Translate

Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Ο ΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΟΥΓΓΡΟΒΛΑΧΙΑΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ


ΣΤΥΛΟΒΑΤΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ

 

Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com

 


Ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο για το μέγεθος της ιστορικής προσωπικότητας του μητροπολίτη Άρτης (1794-1805), και μετέπειτα Ουγγροβλαχίας (1810- ) Ιγνατίου, από την προσφώνηση του Αδαμάντιου Κοραή: «Τον σεβασμιώτατον αρχιερέα Ιγνάτιον, το καύχημα του γένους μας». Η πολυσχιδής προσωπικότητα του Ιγνατίου και η αρχιερατική αλλά και πολιτική διαδρομή του, αντικατοπτρίζουν με τον εναργέστερο τρόπο τον άγραφο θεμελιώδη κανόνα επιβίωσης της ορθόδοξης εκκλησίας: Το ζήτημα του «συμβιβασμού» με την εκάστοτε πολιτική εξουσία.

Το φαινόμενο αυτό του συμβιβασμού της Εκκλησίας με την εκάστοτε πολιτεία είχε καλλιεργηθεί ως ιδέα στους κόλπους της Εκκλησίας από την εποχή ακόμη της βυζαντινής πολιτείας, με την ελπίδα πάντοτε της απαλλαγής από τη μέγγενη της κοσμικής εξουσίας. Άλλωστε με την αποδοχή των προνομίων του Μωάμεθ Β΄ του πορθητή, από τον Γεννάδιο Σχολάριο, είχε επιβιώσει το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, και μαζί μ’ αυτό και η Εκκλησία και το Γένος.

Αυτή η στοιχειώδης μορφή του «καισαροπαπισμού» εφαρμόστηκε στην πιο εφαρμόσιμη εκδοχή της από τον Ιγνάτιο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την αρχιερατική θητεία του στην Άρτα και την φαινομενική συνεργασία του με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων εξυπηρετώντας ταυτόχρονα την Ρωσική Αυλή, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες με τη φιλορωσική εκκλησιαστική και πολιτική ηγεμονία του, στη Βιέννη και στην Πίζα με τις προπαρασκευές της Ελληνικής Επανάστασης, και με την αποδοχή του βρετανικού παράγοντα στέλνοντας τον Μαυροκορδάτο στην Ελλάδα, τον Αύγουστο του 1821.

Ο Ιγνάτιος είχε γεννηθεί στη Μυτιλήνη το 1765 ή το 1766 με το κατά κόσμον όνομα Ιωάννης Μπάμπαλος ή Κακουγδός. Οι γονείς του είχαν φύγει από τα Χρύσαφα Λακωνίας, έναν οικισμό του 13ου αιώνα, σε 550 μέτρα υψόμετρο σε δυτική πλαγιά του Πάρνωνα, 15 μόλις χιλιόμετρα ανατολικά της Σπάρτης. Ο Απόστολος και η Μαλαματένια Μπάμπαλου είχαν εγκαταλείψει τα Χρύσαφα πριν την πυρπόλησή τους ένεκα της συμμετοχής του οικισμού στα Ορλωφικά το 1770. Πάντως, ο Ιγνάτιος σε αυτοβιογραφικό σημείωμα που υπέβαλε προς τη ρωσική Αυλή το 1808 αναφέρει ως τόπο γέννησής του τη Σπάρτη, χωρίς να αναφέρει τίποτα περί Μυτιλήνης. Βεβαίως, η αίγλη της αρχαίας Σπάρτης θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα ως εικόνα στην αυτοβιογραφία του και άλλωστε υποδείκνυε και τον τόπο καταγωγής του.



Ο Ιγνάτιος όχι μόνον γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, αλλά φαίνεται ότι παρέμεινε εκεί μέχρι την ηλικία των 20 ετών (Ζερλέντης), και μάλιστα εκάρη μοναχός με προτροπή του θείου του ιερομονάχου Γερασίμου τον οποίο ακολούθησε στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη. Στην Πόλη, ο Ιγνάτιος ακολούθησε την πεπατημένη των λαϊκών και κληρικών αποφοίτων της Μεγάλης του Γένους Σχολής, οι οποίοι συνήθως έμπαιναν στις τάξεις των Φαναριωτών. Επομένως, ο Ιγνάτιος, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει «διέτριψε ικανόν καιρόν εις Αρχιερέων υπηρεσίαν και εις τας έξω επαρχίας, και εις αυτήν έπειτα την Κωνσταντινούπολιν και είδεν και την μεγάλην Εκκλησίαν πολλά πλησίον, και των Αρχιερέων την ιδιαιτέραν ζωήν…». 

Το 1794, ο Ιγνάτιος χειροτονήθηκε επίσκοπος και κατέλαβε τη μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτης έως το 1805. Το γεγονός ότι κατάφερε να παραμείνει εκεί 11 χρόνια, με τα όσα φοβερά και τρομερά συνέβησαν σ’ όλο αυτό το διάστημα, δείχνει –αν μη τι άλλο- ότι ο Ιγνάτιος διέθετε ευστροφία και κατά το δυνατόν διπλωματική ικανότητα. Διότι από το 1796, ο Ιγνάτιος θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις ραδιουργίες του Αλή πασά, ο οποίος κατάφερε και απέσπασε από τη βασιλομήτορα Βαλιντέ Σουλτάνα την επαρχία της Άρτας και ένα τεράστιο τμήμα των ακτών του Αμβρακικού κόλπου. Ο θηριώδης Αλή πασάς κατάφερε, λοιπόν, να ναυπηγήσει στο επίνειο της Άρτας, στο λιμανάκι της Σαλαώρας, μερικά πλοία και να καταλάβει μετά από δύο χρόνια, στις 12 Οκτωβρίου 1798, την Πρέβεζα που ήταν υπό γαλλική κατοχή. Έτσι, ολόκληρη η μητροπολιτική περιφέρεια του Ιγνατίου περιήλθε υπό την κυριαρχία του Αλή πασά.

Ο σατράπης των Ιωαννίνων ακολούθησε την τακτική του Μωάμεθ Β΄ του πορθητή. Έδωσε στον Ιγνάτιο τη δυνατότητα να ασκεί παράλληλα με την εκκλησιαστική διοίκηση και ευρείας έκτασης πολιτική εξουσία καθιστώντας τον, όμως, ταυτόχρονα και υπόλογο των δικών του υστερόβουλων ενεργειών. Για παράδειγμα, εκτός όλων των άλλων, ο Ιγνάτιος κατηγορήθηκε (Περραιβός, Finlay, Leake) ότι εκτελούσε με ιδιαίτερο ζήλο χρέη φοροεισπράκτορα για λογαριασμό του Αλή πασά.

Κατά τον Πρωτοψάλτη (Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας), ο Ιγνάτιος αναγκάστηκε πολλές φορές να εκτελέσει διαταγές του τυράννου των Ιωαννίνων, στην προσπάθειά του να μετέχει στην πολιτική εξουσία της περιφέρειάς του και να προστατεύει αποτελεσματικά το ποίμνιό του. Ο Πρωτοψάλτης σταχυολογεί πέντε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Ιγνάτιος φαίνεται ότι υπηρέτησε τα σχέδια του Αλή πασά «μόνον φαινομενικώς, διότι ουσιαστικώς εξυπηρέτησε τους Έλληνες»: Η πολιορκία και η άλωση της Πρέβεζας (ο άθλιος Αλή πασάς κατέσφαξε 400 κατοίκους στην πλατεία της πόλης), η προσπάθεια του σατράπη να επεκτείνει την κυριαρχία του και στις υπόλοιπες παλιές ενετικές κτήσεις στην Ήπειρο (Βουθρωτό, Βόνιτσα, Πάργα), το ζήτημα με τους Σουλιώτες, το ζήτημα των αρματολών της Στερεάς που εύρισκαν καταφύγιο στα Επτάνησα και ιδιαίτερα στη Λευκάδα, και τέλος η αποκατάσταση των σχέσεων του Αλή πασά με την Επτάνησον Πολιτείαν.

Για τις σφαγές της Πρέβεζας, ο Ιγνάτιος δέχτηκε τα πυρά του Χριστόφορου Περραιβού (Ιστορία Σουλίου και Πάργας, Εν Παρισίοις 1803), και ακολούθησαν πολλοί Έλληνες και ξένοι ιστορικοί. Οι ενέργειες του  Ιγνατίου, σ’ αυτήν τη χρονική περίοδο, εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο των ευρωπαϊκών εξελίξεων με τη σαρωτική εκστρατεία του Ναπολέοντα, ο οποίος είχε καταλάβει όλες τις Ενετικές κτήσεις στην Αδριατική καθώς και τα Επτάνησα (1798), και την «περίεργη» Ρωσοτουρκική ναυτική σύμπραξη για την εκδίωξη των γαλλικών στρατευμάτων από τα Επτάνησα.

Κυρίως, όμως, οι ενέργειες του Ιγνατίου εντάσσονται στην πολιτική του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την αντιμετώπιση των διακηρύξεων της γαλλικής επανάστασης που έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με τις χριστιανικές διδαχές και το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Στα Επτάνησα οι Γάλλοι είχαν ανατρέψει το πολιτικό, κοινωνικό και εκκλησιαστικό στάτους με την ακύρωση όλων των τίτλων ευγενείας, του ιδίου του χριστιανικού δόγματος, καταργώντας ταυτόχρονα όλες τις χριστιανικές εορτές. Αυτές οι ενέργειες των κατοχικών γαλλικών δυνάμεων ερμηνεύτηκαν ως βίαιη ανατροπή και αμφισβήτηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων του λαού.




Με αφορμή τη διάρρηξη των γαλλοτουρκικών σχέσεων το 1798, ο Γρηγόριος Ε΄ εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη τη «Χριστιανικήν Απολογίαν» στην οποία καταφέρθηκε κατά των «απατηλών» κηρυγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης τονίζοντας ότι μόνον οι χριστιανοί μπορούν να απολαύσουν τα αγαθά της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης. Άλλωστε, από το 1797 είχαν εκδοθεί πατριαρχικές επιστολές προς τους ιεράρχες να προστατεύσουν το ποίμνιό τους από την «φθοροποιάν νεωστί αναφανείσαν λύμην». (Γεδεών, Κανονικαί διατάξεις).

Το κλίμα που είχε διαμορφωθεί στους κόλπους της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας εναντίον των αρχών και των διακηρύξεων της Γαλλικής Επανάστασης είχε τις ρίζες του στην εποχή της Φραγκοκρατίας με τη λεηλασία των ιερών και οσίων του Βυζαντίου. Κατά τη φραγκοκρατία οι Λατίνοι είχαν επιδείξει αχαρακτήριστα καταπιεστική συμπεριφορά κατά της Ελλαδικής εκκλησίας με αντικατάσταση των επισκόπων, αλλαγή της εκκλησιαστικής και λατρευτικής ζωής κλπ. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα το άσβεστο μίσος που είχε δημιουργηθεί, παραμονές της Άλωσης, μεταξύ Ενωτικών και Ανθενωτικών. Οι τελευταίοι είχαν ως πολιτικό αρχηγό τον Νοταρά και θρησκευτικό τον μετέπειτα πρώτο πατριάρχη μετά την άλωση Γεννάδιο Σχολάριο.

