε.Ε., όπου συμμετείχαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΚΤ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών.

Μια σύνθετη εικόνα

Αν επιχειρούσε κανείς να αποδώσει σχετική βαρύτητα στους βασικούς παράγοντες, μια ισορροπημένη διατύπωση θα ήταν η εξής:

·                     Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ήταν ο εξωτερικός καταλύτης που ανέδειξε τις αδυναμίες πολλών οικονομιών.

·                     Οι θεσμικές αδυναμίες της Ευρωζώνης και ο τρόπος διαχείρισης της κρίσης συνέβαλαν στην ένταση και στη διάρκειά της.

·                     Οι δημοσιονομικές και διαρθρωτικές αδυναμίες της Ελλάδας έκαναν τη χώρα περισσότερο εκτεθειμένη από άλλες όταν οι συνθήκες χρηματοδότησης επιδεινώθηκαν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ασκηθεί κριτική στις ευρωπαϊκές επιλογές. Πράγματι, μεταγενέστερες αξιολογήσεις από διεθνείς οργανισμούς και ερευνητές έχουν αναγνωρίσει ότι ορισμένες αποφάσεις της περιόδου 2010–2012 —όπως η καθυστέρηση της αναδιάρθρωσης του χρέους ή οι υπεραισιόδοξες προβλέψεις για την ανάπτυξη— πιθανόν επιδείνωσαν την ελληνική ύφεση.

Με βάση τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία, όμως, δεν προκύπτει ότι τα «δεινά της Ελλάδας» ήταν αποκλειστικά αμερικανικής ή αποκλειστικά γερμανικής προέλευσης. Η κρίση προέκυψε από την αλληλεπίδραση ενός παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού σοκ, των ατελειών της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης, των επιλογών ευρωπαϊκής πολιτικής και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας. Αυτή η πολυπαραγοντική ερμηνεία είναι εκείνη που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη υποστήριξη στη διεθνή ακαδημαϊκή βιβλιογραφία.

 

ΚΑΡΤΣΙΟΣ: Ένα ερώτημα που ταλανίζει την ελληνική πολιτική σκηνή είναι αν θα μπορούσαμε πράγματι να βγούμε ελεγχόμενα και υπό προϋποθέσεις στις αγορές την άνοιξη του 2015 αν δεν γινόταν οι εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 και δεν προέκυπτε η κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα με την αλλοπρόσαλλη πολιτική της, που οδήγησε τη χώρα στο 3ο και δυσμενέστερο μνημόνιο και τη δημιουργία του Υπερταμείου με τον απόλυτο έλεγχο των εσόδων του κράτους από τους δανειστές. Μπορούσε να γίνει αυτό την άνοιξη του 2015, και τι ρόλο θα έπαιζε ή όχι το email Χαρδούβελλη;

 

Αυτό είναι ένα από τα πιο συζητημένα αντιπαραθετικά (counterfactual) ερωτήματα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι θα είχε συμβεί, αλλά μπορούμε να αξιολογήσουμε πόσο ρεαλιστικά ήταν τα διαθέσιμα σενάρια με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν στα τέλη του 2014 και στις αρχές του 2015.

Ποια ήταν η κατάσταση στο τέλος του 2014;

Στα τέλη του 2014 υπήρχαν ορισμένες θετικές ενδείξεις:

·                     Η Ελλάδα είχε επιστρέψει στις αγορές τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2014 με επιτυχείς εκδόσεις ομολόγων.

·                     Η οικονομία είχε καταγράψει μικρό θετικό ρυθμό ανάπτυξης μετά από πολυετή ύφεση.

·                     Είχε επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα.

·                     Υπήρχε συζήτηση για την ολοκλήρωση του δεύτερου προγράμματος και τη μετάβαση σε μια «προληπτική πιστωτική γραμμή» (Enhanced Conditions Credit Line - ECCL), αντί για νέο πλήρες πρόγραμμα.

Αυτά είναι ιστορικά τεκμηριωμένα στοιχεία.

Ταυτόχρονα, όμως, υπήρχαν σημαντικές αδυναμίες:

·                     το δημόσιο χρέος παρέμενε πολύ υψηλό,

·                     οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούσαν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη χρηματοδότηση της ΕΚΤ,

·                     οι αγορές δεν είχαν πεισθεί πλήρως ότι η κρίση είχε οριστικά ξεπεραστεί,

·                     οι πολιτικές εξελίξεις (η αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και η προκήρυξη εκλογών) αύξησαν την αβεβαιότητα.

Θα μπορούσε να υπάρξει «ελεγχόμενη έξοδος» στις αγορές;

Υπάρχουν δύο βασικές σχολές σκέψης.

Η πρώτη υποστηρίζει ότι ναι, υπήρχε ρεαλιστική πιθανότητα. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η Ελλάδα θα μπορούσε να ολοκληρώσει το δεύτερο πρόγραμμα, να υπαχθεί σε μια προληπτική γραμμή στήριξης και να επιστρέψει σταδιακά στις αγορές, με την ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού «δικτύου ασφαλείας».