Σύμφωνα με τον Δούκα, τον τελευταίο, ίσως, ιστοριογράφο πριν την Άλωση, και έναν από τους 4 ιστορικούς της Άλωσης, ο μέγας δούκας, Λουκάς Νοταράς είχε πει το περίφημο ανθενωτικό σλόγκαν : «Κρειττότερον βασιλεύσαι εν μέση Πόλει, φακιόλιον Τούρκων παρά καλύπτρα λατινικήν». Δηλαδή, «καλύτερα να δω να βασιλεύει μέσα στην Πόλη τουρκικό σαρίκι παρά τιάρα λατινική». Ο Νοταράς, βέβαια, αποκεφαλίστηκε από τον Μωάμεθ, αλλά ο τελευταίος Μέγας Δουξ της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχε τα δίκαιά του.

Για παράδειγμα, η κατάληψη των Αθηνών από τους Φράγκους είχε ως συνέπεια τον σφετερισμό όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας και την υπαγωγή της εκκλησίας των Αθηνών υπό την προστασία του Αγίου Πέτρου. Ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε μητροπολιτικό ναό των Λατίνων. Οι Ελληνορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί είχαν εκδιωχθεί από τους ναούς και τα μοναστήρια και οι Λατίνοι ιερείς και οι προύχοντες ιδιοποιήθηκαν τις περιουσίες τους. Αν και είχαν περάσει 3,5 αιώνες, όλα αυτά υπήρχαν καταγεγραμμένα στο ιστορικό DNA του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

ΤΟ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΑ ΔΥΤΙΚΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι κυρίως κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, στο βορειοδυτικό τμήμα των Βαλκανίων. Οι ιστορικές αναφορές ανατρέχουν στην εποχή του τσάρου της Ρωσίας Μέγα Πέτρου του Α΄, ο οποίος κυβέρνησε θεωρητικά επί 43 έτη, από το 1682 έως και τον θάνατό του το 1725, σε ηλικία 53 ετών. Αν και οι ρωσικές και μολδαβικές δυνάμεις απέτυχαν να εισβάλουν τελικά στη βαλκανική χερσόνησο, ένα από τα συνεπακόλουθα του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1710-1711 υπήρξε και ο διορισμός για πρώτη φορά χριστιανών ηγεμόνων Φαναριωτών ως πρίγκιπες - διοικητές στη Μολδαβία και τη Βλαχία.

Ο επόμενος Ρωσοτουρκικός πόλεμος έγινε την περίοδο 1736-1739, χωρίς ουσιαστικά εδαφικά κέρδη για τη Ρωσία. Από το 1737 στον πόλεμο ενεπλάκη και η Αυστρία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά ηττήθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι επιδόθηκαν σε σφαγές εναντίον των Σέρβων, μετά την αποχώρηση των Αυστριακών από την περιοχή του Βελιγραδίου. Ο επόμενος Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1768-1774 άπτεται κατ’ εξοχήν ελληνικού ενδιαφέροντος, καθώς τμήμα του πολέμου αυτού υπήρξαν τα λεγόμενα Ορλωφικά του 1770, που κατέληξαν σε μαζικές σφαγές των ελληνικών πληθυσμών από τη Μοσχόπολη μέχρι την Πελοπόννησο. Θέατρα αυτού του πολέμου, επί Μεγάλης Αικατερίνης της Β΄, υπήρξαν επίσης η Μολδαβία, η Βεσσαραβία, η Βλαχία, η Πελοπόννησος και οι επιχειρήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος.

Το «ξανθό γένος» για μία ακόμη φορά δεν κατάφερε να απελευθερώσει τους ομόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, τους οποίους χρησιμοποιούσε κάθε φορά για αντιπερισπασμό. Μετά την αποτυχία της Ορλωφικής εξέγερσης οι Οθωμανοί επιδόθηκαν στο προσφιλές τους επάγγελμα, στις σφαγές των ελληνικών πληθυσμών. Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή του 1774 οδήγησε στην ανακήρυξη της Ρωσίας ως υποτιθέμενης προστάτιδας δύναμης των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

 

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΟΡΛΩΦΙΚΩΝ


Την εποχή που ο Ιγνάτιος αντιμετώπιζε τα κοσμοϊστορικά γεγονότα στη μητρόπολη Άρτης και Ναυπακτίας, η καταστροφή του ελληνισμού από την πρόωρη ελληνική επανάσταση του 1770, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1768-1774, ήταν ακόμη νωπή στη μνήμη των Ελλήνων. Η ιδέα ότι κάποιο άλλο κράτος (Γαλλία ή Ρωσία) θα συνέδραμε στην απελευθέρωση του γένους από τον τουρκικό ζυγό είχε αρχίζει να ξεθωριάζει. Άλλωστε και στην προπαρασκευή της επανάστασης των Ορλωφικών είχαν πρωταγωνιστήσει κατώτεροι και ανώτεροι Έλληνες κληρικοί. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι ήλπιζαν ακόμη στους Ρώσους, και κάποιοι άλλοι έστρεψαν τα όμματα προς τη Γαλλία:

«…Η εθνική διάνοια εξύπνησε και πάντες οι μεμορφωμένοι Έλληνες ήσαν σύμφωνοι προς τον σκοπόν, αν και πολύ διεφώνουν ως προς τα μέσα. Μερικοί, ως ο Βούλγαρις και ο Θεοτόκης, πολιτικήν σωτηρίαν επερίμενον μόνον εκ της Ρωσσίας… Το ευαγγέλιον της Γαλλικής επαναστάσεως εύρε παρά τοις Έλλησι πρόθυμα ώτα, ποιητικαί δε φύσεις, ως ο Ρήγας, μόνον υπό την προστασίαν της τριχρώμου σημαίας ηδύναντο να νοήσωσι την πολιτικήν αποκατάστασιν της Ελλάδος… Εν τούτοις είχε κατανοηθή πλέον ότι ούτε της Γαλλίας ούτε της Ρωσσίας η υποστήριξις ηδύνατο να ωφελήση, ότι η αδιάκοπος πολιτική φαντασιοκοπία ήθελε βραδύνει μόνον αν μη και διακινδυνεύσει την ελληνικήν αναγέννησιν, και ότι εν εαυτοίς μόνοις έπρεπε να ζητήσωσιν οι Έλληνες το απαραίτητο στήριγμα. Μετά διπλού δε ζήλου ετράπησαν ούτω εις σπουδήν της γλώσσης και της ιστορίας των…». (Μένδελσων Βαρθόλδη, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, 1894).


Θύμα των εξελίξεων και του διεθνούς σκηνικού την εποχή εκείνη υπήρξε ο Ρήγας Φερραίος. Ο Ρήγας (1757 ή 1758 ή 1762-1798) υπήρξε μία σπουδαία μορφή, ένα φιλελεύθερο πνεύμα με μία νεωτερική, για την εποχή του, πολιτική σκέψη και κουλτούρα. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε, πως ακολούθησε μία συνήθη διαδρομή για όλα τα «ανήσυχα» πνεύματα της εποχής. Από τη γενέτειρα στα σχολεία της Ζαγοράς, των Αμπελακίων ή του Αγίου Όρους, και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη ή στη Σμύρνη, στο Βουκουρέστι, στη Βιέννη, στην Τεργέστη, στη Βενετία ή στην Αλεξάνδρεια και το Άμστερνταμ κ.λπ.

Η παρουσία του Ρήγα και οι σπουδές του στη Ζαγορά συνάδουν καλύτερα, από πλευράς ιστορικής τεκμηρίωσης, με τα τεκταινόμενα στην περιοχή του Πηλίου εκείνη την εποχή. Το 1762, ο μεγάλος ευεργέτης έμπορος και βιβλιόφιλος Ιωάννης Πρίγκος, (1725-1789), από τη Ζαγορά ίδρυσε στη γενέτειρά του μία βιβλιοθήκη στα πρότυπα της βιβλιοθήκης του Άμστερνταμ, την οποία εφοδίασε με 800 τόμους βιβλίων «σπάνιες εκδόσεις αρχαίας ελληνικής γραμματείας, έργα Βυζαντινών συγγραφέων, χρονογράφων, ιστορικών και πατέρων της εκκλησίας, καθώς και φιλοσοφικά και ιστορικά βιβλία αλλά και γεωγραφίες, άτλαντες και χάρτες». Το 1776, ο Πρίγκος ίδρυσε στη Ζαγορά και ένα ανώτερο σχολείο, το Ελληνομουσείο, από το οποίο αποφοίτησαν και ο Άνθιμος Γαζής και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, εξέχουσες μορφές του προεπαναστατικού Ελληνικού Διαφωτισμού.

Είναι αλήθεια ότι το πολιτικό - επαναστατικό όραμα του Ρήγα παρέμεινε ασαφές υπό την έννοια των μηδενικών πιθανοτήτων για την υλοποίησή του, αλλά και εξαιτίας της αιφνιδιαστικής και βίαιης εξέλιξης των πραγμάτων με τη σύλληψή του στην Τεργέστη τον Δεκέμβριο του 1797, και την εξάρθρωση του ολιγομελούς συνωμοτικού του πυρήνα. Τον Μάιο του 1798, ο Ρήγας και οι 7 σύντροφοί του παραδόθηκαν από τις αυστριακές αρχές στους Οθωμανούς του Βελιγραδίου και τον Ιούνιο του ιδίου έτους, έπειτα από συνεχή βασανιστήρια, στραγγαλίστηκαν και τα σώματά τους πετάχτηκαν στον Δούναβη.

Το τι ακριβώς αποκόμισε ως ιδεολόγημα ο Ρήγας, ιδιαιτέρως από τη Γαλλική Επανάσταση, είναι δύσκολο να καθοριστεί σήμερα. Διότι ο Ρήγας δεν έζησε για να δει ότι το 1815, μετά την ήττα του αυτοκράτορα Ναπολέοντα στο Βατερλώ, η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη Γαλλία επανήλθε στην προεπαναστατική εποχή. Ο βασιλιάς εξακολουθούσε να είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος της Γαλλίας, με τους τραπεζίτες να τον ακολουθούν κατά πόδας. Πρόλαβε, όμως, να δει τον Ναπολέοντα να καταλύει και επίσημα, με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο του 1797, την υπερχιλιετή Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Ίσως τα πράγματα για τον ίδιο και τους συντρόφους του να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, αν η διάρρηξη των γαλλοτουρκικών σχέσεων είχε συμβεί πριν το 1798, γεγονός που θα τον ανάγκαζε να λάβει περισσότερα μέτρα ασφαλείας και να αποφύγει τη σύλληψή του από τις αυστριακές αρχές. Διότι οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές, οι συμμαχίες ευκαιριακές και τα εύκολα θύματα ήταν πάντοτε οι αδύναμοι και οι ραγιάδες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Το 1797, με την οριστική διάλυση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, τα Επτάνησα πέρασαν υπό την κυριαρχία των Γάλλων, αλλά όχι για πολύ. Το 1798, τα Επτάνησα περνούν υπό την κατοχή της πιο περίεργης συμμαχίας των τελευταίων αιώνων. Ρωσία και Τουρκία είχαν συμμαχήσει, υπό την απειλή των βουλιμικών ορέξεων του Ναπολέοντα για επικυριαρχία όχι μόνον στην Ευρώπη, αλλά και σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Το 1800, με πρωτοβουλία του ηγεμόνα της Βλαχίας Κωνσταντίνου Υψηλάντη, πατέρα του Αλέξανδρου, οι δύο «ανίεροι» σύμμαχοι συμφώνησαν να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία των Επτανήσων, υπό την προστασία της Ρωσίας και την «ψιλή κυριαρχία» της Τουρκίας. Το πρώτο αυτό ανεξάρτητο ελληνικό κράτος αναγνωρίστηκε από τη Γαλλία, Αγγλία, Ολλανδία, Ισπανία και τη Βαυαρική Δημοκρατία εκείνης της εποχής.

 


ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, από την εποχή της Επτανήσου Πολιτείας, όλοι «ωμιλούσαν πολλά περί της υποθέσεως», περί της επερχόμενης Επανάστασης δηλαδή, με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Οι περισσότεροι κατανοούσαν ότι ο Καποδίστριας δεν μπορούσε, ιδιαίτερα ως υπουργός Εξωτερικών της τσαρικής Ρωσίας, να παραδεχθεί δημόσια ή ιδιωτικά ότι αυτός ήταν πίσω από την «υπόθεση». Αλλά και ο ίδιος ο Καποδίστριας ομιλούσε πολλά περί της υποθέσεως με τον Ιγνάτιο, με τον οποίο είχε διατηρήσει άριστες σχέσεις μέχρι το τέλος. Ακόμα και όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, ο Καποδίστριας επικοινωνούσε τακτικά μέσω επιστολών με τον Ιγνάτιο, τον οποίον θεωρούσε πνευματικό του πατέρα και ζητούσε τις συμβουλές του.

Τον Μάιο του 1807, η Ιόνιος Γερουσία είχε διορίσει τον Ιωάννη Καποδίστρια γενικό επίτροπο για την άμυνα της Λευκάδας, για να αντιμετωπιστεί η φρενήρης βουλιμία του Αλή πασά να τελειώνει με το νησί-καταφύγιο όλων των αρματολών της Ηπείρου και της Πελοποννήσου. Στο πλευρό του Αλή, με βαρύ οπλισμό, οι Γάλλοι του Ναπολέοντα. Μπροστά στην επικείμενη εισβολή των ορδών του Αλή πασά στο νησί, ο Καποδίστριας έδειξε και τη στρατιωτική του ιδιοφυία. Δημιούργησε και διοργάνωσε και ναυτική μοίρα μισθώνοντας 9 πλοία, ενώ είχε συγκεντρώσει 2.000 άνδρες με όλη την «αφρόκρεμα» των αρματολών και καπεταναίων της εποχής.

Στα τέλη Ιουνίου 1807, οι Τουρκαλβανοί του Αλή έσπασαν τα μούτρα τους, και οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Στις 7 Ιουλίου 1807, ο Καποδίστριας οργάνωσε γιορτή για τα επινίκια στην παραλία του Μαγεμένου στην Νικιάνα «υπό την σκιάν μεγάλης και πολυκλάδου καρυάς». Ποιοι παραβρέθηκαν στο πιο ιστορικό γεύμα της σύγχρονης ιστορίας μας; Διαβάστε: Κατσαντώνης, Λεπενιώτης, Κολοκοτρώνης, Φώτος Τζαβέλας, Κίτσος και Νότης Μπότσαρης, Καραϊσκος, Βαρνακιώτης, Γρίβας, Περραιβός, Ζέρβας, Φαρμάκης, Τσόγκας, Στράτος, Μπουκουβάλας, Πουλής, Χορμόβας, Αναγνωσταράς, οι δύο Κοντογιανναίοι και άλλα 400 παλικάρια από Ήπειρο, Ρούμελη, Πελοπόννησο, Επτάνησα. Τιμητική θέση είχαν και ο μητροπολίτης Άρτας Ναυπάκτου Ιγνάτιος και ο μητροπολίτης Λευκάδας Παρθένιος Κονιδάρης. Ο Ιγνάτιος είχε φέρει μαζί του σώμα Ηπειρωτών και Σουλιωτών.

Να τι έγραψε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης:

«Το μεγαλύτερον, το θαυμαστότερον, το ελληνικότερον κατόρθωμα του αειμνήστου Καποδιστρίου υπήρξεν η εν Λευκάδι συγκέντρωσις όλων των ενδοξωτέρων καπετανάτων της Ρούμελης προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Λευκάδος. Και ο αδελφικός σύνδεσμος όστις προέκυψεν εκ της συγκεντρώσεως ταύτης μεταξύ των σημαντικοτέρων οπλαρχηγών της δουλωμένης Ελλάδος. Οι κλέφται μετεμορφώθησαν εις κλεφτουριάν, δηλαδή απέβαλον την ιδέαν της ατομικής κεχωρισμένης κατά των εχθρών αντιδράσεως και συνησπίσθησαν και συνετάχθησαν υπό την αρχηγίαν του Κατσαντώνη εις στρατόν εθνικόν, με έν και μόνον σύνθημα, άσπονδον κατά των τυράννων της πατρίδος πόλεμον, με ένα και μόνον σκοπόν, την απελευθέρωσιν της βασανιζομένης μητρός των».

Την επόμενη ημέρα, στις 8 Ιουλίου 1807, ο τσάρος υπέγραψε τη συνθήκη του Τιλσίτ και παρέδωσε στον Ναπολέοντα την Επτάνησο Πολιτεία! Γιατί; Οι ίδιοι οι Γάλλοι είχαν παρασύρει λίγες ημέρες πριν την Ιόνιο Γερουσία να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Γαλλίας, βάζοντας τα Επτάνησα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τότε, εκείνες τις στιγμές, θα πρέπει ο Καποδίστριας να κατανόησε πλήρως ότι η απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό περνούσε κυρίως μέσα από τα διπλωματικά σαλόνια των μεγάλων δυνάμεων, και έτσι έβαλε πλώρη για την τσαρική Αυλή. Το 1815, ο Καποδίστριας καθόταν στο γραφείο του στην Αγία Πετρούπολη ως ο ένας εκ των δύο υπουργών Εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου του Α΄. Αλλά, ποιος άλλος θα μπορούσε να επηρεάσει τον Τσάρο ώστε να δεχθεί τον Καποδίστρια ως έναν από τους δύο επικεφαλείς της διπλωματικής του υπηρεσίας;

Οι υπηρεσίες του Ιγνατίου προς τη Ρωσική Αυλή στα Επτάνησα και την Ήπειρο είναι καταγεγραμμένες σε εκθέσεις των Ρώσων διπλωματών πριν ακόμα μεταβεί στην Πετρούπολη τον Απρίλιο του 1809, μετά από τη σχετική έγκριση του αυτοκράτορα Αλέξανδρου Α΄. Η Ρωσία είχε προσαρτήσει τη Βλαχία, τη Μολδαβία και τη Βεσσαραβία τον Σεπτέμβριο του 1808, την οποία μετά από ένα χρόνο είχε επικυρώσει και ο Ναπολέοντας. Επομένως, η Εκκλησία των Ηγεμονιών είχε περιέλθει στη δικαιοδοσία της Ρωσικής Εκκλησίας.

 Η υποδοχή που επεφύλαξε η Ρωσική Αυλή στον Ιγνάτιο ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Ο Ιγνάτιος είχε εντυπωσιάσει το σύστημα εξουσίας στην Πετρούπολη και το μέλλον του διαγραφόταν λαμπρό. Αν και ο Καποδίστριας ήταν ήδη στην Πετρούπολη, μετά από πρόσκληση του ιδίου του καγκελάριου από τον Ιανουάριο του 1809, καθίσταται σαφές ότι η γνώμη του Ιγνατίου βάρυνε κατά πολύ για την ανάδειξη του Καποδίστρια στον υπουργικό θώκο.

Άλλωστε, το 1810 ο Ιγνάτιος διορίστηκε από τη σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας μητροπολίτης Βουκουρεστίου και πρόεδρος του Διβανίου, του κυβερνητικού δηλαδή συμβουλίου των Ηγεμονιών της Ουγγροβλαχίας. Δηλαδή, ο Αλέξανδρος Α΄ έδωσε στον Ιγνάτιο και πολιτική εξουσία. Μάλιστα, διόρισε τον αδελφό του Ιγνατίου, Χριστόφορο, ως σύμβουλο της Αυλής, και στον γραμματέα του Δημήτριο Μόστρα έδωσε το αξίωμα του επίτιμου συμβούλου.

Ο Ιγνάτιος από τον Μάιο του 1810 βρίσκεται επικεφαλής της εκκλησιαστικής και πολιτικής Αρχής στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στις οποίες υπήρχε πυκνό ελληνικό στοιχείο. Ο Ιγνάτιος δραστηριοποιήθηκε για την εθνική υπόθεση όχι μόνο στην Ουγγροβλαχία, αλλά και σε όλες τις πόλεις της κεντρικής Ευρώπης όπου υπήρχε η ελληνική ομογένεια. Μεταξύ άλλων είχε στενές επαφές και με τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος άρχισε να εκδίδει τον Λόγιο Ερμή στη Βιέννη.