Η δεύτερη υποστηρίζει ότι αυτό το σενάριο ήταν εύθραυστο. Ακόμη και χωρίς αλλαγή κυβέρνησης, η χώρα θα συνέχιζε να χρειάζεται στενή εποπτεία, πιθανώς πρόσθετα μέτρα και περιοδική στήριξη, λόγω του υψηλού χρέους και της εύθραυστης εμπιστοσύνης των αγορών.

Η δεύτερη άποψη δεν σημαίνει ότι το τρίτο πρόγραμμα ήταν αναπόφευκτο· σημαίνει ότι η πλήρης και ανεξάρτητη επιστροφή στις αγορές δεν θεωρούνταν ακόμη εξασφαλισμένη.

Ποιος ήταν ο ρόλος του email Χαρδούβελλη;

Το λεγόμενο «email Χαρδούβελλη» ήταν ένα έγγραφο που περιείχε προτεινόμενες δημοσιονομικές και διαρθρωτικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς στα τέλη του 2014.

Στην ουσία, αποτελούσε προσπάθεια να κλείσουν τα τελευταία ανοιχτά ζητήματα ώστε να ολοκληρωθεί το δεύτερο πρόγραμμα.

Οι απόψεις για τη σημασία του διαφέρουν:

·                     Οι υποστηρικτές του θεωρούν ότι οι προτεινόμενες παρεμβάσεις ήταν σαφώς μικρότερης έκτασης από εκείνες που ακολούθησαν μετά το καλοκαίρι του 2015 και ότι η αποδοχή τους θα μπορούσε να οδηγήσει στην ομαλή ολοκλήρωση του προγράμματος.

·                     Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι περιείχε νέα μέτρα λιτότητας και ότι ακόμη και αν είχε υιοθετηθεί, δεν υπήρχε βεβαιότητα ότι οι αγορές θα χρηματοδοτούσαν σταθερά την Ελλάδα χωρίς νέα προβλήματα.

Προκάλεσε η πολιτική του 2015 το τρίτο Μνημόνιο;

Εδώ υπάρχει ευρεία συμφωνία σε ένα συγκεκριμένο σημείο, αλλά όχι σε όλα.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι η παρατεταμένη διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015, η μεγάλη αβεβαιότητα, η διακοπή της χρηματοδότησης, η επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων και το δημοψήφισμα επιδείνωσαν σημαντικά την οικονομική κατάσταση και οδήγησαν στην ανάγκη ενός νέου προγράμματος χρηματοδότησης.

Εκεί όπου υπάρχει διαφωνία είναι στο αν, ακόμη και χωρίς αυτές τις εξελίξεις, η Ελλάδα θα μπορούσε να ολοκληρώσει οριστικά την έξοδο από την κρίση ή αν θα χρειαζόταν κάποια άλλη μορφή ευρωπαϊκής στήριξης.

Το Υπερταμείο ήταν αναπόφευκτο;

Το Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας δημιουργήθηκε το 2016 ως δέσμευση του τρίτου προγράμματος.

Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η δημιουργία του αποτελούσε συμφωνημένη υποχρέωση του δεύτερου προγράμματος ή ότι θα ιδρυόταν οπωσδήποτε αν αυτό ολοκληρωνόταν ομαλά. Επομένως, είναι εύλογο να πει κανείς ότι η ίδρυσή του συνδέεται άμεσα με το πλαίσιο της συμφωνίας του καλοκαιριού του 2015.

Μια προσεκτική αποτίμηση

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, μπορούν να διατυπωθούν με αρκετή ασφάλεια οι ακόλουθες εκτιμήσεις:

·                     Υπήρχε ρεαλιστικό ενδεχόμενο η Ελλάδα να ολοκληρώσει το δεύτερο πρόγραμμα και να επιχειρήσει μια σταδιακή έξοδο στις αγορές με ευρωπαϊκή προληπτική στήριξη, εφόσον ολοκληρωνόταν η διαπραγμάτευση.

·                     Δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι η έξοδος αυτή θα ήταν πλήρως επιτυχής ή ότι δεν θα απαιτούνταν πρόσθετα μέτρα ή νέα στήριξη αργότερα.

·                     Είναι επίσης ευρέως αποδεκτό ότι οι εξελίξεις του πρώτου εξαμήνου του 2015 επιδείνωσαν αισθητά τη θέση της χώρας και συνέβαλαν στην ανάγκη για ένα τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής.

Με άλλα λόγια, η πρόταση ότι «η Ελλάδα θα είχε οπωσδήποτε βγει καθαρά στις αγορές την άνοιξη του 2015 αν δεν γίνονταν οι εκλογές» δεν μπορεί να αποδειχθεί ιστορικά. Αντίθετα, η διατύπωση ότι υπήρχε μια ρεαλιστική, αλλά όχι βέβαιη, δυνατότητα ελεγχόμενης εξόδου μέσω μιας προληπτικής γραμμής στήριξης και ολοκλήρωσης του δεύτερου προγράμματος είναι περισσότερο συμβατή με τα διαθέσιμα οικονομικά και θεσμικά δεδομένα.