Από τους πρώτους μήνες έκδοσης του Λόγιου Ερμή, το 1811 στη Βιέννη, η αυστριακή αστυνομία άρχισε να παρακολουθεί στενά και τον Άνθιμο Γαζή αλλά και την έκδοση που κυκλοφορούσε με άδεια της αυστριακής λογοκρισίας. Μάλιστα οι αναφορές των μυστικών πρακτόρων πήγαιναν απευθείας στον αρμόδιο υπουργό. Αξίζει να δούμε μία αναφορά ενός πράκτορα, με ημερομηνία 22 Απριλίου 1811:

«… Ίσως είμαι εις θέσιν να σας δώσω πληροφορίας τας οποίας η Ανωτάτη Διεύθυνσις της Αστυνομίας θα συγκέντρωνε μόνον κατόπιν μακρού χρόνου. Ο Άνθιμος Γαζής εκδίδει με την άδειαν της λογοκρισίας περιοδικόν εις νεοελληνικήν γλώσσαν υπό τον τίτλον «Ερμής ο Λόγιος». Το περιοδικόν τούτο καίτοι επιδιώκει να «διαφωτίσει φιλολογικώς το ελληνικόν έθνος» αποτελεί εν τούτοις συγχρόνως το σημείον συγκεντρώσεως των εν διασπορά Ελλήνων οι οποίοι είπερ ποτέ άλλοτε ονειροπολούν την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ο Γαζής ευρίσκεται ωσαύτως εις στενωτάτας σχέσεις με τον μητροπολίτην της Βλαχίας Ιγνάτιον, ο οποίος παίζει εκεί έναν σπουδαίον ρόλον, πληρώνει ένα μέρος των εξόδων της έκδόσεως και διανέμει δωρεάν αντίτυπα του «Λογίου Ερμή». Επί την αναγέννησιν αυτήν της Ελλάδος τρέφουν ελπίδα συγχρόνως το Παρίσι και η Πετρούπολις, ενώ η προαγωγή των ελπίδων αυτών φαίνεται ότι αποτελεί την μονομανίαν του Γαζή. Προς αυτήν την κατεύθυνσιν εργάζονται μετά του Γαζή μεταξύ άλλων…».

Ο Γαζής είχε γνωριστεί με τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο, ο οποίος είχε ιδρύσει από το 1810 τη «Φιλολογική Εταιρεία» στο Βουκουρέστι, ένα σωματείο με σημαντική προσφορά στο ξύπνημα του Γένους. Το 1814 σε συνεργασία με τον Καποδίστρια, ο Γαζής ίδρυσε τη Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης.

 


ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Οι σχέσεις του Ιγνατίου με τον Καποδίστρια δεν διερράγησαν ποτέ. Παραμονές της Επανάστασης του 1821, ο Καποδίστριας έστεκε ψηλά στην εκτίμηση του Ιγνατίου. Σε επιστολή του προς τον ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρο Σούτσο, ο Ιγνάτιος χαρακτήρισε τον Καποδίστρια «Κάτωνα της Ρώμης» και «Φωκίωνα των Αθηνών», ο οποίος «δεν υπερασπίζεται ειμή υποθέσεις δικαίας». Ο Ιγνάτιος συνέβαλε τα μέγιστα στην εκλογή του κυβερνήτη από την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Όταν ο Καποδίστριας απέσπασε τη συγκατάθεση του τσάρου για να κατέβει στο Μοριά και να αναλάβει καθήκοντα, τον πρώτο που ενημέρωσε ήταν ο Ιγνάτιος με επιστολή του από την Πετρούπολη την 1η Ιουλίου 1827. (Επιστολαί Ιω. Καποδίστρια, Betant-Σχινά, τ. Α΄).

Η διασωζόμενη αλληλογραφία του Ιγνατίου συμβάλλει στην ιστορική τεκμηρίωση σε όλα τα τεκταινόμενα σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο πριν και μετά την Επανάσταση του 1821. Πολλές επιστολές του Ιγνατίου είναι αποκαλυπτικές για τις πρακτικές που διαμόρφωσαν τις εξελίξεις και το κλίμα της εποχής. Ο Ιγνάτιος συμβούλεψε τον Καποδίστρια να κατέβει στην Ελλάδα με ισχυρό, πιστό σ’ αυτόν, στρατιωτικό σώμα, διότι ήταν ενημερωμένος για την κατάσταση που επικρατούσε στην Πελοπόννησο με τους τοπικούς οπλαρχηγούς και τις φατρίες τους. Ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης είχε ενημερώσει περί αυτού τον Ιγνάτιο προειδοποιώντας τι θα συνέβαινε αν ο Καποδίστριας πήγαινε να κυβερνήσει χωρίς να περιστοιχίζεται τουλάχιστον από έξι χιλιάδες τακτικού στρατού! (Επιστολή προς Ιγνάτιο, 20 Σεπτεμβρίου 1827, αρχείο Καποδίστρια φ. 335).

Σε κρίσιμες περιόδους όλοι ζητούσαν τις συμβουλές και την παρουσία του Ιγνατίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπ’ αριθμ. 171 πράξη της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης με την οποία η εθνική αντιπροσωπεία ευχόταν, στις 5 Μαΐου 1827, την ταχεία επάνοδο του Ιγνατίου στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων και για να αναλάβει τη διοίκηση της Ελλαδικής Εκκλησίας. Αλλά και ο Καποδίστριας με την ανάληψη των καθηκόντων του τον είχε καλέσει να επιστρέψει, αλλά η απάντηση του Ιγνατίου ήταν αφοπλιστική: «…θεωρούμαι ως Ρώσος, και αν έλθω αυτού θέλουν στοχασθή, ότι είναι σκοπός να κάμωμεν την Ελλάδα ρωσικήν, και πιθανόν περισσότερον να βλάψω παρά να ωφελήσω…». Ο Ιγνάτιος κατείχε την ευρωπαϊκή διπλωματία. Άλλωστε, από την εποχή του Βουκουρεστίου και της Ουγγροβλαχίας εσιτίζετο από την ισόβια ρωσική σύνταξη.

Ο Ιγνάτιος κάποια στιγμή επί Καποδίστρια θα κατέβαινε στην Ελλάδα εξασφαλίζοντας τη ρωσική συγκατάθεση, αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος στις 31 Αυγούστου 1828. Ο Ιγνάτιος ενταφιάστηκε μπροστά από τη βασιλική θύρα της ελληνικής εκκλησίας στο Λιβόρνο, μετά από σχετική άδεια των αρχών της Τοσκάνης. Ο Ιγνάτιος πέθανε σε ηλικία 63 ετών, τελείως ξαφνικά. Ο ρώσος πρόξενος στη Φλωρεντία σε αναφορά του στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι ο Ιγνάτιος εμφάνισε αδιαθεσία επί 15νθήμερο, χωρίς να έχει σύμπτωμα συγκεκριμένης ασθένειας και παρά τις προσπάθειες πολλών γιατρών απεβίωσε αιφνιδίως. Σύμφωνα με άλλη συμπληρωματικη μαρτυρία ο θάνατός του επήλθε από αιμορραγία. Το 1962, με πρωτοβουλία του τότε μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου τα οστά του Ιγνατίου μεταφέρθηκαν στον εμβληματικό ιερό ναό του Αγίου Θεράποντος στη Μυτιλήνη.

 



 

 




Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

 

 Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com



ΤΑ ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Δεκαεπτά χρόνια μετά τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού, ο απόστολος Παύλος από του βήματος του Αρείου Πάγου στην Αθήνα δεν κατάφερε να πείσει τους επικούρειους και τους λοιπούς φιλοσόφους για το μήνυμα του Χριστιανισμού. Αν και ο αρχαιοελληνικός κόσμος είχε προετοιμαστεί από τους φιλοσόφους στην πιθανότητα του μονοθεϊσμού –εξ ου άλλωστε και ο βωμός στον άγνωστο θεό- η προσπάθεια του αποστόλου Παύλου προσέκρουσε στο κήρυγμα περί Αναστάσεως. Το υψηλού φιλοσοφικού επιπέδου ακροατήριο αρνήθηκε να ακούσει τα περί κοινής εγέρσεως και τελικής κρίσεως.

Την εποχή εκείνη, η αντίδραση των φιλοσόφων ήταν δικαιολογημένη. Η Ανάσταση, ως άμεση επέμβαση του Θεού για τη σωτηρία του φθαρτού κόσμου, καθιστούσε τη φιλοσοφία αποτέλεσμα των αποτυχημένων προσπαθειών του ανθρώπου να σωθεί με δικά του μέσα, μία προσπάθεια φυγής από την πραγματικότητα μπροστά στο φάσμα του θανάτου. Άλλωστε αυτή η τάση της άρνησης της Ανάστασης, ως γεγονός που αντίκειται προς τη λογική και την εμπειρία του ανθρώπου, είχε εμφανιστεί από πολύ νωρίς ανάμεσα και στους πιστούς της εκκλησίας της Κορίνθου, αναγκάζοντας τον απόστολο Παύλο να απαντήσει στο 15ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του.

 «Αν όμως κηρύττουμε ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί, πώς μερικοί ανάμεσά σας ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών; Αν δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί. Κι αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, τότε το κήρυγμά μας είναι χωρίς νόημα, το ίδιο και η πίστη σας...». 

Ευθύς εξ αρχής, η χριστιανική περί Αναστάσεως διδασκαλία θεμελιώνει οντολογικά την ανθρώπινη ύπαρξη. Η πίστη στο γεγονός της Ανάστασης αποκαλύπτει στον άνθρωπο το άλογον της ύπαρξής του, την αδυναμία του να αντιμετωπίσει το κοσμικό χάος.

Επομένως, πώς θα περίμενε κανείς να τα κατανοήσει όλα αυτά ο Μωάμεθ ο Πορθητής, 1.400 χρόνια μετά την άρνηση των φιλοσόφων της μητρόπολης του εθνικού κόσμου να ακούσουν τα περί Αναστάσεως και τελικής κρίσεως; Και όμως, ο Μωάμεθ –για τελείως διαφορετικούς λόγους- συναίνεσε ασυνείδητα στο να μείνει άσβεστη η φλόγα της Αναστάσεως στο υπόδουλο γένος.

Οι μουσουλμανικές πεποιθήσεις απέναντι στον Χριστιανισμό είχαν ήδη διαμορφωθεί μερικούς αιώνες πριν την Άλωση της Πόλης. Το Ισλάμ θεωρούσε τον Χριστιανισμό ως μία ατελή Βιβλική θρησκεία. Άλλωστε το χριστιανικό Πάσχα έχει τις ρίζες του στο Εβραϊκό Πάσχα και το Εβραϊκό Πάσχα στην αιγυπτιακή γιορτή Πισάχ, που ήταν η γιορτή της εαρινής ισημερίας, δηλαδή το πέρασμα του Ήλιου από τον Ισημερινό. Το Εβραϊκό Πάσχα γιορταζόταν από τους Εβραίους και μετά την επιστροφή τους από την Αίγυπτο αλλά άλλαξε περιεχόμενο. Τώρα πια ήταν η ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας «αβρόχοις ποσίν».

Στο Χριστιανικό Πάσχα γινόταν ο εορτασμός της Ανάστασης του Κυρίου. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας, όρισε να γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, σε αντίθεση με το Εβραϊκό Πάσχα που γιορταζόταν ανήμερα με την πανσέληνο. Άλλωστε το γεγονός της Ανάστασης συνέβη μετά το Εβραϊκό Πάσχα.

Να τι όριζε ο περίφημος «Όρος της Νίκαιας»: Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης και αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή τότε να εορτάζεται την επόμενη Κυριακή (για να μην συμπέσει με τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα). Με βάση τον όρο της Νίκαιας, ο προσδιορισμός του χριστιανικού Πάσχα κατέληξε να είναι ένα καθαρά αστρονομικό-μαθηματικό πρόβλημα.

Το χριστιανικό Πάσχα, σε επίπεδο δόγματος, κρατά συνολικά 120 ημέρες. Αρχίζει ουσιαστικά τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή και τελειώνει με την Πεντηκοστή. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο έχουν ενταχθεί πολλά προχριστιανικά και παγανιστικά λατρευτικά έθιμα, όπως τα δύο μεγάλα ψυχοσάββατα, οι Αποκριές ή το κάψιμο του Ιούδα, του κακού δηλαδή, και άλλα πολλά που ενώ διατηρήθηκαν μέσα στην τουρκοκρατία, έχουν ατονήσει στις μέρες μας. Για παράδειγμα, στη Μυτιλήνη, παραφράζοντας εκκλησιαστικό τροπάριο τραγουδούσαν μετά την εξαντλητική νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής: Ο άγγελος εβόα/ και ο παπάς ευλόγα/ τη γίδα την ψημένη/ και τη χαριτωμένη/ Ψήσου, γίδα μ’, ψήσου/ και ροδοκοκκινίσου/ να σε ξεκοκαλίσου/ μ’ έναν κουβά κρασί.

Έτσι λοιπόν υπό την προϋπόθεση ότι οι χριστιανοί υποτάσσονταν στην κυριαρχία του Χαλιφάτου και της μουσουλμανικής πολιτικής εξουσίας, και πλήρωναν τους οριζόμενους φόρους, τότε θα μπορούσαν να ζήσουν στους οικισμούς και τις συνοικίες τους με κάποια εσωτερική διοικητική αυτονομία.

Η αντίληψη αυτή είχε καλλιεργηθεί σε πολλές από τις κατακτημένες περιοχές και με το καθεστώς φόρου υποτέλειας στο οποίο είχαν περιπέσει αναγκαστικά –πριν την οριστική κατάκτησή τους- μεγάλα αστικά κέντρα των χριστιανών. Στην πραγματικότητα οι χριστιανοί υποβιβάζονταν να ζουν στις χριστιανικές συνοικίες, στο δικό τους γκέτο, ως το μιλέτ Rūm, το «Ρωμέικο έθνος» που κατακτήθηκε από το Ισλάμ,

Ο Μωάμεθ, έχοντας την εμπειρία της ερειπωμένης και ερημωμένης Θεσσαλονίκης, και βλέποντας ότι και η Κωνσταντινούπολη θα κατέληγε στην ίδια τραγική κατάσταση με μία ολοένα και εντεινόμενη λειψανδρία, κατανόησε ότι μόνο μέσω του πατριαρχείου, του θρησκευτικού ηγέτη των ορθοδόξων χριστιανών θα ήταν δυνατόν να ανακάμψει η Πόλη, ως πηγή φορολογικών εσόδων.

Το αποτέλεσμα ήταν η εκλογή του Γεννάδιου Σχολάριου στον πατριαρχικό θρόνο κατά τα βυζαντινά έθιμα, αρχές του 1454. Ο πατριάρχης θα γινόταν ο επικεφαλής ολόκληρου του χριστιανικού μιλέτ με το δικαίωμα να διοικεί, να φορολογεί και να ασκεί και δικαστικές αρμοδιότητες σε όλους τους χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η πρώτη μετά την άλωση χριστιανική θεία λειτουργία έγινε στον ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Οι αρχιερείς, προεξάρχοντος του μητροπολίτη Ηρακλείας, χειροτόνησαν τον Γεννάδιο Σχολάριο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης, ενώ ο ίδιος αποκάλεσε εαυτόν «Πατριάρχη των του Χριστού Πενήτων». Τίτλος που απέδιδε την πάσα αλήθεια εκείνη τη συγκριμένη ιστορική περίοδο, ασχέτως εάν ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εμφανιζόταν στα μάτια του δυστυχισμένου υπόδουλου έθνους όχι μόνον ως διάδοχος των βυζαντινών πατριαρχών αλλά και ως υπόμνηση του μεγαλείου των βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Κατά τις πηγές, ο σουλτάνος δέχθηκε τον Γεννάδιο ευμενέστατα και του έδωσε μάλιστα και «χρυσούν δεκανίκιον μετά λίθων πολυτίμων και μαργαριτών εγκεκοσμημένον», λέγοντάς του να πατριαρχεύει επί ευτυχία και έχοντας όλα τα προνόμια που είχαν και οι πριν απ’ αυτόν πατριάρχες. Όρισε μάλιστα όπως οι γάμοι, οι κηδείες και όλες οι θρησκευτικές τελετές να γίνονται ανεμπόδιστα κατά τα προϋπάρχοντα έθιμα της ελληνικής εκκλησίας, «κατά δε την πανήγυριν του Πάσχα αι θύραι των εκκλησιών να ώσιν ανοικταί επί τριήμερον».

Ο τριήμερος εορτασμός του Πάσχα ήταν το μόνο από τα προνόμια που υπεσχέθη ο Μωάμεθ, που διατηρήθηκε σε γενικές γραμμές σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Διότι από τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής, ο εκάστοτε πατριάρχης δεν ήταν τελικά «ακαταζήτητος και αδιάσειστος, ελεύθερος παντός τέλους και δόσεως αυτός τε και οι υπ’ αυτόν αρχιερείς και οι διάδοχοι πατριάρχαι». Το δε διάταγμα που απαγόρευε τη μετατροπή των χριστιανικών ναών σε τζαμιά δεν τηρήθηκε ούτε επί πατριαρχείας του Σχολάριου, διότι όταν ο πατριάρχης ζήτησε να μεταφερθεί το πατριαρχείο στη μονή της Παμμακαρίστου που βρισκόταν στη χριστιανική συνοικία, ο ναός των Αγίων Αποστόλων μετατράπηκε αυτομάτως σε τζαμί.

Σε συναντήσεις που είχε ο Γεννάδιος με τον Μωάμεθ, εξέθεσε στον σουλτάνο τις κυριότερες διδαχές της χριστιανικής πίστης, και μάλιστα του τα έδωσε και γραπτώς μετά από τη σουλτανική προσταγή. Το κείμενο του Σχολάριου μεταφράστηκε στην αραβική γραφή από ειδήμονα ιμάμη. Το τι κατάλαβε ο Μωάμεθ περί Αναστάσεως, παραμένει αδιευκρίνιστο. Σημασία έχει ότι συναίνεσε στον τριήμερο δημόσιο εορτασμό του Πάσχα. Οι θύρες των εκκλησιών θα παρέμειναν ανοικτές επί τριήμερον.

Ο Μωάμεθ ο Πορθητής παραδίδει στον Γεννάδιο
Σχολάριο τα προνόμια του Πατριαρχείου









Η «ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Ίσως είναι σχήμα οξύμωρο, αλλά η κατάκτηση του Ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς, και η  απομάκρυνση των Φράγκων, αποκατέστησε την εκκλησία της Ελλάδος και οι διάφορες παλιές μητροπόλεις σταδιακά άρχισαν να ενώνονται και πάλι με το οικουμενικό πατριαρχείο, αν και ο εκάστοτε πατριάρχης, και το εν Ελλάδι ποίμνιό του, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν μία σκοτεινή, τραγική και γενοκτονική περίοδο, που για τις διάφορες περιοχές η χρονική διάρκειά της είχε κυμανθεί από 100 έως 400 και 500 χρόνια.

Στην αρχή της τουρκοκρατίας ελάχιστες ήταν οι εκκλησιαστικές επαρχίες λόγω της αραίωσης του ορθόδοξου ελληνικού πληθυσμού. Τη σύνθεση του πληθυσμού στη Μακεδονία (μουσουλμάνοι – χριστιανοί) μπορούμε να την παρακολουθήσουμε μέσα από τα διασωθέντα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα, όπως για παράδειγμα το φορολογικό κατάστιχο ΤΤ3 του 1454/55, και το φορολογικό κατάστιχο ΤΤ7 του 1478/79.

Από τα αναλυτικά πληθυσμιακά δεδομένα των πόλεων Σερρών και Ζίχνας και των σαντζακιών Σερρών, Ζίχνας και Κετσισλίκ, μεταξύ των δύο φορολογικών κατάστιχων ΤΤ3 και ΤΤ7, προκύπτει ότι παρά τις εμφανιζόμενες διαφοροποιήσεις στον αριθμό των νοικοκυριών, των ανύπαντρων και των χηρών, το γενικό σύνολο των φορολογικών μονάδων ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα. Το 1454/55 έχουμε 11.824 νοικοκυριά και το 1478/79 έχουμε 11.775.

Και ενώ το 1478 έχουμε στο σημερινό νομό Σερρών περίπου 11.800 νοικοκυριά, στην Κωνσταντινούπολη – σύμφωνα με την απογραφή του καδή της Πόλης, την ίδια χρονιά υπήρχαν στην περιοχή αριστερά του Κεράτιου κόλπου, στον κατ’ εξοχή οικοδομικό ιστό της πόλης, μόλις 3.151 εστίες Ρωμιών. Είχαν περάσει 25 χρόνια από την Άλωση, και ο ελληνικός πληθυσμός προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του.

Στην περίοδο από την άλωσή της μέχρι και την εγκατάσταση των Σεφαραδιτών Εβραίων το 1492, η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει κι αυτή μία πληθυσμιακή στασιμότητα  που αποτυπώνεται πλήρως στα φορολογικά κατάστιχα. Να σημειωθεί ότι πριν την εγκατάσταση των Εβραίων, η πόλη των Σερρών και η Ζίχνα είχαν μεγαλύτερο πληθυσμό από τη Θεσσαλονίκη.

Αυτή η πληθυσμιακή στασιμότητα αποτυπώνεται και από τους σχετικούς καταλόγους των μητροπολιτών Θεσσαλονίκης. Ενώ μέχρι το 1430 έχουμε μία κανονική διαδοχή στον μητροπολιτικό θρόνο, μετά την άλωση το 1430 εμφανίζεται πριν τον Οκτώβριο του 1453 -και μετά το 1467- ο Μεθόδιος, το 1482 ο Παρθένιος Α΄, από το 1482 έως το 1486 ο Νήφων –ο μετέπειτα οικουμενικός πατριάρχης, και ο Μάξιμος (Λαυριώτης) το 1487, ο οποίος παραιτήθηκε μετά από 28 χρόνια στον μητροπολιτικό θρόνο το 1515.

Η προηγούμενη επισήμανση, για την αποκατάσταση της εκκλησίας της Ελλάδος, έχει διατυπωθεί και με άλλον τρόπο. Οι τουρκικές κατακτήσεις με την απομάκρυνση του κλήρου των Λατίνων ωφέλησε αρνητικώς την ελλαδική εκκλησία, υπό την έννοια ότι υποβοήθησε την αποκατάσταση των ορθόδοξων ιεραρχών. Για παράδειγμα ο μητροπολίτης Αθηνών είχε οριστεί με σουλτανικό μπεράτι, όπως και οι υπόλοιποι μητροπολίτες του Οικουμενικού θρόνου, ως πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Αθηνών αποκτώντας πολιτική ισχύ φέροντας τον τίτλο «μητροπολίτης Αθηνών και έξαρχος πάσης Ελλάδος» και αργότερα «… και των Κυκλάδων νήσων».

Κατά τη φραγκοκρατία οι Λατίνοι είχαν επιδείξει αχαρακτήριστα καταπιεστική συμπεριφορά κατά της Ελλαδικής εκκλησίας με αντικατάσταση των επισκόπων, αλλαγή της εκκλησιαστικής και λατρευτικής ζωής κλπ. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα το άσβεστο μίσος που είχε δημιουργηθεί, παραμονές της Άλωσης, μεταξύ Ενωτικών και Ανθενωτικών. Οι τελευταίοι είχαν ως πολιτικό αρχηγό τον Νοταρά και θρησκευτικό τον μετέπειτα πρώτο πατριάρχη μετά την άλωση Γεννάδιο Σχολάριο.



Σύμφωνα με τον Δούκα, τον τελευταίο, ίσως, ιστοριογράφο πριν την Άλωση, και έναν από τους 4 ιστορικούς της Άλωσης, ο μέγας δούκας, Λουκάς Νοταράς είχε πει το περίφημο ανθενωτικό σλόγκαν : «Κρειττότερον βασιλεύσαι εν μέση Πόλει, φακιόλιον Τούρκων παρά καλύπτρα λατινικήν». Δηλαδή, «καλύτερα να δω να βασιλεύει μέσα στην Πόλη τουρκικό σαρίκι παρά τιάρα λατινική». Ο Νοταράς, βέβαια, αποκεφαλίστηκε από τον Μωάμεθ, αλλά ο τελευταίος Μέγας Δουξ της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχε τα δίκαιά του.

Για παράδειγμα, η κατάληψη των Αθηνών από τους Φράγκους είχε ως συνέπεια τον σφετερισμό όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας και την υπαγωγή της εκκλησίας των Αθηνών υπό την προστασία του Αγίου Πέτρου. Ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε μητροπολιτικό ναό των Λατίνων. Οι Ελληνορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί είχαν εκδιωχθεί από τους ναούς και τα μοναστήρια και οι Λατίνοι ιερείς και οι προύχοντες ιδιοποιήθηκαν τις περιουσίες τους.

Το 1204, η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στον Βονιφάτιο Μομφερατικό υπό τον όρο να σεβαστεί το στάτους κβο των παλιών προνομίων της πόλης, που πλουσιοπάροχα της είχαν προσφέρει οι βυζαντινοί αυτοκράτορες. Παρά τις καταγγελίες για σφετερισμό και καταπάτηση των προνομίων και των δικαιωμάτων των Ελληνορθόδοξων ιερέων, σχετικά με την εκλογή και το τυπικό της εκλογής του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, διατηρήθηκαν κάποιες συνήθειες, απόδειξη του γεγονότος ότι στην πόλη είχαν ριζώσει βαθιά τα βυζαντινά ήθη και έθιμα.

Κατά την εκλογή του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ακούγονταν ύμνοι παρόμοιοι με κείνους που ψέλνονταν κατά τη διάρκεια του Πάσχα. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος Κόκκινος (1353-1354 και 1364-1376) μας διέσωσε ότι έψαλλαν τα «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες» του θεόγλωσσου υμνωδού άγιου Ιωάννη Δαμασκηνού. Δηλαδή να καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας, για να μπορέσουμε να δούμε τον Χριστό τον αναστημένο από τον τάφο. Να καθαρίσουμε τις αισθήσεις μας, γιατί είναι ακάθαρτες, βρωμισμένες, επειδή τις χρησιμοποιούμε για σαρκικά και υλικά πράγματα.

«Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν» (ωδή γ΄ από τις καταβασίες του Πάσχα). «Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον, ἀλλ' ἀφθαρσίας πηγήν ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα». Ελάτε να πιούμε ένα πιοτό καινούργιο, όχι σαν κι αυτό που με θαυματουργικό τρόπο ανέβλυσε από μία στεγνή πέτρα, αλλά που είναι πηγή αφθαρσίας, η οποία αναβλύζει από τον τάφο του Χριστού, πάνω στον οποίο στεριώνουμε τη ζωή μας.

«Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ. Η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε. Χόρευε νυν και αγάλλου, Σιών, συ δε, αγνή, τέρπου Θεοτόκε, εν τη εγέρσει του τόκου σου». Πλημμύρισε από φως Χριστού, πλημμύρισε, η Νέα Ιερουσαλήμ (η εκκλησία). Γιατί το λαμπερό φως της δόξας του Κυρίου σε σένα ανέτειλε. Στήσε τώρα το χορό και νιώσε αγαλλίαση Σιών (εκκλησία), αλλά κι εσύ, αγνή Θεοτόκε, νιώσε απέραντη χαρά με την έγερση του τόκου σου.

Οι συντελεστές της εκδήλωσης: Η υπεύθυνη της Κεντρικής Βιβλιοθήκης κ. Γεωργία Μιχαήλ, ο συγγραφέας και τα μέλη της βυζαντινής χορωδίας με τους πρωτοψάλτες Νικόλαο και Αθανάσιο Λιλιόπουλο.

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ

Ο νέος κατακτητής για λόγους καθαρά φοροεισπρακτικούς έδωσε κατ’ επίφαση τις σχετικές θρησκευτικές ελευθερίες, αλλά υπό τη συνεχή δαμόκλειο σπάθη του κινδύνου αφανισμού του ελληνικού πολιτισμού, των παραδόσεων και των εθίμων. Το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έπρεπε να ανεγερθεί από τα ερείπια της ανείπωτης καταστροφής της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και να επικοινωνήσει και πάλι με τα τμήματα του ελληνισμού στην Αθήνα, στην Πάτρα, στην Κόρινθο, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στην Κύπρο, στη Ρόδο, στην Κρήτη, αλλά και στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, στη Συρία και σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.

Επομένως, είχε προκύψει για μια ακόμη φορά –αν και με τελείως διαφορετική μορφή- το ζήτημα του συμβιβασμού της Εκκλησίας με τις δομές της κοσμικής εξουσίας. Αυτή τη φορά προέκυψε επιτακτική η ανάγκη του συμβιβασμού καθώς είχε δημιουργηθεί μία ζοφερή κατάσταση που ενείχε τον κίνδυνο γενικού αφανισμού. Σε όλη τη διάρκεια του Βυζαντίου, η Εκκλησία κυριαρχούσε όχι μόνο στη θρησκευτική αλλά και στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Οι ανάγκες της Εκκλησίας γίνονταν αυτομάτως προβλήματα της Πολιτείας.

Το φαινόμενο αυτό του συμβιβασμού, του συμβιβασμού δηλαδή Εκκλησίας και Πολιτείας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως μορφή του δυτικής προέλευσης «καισαροπαπισμού», δηλαδή ένας συνδυασμός της κοσμικής εξουσίας και της θρησκευτικής εξουσίας της χριστιανικής εκκλησίας.

Από τις απαρχές της βυζαντινής πολιτείας, ο συμβιβασμός με την Πολιτεία είχε καλλιεργηθεί ως ιδέα στη ζωή της Εκκλησίας με την ελπίδα πάντοτε να απαλλαγεί απ’ αυτόν και να παραμείνει ελεύθερη. Αυτή η ιδέα έδωσε στην Εκκλησία τη δυνατότητα να διατηρηθεί κάτω από το ζυγό των Φράγκων και των Τούρκων, και χάρις σ’ αυτήν την ιδέα διατηρείται μέχρι σήμερα. 

Το πατριαρχείο μέσα σε εκείνες τις σκοτεινές συνθήκες, είχε καταστεί σταδιακά σύμβολο ενότητας της πίστης και της εθνικής ταυτότητας. Διότι τώρα η ιδέα του συμβιβασμού δεν αφορούσε μόνο το κοσμικό στοιχείο αλλά και το ίδιο το δόγμα. Η Εκκλησία θα έπρεπε να επιβιώσει πάση θυσία. Σ’ αυτό βοήθησε και το γεγονός ότι τις πρώτες δεκαετίες μετά την Άλωση, η σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας του 1438-39, για την Ένωση της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας, είχε εξοβελιστεί από τη σκέψη του πατριαρχείου. Άλλωστε ούτε ο σουλτάνος επιθυμούσε τη συνέχιση των οποιοδήποτε δεσμών του πατριαρχείου με τη δυτική εκκλησία.

Ο κατά τ’ άλλα αιμοσταγής σουλτάνος Σελήμ ο Α΄ ένα χρόνο πριν πεθάνει το 1520 ανανέωσε τα προνόμια που είχε δώσει στο πατριαρχείο ο παππούς του Μωάμεθ Β΄, και μάλιστα έδωσε προνόμια και στα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Ιερουσαλήμ καθώς και στις εμβληματικές μονές στη χερσόνησο του Σινά, την Παναγία Σουμελά στον Πόντο και σε μονές του Αγίου Όρους.

 Η ορθόδοξη θεολογική και πνευματική παράδοση διατηρήθηκε κυρίως μέσα στα μοναστήρια. Διότι αυτή η απομόνωση από τις επιρροές της δυτικής Εκκλησίας άρχισε να σπάει από κάποιες προτεσταντικές πολιτικές βλέψεις, και τακτικές προσηλυτισμού, προς τα τέλη του 16ου αιώνα. Την περίοδο 1573-1581 υπήρξε μία μακρά αλληλογραφία από υποστηρικτές του Λούθηρου με το πατριαρχείο. Στην αλληλογραφία αυτή περιλαμβάνονται και οι απαντήσεις που έδινε σε διάφορα θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ (1572-95). Βεβαίως, είχε διαφανεί από τότε το χάσμα μεταξύ του προτεσταντικού μεταρρυθμιστικού κινήματος και του παραδοσιακού ορθόδοξου χριστιανισμού της Ανατολής.

Τον 17ο αιώνα, οι επεμβάσεις των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων στην εκλογή του πατριάρχη Κωνσταντινούπολης είχαν πάρει ενδημικές διαστάσεις. Για παράδειγμα, οι πρεσβευτές της Γαλλίας και της Αυστρίας υποστήριζαν υποψηφίους επιρρεπείς στην ρωμαιοκαθολική επιρροή, ενώ αντίθετα οι πρεσβευτές της Βρετανίας και της Ολλανδίας επέλεγαν υποψηφίους που ήταν θετικά διακείμενοι στις ιδέες του προτεσταντισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κύριλλος Λούκαρις, ο οποίος εξελέγη και καθαιρέθηκε πέντε φορές μεταξύ 1620-1638, και η περίφημη δική του Ομολογία Πίστεως του 1629-1631, που περιείχε μεταρρυθμιστικές προτεσταντικές απόψεις. Έξι διαδοχικές σύνοδοι ορθόδοξων ιεραρχών καταδίκασαν την Ομολογία Πίστεως του Λούκαρι. Επίσης, είχε παρουσιαστεί το φαινόμενο αρκετοί ορθόδοξοι ιερείς να αποδεχτούν την εξουσία του πάπα στη Ρώμη, ενώ θεωρητικά τους επιτρεπόταν να διατηρούν την ανεξαρτησία τους σε λειτουργικά και γλωσσικά θέματα.

Εκτός από τα προνόμια, ο πατριάρχης είχε καταστεί, όμως, και υπόλογος έναντι του σουλτάνου για την υποταγή και τις ενέργειες των χριστιανών. Άλλωστε, ο πορθητής είχε αναγνωρίσει την Εκκλησία ως κοινότητα που συμπεριλάμβανε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς υπηκόους του νέου οθωμανικού κράτους. Αυτό υπήρξε θεμελιώδες για τη σταδιακή εξέλιξη της κοινοτικής οργάνωσης, υπό την αρμοδιότητα της Εκκλησίας, γεγονός που συνετέλεσε όχι μόνον στη διοικητική οργάνωση των ραγιάδων αλλά και στην αποφυγή της αφομοίωσης και του εξισλαμισμού τους.

Αλλά το ελληνικό εκκλησιαστικό «κράτος» βρισκόταν εν κράτει βαρβαρότητας και αυθαιρεσίας. Ο πατριάρχης είχε καταστεί «δέσμιος βασιλεύς εν μέσω δέσμιου λαού». Στους μυριάδες φόρους που είχαν τεθεί για τους δύστυχους ραγιάδες, είχε προστεθεί και ο φόρος «δια την εξερεύνησιν των ναών». Τουτέστιν ένας κρατικός υπάλληλος, που συνήθως δεν πληρωνόταν και αποζούσε εκ του φόρου αυτού, επιθεωρούσε τους ναούς και η παραμικρή φθορά χρήζουσας επισκευής ήταν αφορμή για επιβολή χρηματικών προστίμων ή κατεδάφισης όλου του ναού.

Οι Χριστιανοί είχαν το δικαίωμα να διασκεδάζουν δημοσίως μόνον κατά τις τρεις ημέρες του Πάσχα. Τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου θα έπρεπε να μην φαίνονται, να μην ακούγονται, οι ναοί να μην έχουν εξωτερικά διακριτικά ναών, να μην διακρίνονται από τα υπόλοιπα σπίτια. Οι Χριστιανοί δεν είχαν το δικαίωμα να φορούν χρωματιστά ενδύματα, τα σπίτια τους να είναι χαμηλότερα των μουσουλμάνων γειτόνων τους, και να μην έχουν παράθυρο που βλέπει σε τουρκικό τζαμί.

Καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά έθεταν εν αμφιβόλω την υποτιθέμενη θρησκευτική ελευθερία που είχε παραχωρηθεί δια των προνομίων, ενώ στην πραγματικότητα η Εκκλησία υφίστατο απηνή διωγμό, που οδηγούσε στον βίαιο ή καταναγκαστικό εξισλαμισμό των νέων για την αποφυγή των ατιμώσεων και των βασάνων. Η επιβίωση, λοιπόν, της Εκκλησίας είχε καταστεί εκ των εξ ων ουκ άνευ. Μέσα σ’ αυτή, το ελληνικό έθνος βρήκε την ενότητά του και τους τρόπους της εθνικής συνοχής και περισυλλογής, την αυτοσυνείδησή του μέσω της ελληνικής γλώσσας και των ελληνικών γραμμάτων.




Ο Μέγας πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Κύριλλος Λούκαρις, συνέταξε διάλογο το 1616 στην απλή καθομιλουμένη γλώσσα: «ώ άνδρες Έλληνες και της Ανατολικής Εκκλησίας γνήσια παιδιά, αν ίσως και ευρισκόμεθα ξεπεσμένοι από βασιλείαν, από πλούτη και ανάπαυσιν, οπού έχει ο κόσμος, να μην προδώσωμεν την ευγένειαν της ψυχής μας». Μόνον η προσφώνηση αρκούσε για να καταλάβει κανείς τι σήμαινε να μην προδώσουν την ευγένεια της ψυχής τους.

Άλλωστε και ο πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση, ο Γεννάδιος Σχολάριος, θρηνούσε για την υποδούλωση των Ελλήνων: «Άγχομαι δεινώς επί τω του γένους ολέθρω. Γένους, ο των επί γης το κάλλιστον ην, σοφία διαλάμπον, φρονήσει τεθηλός, ευνομίαις ανθούν, καλοίς πάσι κατάκομον. Τις ουχ ομολογεί βελτίστους Έλληνας ανθρώπων πάντων γενέσθαι; τις ου πειράται προς αυτούς αναφέρειν εν τοις συνούσι καλοίς, καν Ιταλός, καν βάρβαρος η; Οίμοι, τι πρώτον οδύρωμαι; Την εν τοις σώμασι δουλείαν Ελλήνων, ή την εν ταις ψυχαίς φθοράν;».

Ο ελληνικός κλήρος πρωτοστάτησε ή συμμετείχε ενεργά σε όλες τις απελευθερωτικές προσπάθειες, εκτός των άλλων, και για την αποτίναξη του οδυνηρού συμβιβασμού με τον τυραννικό δυνάστη. Αρκεί να αναφέρουμε τον μητροπολίτη Λαρίσης-Τρίκκης Διονύσιο Β΄, το 1600, τον αποκαλούμενο από τους Τούρκους «Σκυλόσοφο». Τότε υπέστη μαρτυρικό θάνατο και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου το 1601, και πολλοί Χριστιανοί εσφάγησαν. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνος, η καταπάτηση των λεγόμενων προνομίων είχε καταστεί κανόνας, όπως την εποχή των πατριαρχών Νεοφύτου και Παρθενίου Α΄ (1630-1644) κλπ.

Στις αρχές του 18ου αιώνα, στον ελλαδικό χώρο υπήρχαν 8 μητροπόλεις, στις οποίες υπάγονταν 15 επισκοπές. Βεβαίως, υπεράνω όλων ήταν η μητρόπολις Αθηνών, διότι στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η πόλη είχε καταστεί το πνευματικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Ρούμελης, όπως αποκαλούσε η Υψηλή Πύλη το δυτικό τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Όλη η ζωή του υποδούλου έθνους είχε εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Η μεγαλοπρέπεια, όμως, που χαρακτήριζε τη θρησκευτική ζωή των ορθόδοξων Ελλήνων κατά τους προγενέστερους χρόνους είχε εξαφανισθεί. Από τους επιβαλλόμενους φόρους, το πατριαρχείο βρισκόταν διαρκώς καταχρεωμένο στο τουρκικό δημόσιο. Κατά τον 16ο αιώνα το χρέος ανήρχετο σε εκατομμύρια γρόσια. Μία σημαντική προσπάθεια για την ανόρθωση των οικονομικών του πατριαρχείου έκανε ο πατριάρχης Ιωάσαφ ο Μεγαλοπρεπής (1555-1565). Κατά τον 17ο αιώνα, τα χρέη του πατριαρχείου τα πλήρωσε ο ηγεμόνας της Μολδαβίας βοεβόδας Βασίλειος Λούπος (1634-1653), και «έσωσε την Εκκλησίαν από τοιούτου ονείδους, αποτίσας πάντα τα οφειλόμενα, ήτοι πογγεία 260».

Κατά τον 18ο αιώνα το χρέος του πατριαρχείου πήρε και πάλι την ανιούσα, καθώς οι ετήσιοι φόροι προς το τουρκικό δημόσιο ήταν πολλές χιλιάδες γρόσια, για τους διερμηνείς του διβανίου, τον τουρκικό στρατό, το ιδιαίτερο σουλτανικό ταμείο, ακόμη και για εσωτερικά θέματα της εκκλησίας όπως η ένωση αρχιεπισκοπών ή μητροπόλεων, το πατριαρχείο πλήρωνε φόρους στον σουλτάνο.

Το 1818, ο Γρηγόριος ο Ε΄ βρήκε χρέος στον «Κοινόν» λεγόμενο ταμείο του πατριαρχείου και του Έθνους, ένα ποσό της τάξης των 2 εκατομμυρίων γροσίων. Από το ταμείο αυτό, το πατριαρχείο πλήρωνε κάθε χρόνο φόρο 40.000 γροσίων στην τουρκική κυβέρνηση, τα απαραίτητα δώρα στους μεγάλους βεζύρηδες, στους υπουργούς για τον κατευνασμό του δυνάστη. Τις περισσότερες φορές, το πατριαρχείο ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις υποχρεώσεις και τα χρέη προς το δυνάστη συσσωρεύονταν. Ήταν τα λεγόμενα «αυλικά» χρέη για την απόσβεση των οποίων, το πατριαρχείο απευθύνονταν μέσω των αρχιερέων προς τις εκκλησιαστικές επαρχίες, αλλά ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος.

Οι όποιοι ναοί στα αστικά κέντρα καταστρέφονταν από καιρού εις καιρόν. Οι Χριστιανοί κατέφευγαν στα παρεκκλήσια. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σύνολο 17.000 οικογενειών των νησιών, που είχαν συμπεριληφθεί στο πρώτο ελληνικό βασίλειο μετά την τουρκοκρατία, είχαν μετρηθεί 592 ναοί και 602 ιερείς. Μόνο στη Σκύρο υπήρχαν 365 παρεκκλήσια.

Έτσι, με κάποιες διαφοροποιήσεις ανά επαρχία, κατά τη διάρκεια του Πάσχα οι Χριστιανοί προσπαθούσαν να επαναλάβουν σε κάποιο βαθμό τον μεγαλοπρεπή εορτασμό του στο Βυζάντιο. Το Πάσχα εξακολουθούσε να είναι γιορτή χαράς για το δοκιμαζόμενο έθνος. Όχι μόνον με τις γιορτές του τριημέρου, αλλά και με την περίοδο της νηστείας, κατά τη διάρκεια της οποίας γινόταν η προετοιμασία για το χαρμόσυνο γεγονός. Το Πάσχα ήταν κατ’ εξοχήν λαμπρά ημέρα, και γι αυτό το ονόμαζαν Λαμπρή, τουτέστιν ημέρα αγάπης και πανδαισίας. Η Εκκλησία εκήρυττε για να ευφρανθούν «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες».

Στο Βυζάντιο, ο εορτασμός του Πάσχα συνεχιζόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας της Διακαινησίμου. Τα δικαστήρια δεν λειτουργούσαν, αποφεύγονταν οι φυλακίσεις για παραβάτες, πλην εξαιρετικών κακουργηματικών περιπτώσεων. Στην Κωνσταντινούπολη η γιορτή λάμβανε αυτοκρατορικές διαστάσεις με τη συμμετοχή στις γιορτές του αυτοκράτορα και όλης της αυλής. Στον χρυσοτρίκλινο των ανακτόρων, στην κύρια αίθουσα ακροάσεων και τελετών του Μεγάλου Παλατιού, ο αυτοκράτορας παρέθετε τράπεζα για τους αξιωματούχους του κράτους και για τους ξένους αντιπροσώπους, και την Πέμπτη της Διακαινησίμου ιδιαίτερο γεύμα για τον οικουμενικό πατριάρχη, τους μητροπολίτες, τους πρεσβυτέρους και τους ηγουμένους 12 μοναστηριών.

 


Πίνακας του Πολύκλειτου Ρέγκου


ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας, αν τα πράγματα πήγαιναν καλά και δεν υπήρχαν έκτακτα γεγονότα, οι προετοιμασίες για το Πάσχα άρχιζαν πολύ νωρίς, από τη μέση της Σαρακοστής. Οι δημογέροντες, οι πρόκριτοι και οι ενορίες άρχιζαν τη συγκέντρωση χρημάτων υπέρ των αδυνάτων, τα οποία τα μοίραζαν στους φτωχούς τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Αλλά και τα μοναστήρια με τα μετόχια τους μοίραζαν στους φτωχούς όχι μόνον χρήματα, αλλά και κρέας και αλεύρι. Μέσα σε κείνες τις ζοφερές συνθήκες, στις κλειστές κοινωνίες των ορθόδοξων χριστιανών όλοι φρόντιζαν να μην μείνει κανένας χωρίς κόκκινα αυγά, κουλούρια και λαμπάδα για την Ανάσταση.

Η καθαριότητα στα σπίτια ξεκινούσε από τη Μεγάλη Δευτέρα. Εκτός από τη λάτρα του σπιτιού όλοι παρακολουθούσαν με κατάνυξη τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Για παράδειγμα, στην Αθήνα τη Μεγάλη Τετάρτη όλες οι νοικοκυρές άρχιζαν τις προετοιμασίες για το ζυμάρι της χρονιάς. Η ετοιμασία του ζυμαριού γινόταν από την εκκλησιάρισσα κάθε ενορίας, που πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε από τις νοικοκυρές αλεύρι, που το ζύμωνε χωρίς προζύμη. Έπειτα ο παπάς έβαζε απάνω στο ζυμάρι το Σταυρό με το τίμιο ξύλο και το ζυμάρι ανέβαινε, φούσκωνε.

Μ’ αυτόν τον τρόπο ετοιμαζόταν το νέο προζύμι της ενορίας για τη νέα χρονιά. Το νέο προζύμι το μοίραζε από το σκαφίδι η εκκλησιάρισσα τη Μεγάλη Πέμπτη μετά την ακολουθία πάνω στο γυναικωνίτη. Μ’ αυτό το νέο ζυμάρι, οι Αθηναίες ζύμωναν τις κουλούρες της Λαμπρής και κρατούσαν προζύμι για όλο το χρόνο. Τη Μεγάλη Πέμπτη γινόταν και το βάψιμο των αυγών. Έβαφαν όσα αυγά γεννούσαν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη. Το βράδυ, πριν πάνε στην εκκλησία για τα Δώδεκα Ευαγγέλια, τα έβαζαν μέσα σε μπογιά και τα άφηναν στη φωτιά. Όταν επέστρεφαν στο σπίτι έβαζαν τα κόκκινα αυγά στα εικονίσματα. «Τα κόκκινα ωά ποικίλλουσι κατά τας αποχρώσεις. Άλλα μεν εξέρχονται των χειρών του βαφέως ημφιεσμένα ημαυρωμένην και σκαιάν ερυθρότητα, άλλα δε στιλπνήν, ως κοράλλια. Τινά φέρουσι τον βαθύν χρωματισμόν των καμελιών, και άλλα τον φωτεινόν και γλυκύτατον των ρόδων». (Ακρόπολις, 5/4/1884).

Τις κουλούρες της Λαμπρής τις ζύμωναν συνήθως τα μεγαλύτερα κορίτσια του σπιτιού για γούρι. Και όταν λέμε μεγαλύτερα, εννοούμε βεβαίως πάνω από 12 χρονών. Αν δεν υπήρχε κορίτσι πάνω από 12 χρονών, τις κουλούρες τις ζύμωνε το μεγαλύτερο κάτω από τα 12. Επρόκειτο για ιεροτελεστία. Οι συγγενείς άλειφαν τα χέρια του κοριτσιού με λάδι και μέλι για να γίνουν οι κουλούρες γλυκές και νόστιμες. Αν τα κορίτσια είχαν και καμία ελιά στο πρόσωπο ή στο σώμα, τότε η επιτυχία και η νοστιμάδα του ψωμιού ήταν εξασφαλισμένη.

Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν ζύμωναν ποτέ. Το είχαν σε κακό. Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν έτρωγαν τίποτα γλυκό. Κάποιοι δεν έτρωγαν ούτε ψωμί, ούτε νερό έπιναν. Ούτε καρφί κάρφωναν, γιατί εκείνη την ημέρα έδωσαν ξύδι στον σταυρωμένο Χριστό. Τα κορίτσια στόλιζαν τον επιτάφιο. Η περιφορά του Επιταφίου γινόταν το πολύ-πολύ γύρω από την εκκλησία. Οι γυναίκες είχαν φροντίσει να καθαρίσουν τους γύρω δρόμους. Όταν περνούσε ο Επιτάφιος έβαζαν πάνω σ’ ένα κεραμίδι αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι στις πόρτες τους. Τα άνθη του Επιτάφιου τα φύλαγαν για το ξεμάτιασμα.

Η πρώτη Ανάσταση γινόταν το Μεγάλο Σάββατο, περίπου στις 11:00. Η μεγάλη Ανάσταση γινόταν τα ξημερώματα της Κυριακής και όχι τα μεσάνυχτα, όπως γίνεται σήμερα. Τότε η εκκλησιάρισσα πριν ξημερώσει γυρνούσε στα σπίτια των χριστιανών και χτυπούσε διακριτικά για να ξυπνήσει τους ενορίτες να κοπιάσουν στην εκκλησία για την Ανάσταση. Αυτή ήταν η «αργοπορημένη Ανάσταση», ένα έθιμο της τουρκοκρατίας που διατηρήθηκε σε αρκετές περιοχές και μετά την τουρκοκρατία αλλά η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε ότι αυτό αντιβαίνει στους εκκλησιαστικούς κανόνες. Βρέθηκε η συμβιβαστική λύση η Ανάσταση να γίνεται στις 12 τα μεσάνυχτα. Αλλά ουσιαστικά διατηρείται και σήμερα με την Ακολουθία της Αναστάσεως, δηλαδή τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα, που κρατά μέχρι τις 2 ή και τις 3 τα ξημερώματα της Κυριακής.

Στο Φανάρι οι πόρτες παρέμειναν ανοιχτές και τις τρεις ημέρες ώστε οι πιστοί να μπορούν να παρακολουθούν τη Θεία Λειτουργία: «όπου τα προάστια ήθελον θελήσει να εκκλησιασθώσιν εις το Πατριαρχείον», όπως ανέφερε το πρώτο φιρμάνι του Μωάμεθ του Πορθητή. Βέβαια αυτά δεν ίσχυαν πάντοτε. Στην Κωνσταντινούπολη, οι συντεχνίες των γουναράδων, των χασάπηδων και τα άλλα σνάφια πήγαιναν στη θεία Λειτουργία και στις Ακολουθίες εν πομπή. Έτσι πήγαιναν και μετά την Ανάσταση να φιλήσουν το χέρι του πατριάρχη και η κάθε συντεχνία έστηνε το χορό της την Κυριακή του Πάσχα.

Υπήρξαν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες στους 5 αιώνες της τουρκοκρατίας, που δημιουργούσαν πολλά εμπόδια ή απαγορεύσεις στο πασχαλινό τελετουργικό. Για παράδειγμα, το 1772, στον απόηχο των Ορλωφικών, και ενώ δεν είχε κοπάσει η αναταραχή από την πρώιμη εκείνη Επανάσταση, πρόδρομο του 1821, η Πύλη έδωσε στον πατριάρχη Θεοδόσιο Β΄ αυστηρές εντολές εορτασμού του Πάσχα χωρίς τυμπανοκρουσίες, τραγούδια και φανταχτερά ρούχα. Ο Θεοδόσιος είχε διατελέσει μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1767-69). 

Επρόκειτο στην ουσία για κατάργηση του προνομίου του τριήμερου εορτασμού του Πάσχα. Διότι συνέβαιναν κι αυτά. Ο πατριάρχης ενημέρωσε κληρικούς και πιστούς «να περάσωσιν όλοι οι Χριστιανοί ραγιάδες με ησυχίαν και σεμνότητα, χωρίς χορούς και τραγούδια και παιγνίδια, και να μη περιπατώσει μαζεμένοι εις τους δρόμους, μήτε να πηγαίνωσιν εις το Μπαλουκλή και τον Εγρή-Καπί και εις άλλα αγιάσματα, αλλά να ησυχάζωσιν εις τα οσπίτια και εις τους οντάδες των».

Αλλά αυτή η τιμωρητική εκδοχή της κατάργησης στην πράξη του τριήμερου εορτασμού του Πάσχα φάνηκε καθαρά κατά την Επανάσταση του 1821. Το 1822, το Πάσχα έπεσε στις 2 Απριλίου. Εκείνο το φοβερό Απρίλιο οι Τούρκοι κατέστρεψαν τη Χίο και τη Νάουσα και κατέσφαξαν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Το 1826 το Πάσχα έπεσε 18 Απριλίου. Ξημερώματα Κυριακή των Βαΐων, στις 11 Απριλίου, έγινε η Έξοδος στο ηρωικό Μεσολόγγι. Ενώ, η Επανάσταση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες είχε αρχίσει την Κυριακή της Ορθοδοξίας, τέλη Φεβρουαρίου του 1821, και η Επανάσταση στο Μοριά στις 25 Μαρτίου, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Γρηγόριο τον Ε΄, την Κυριακή του Πάσχα, στις 10 Απριλίου 1821, στην πύλη του πατριαρχείου.

Στις καλές εποχές, λοιπόν, οι πιστοί μετά την Ανάσταση έφευγαν με τα κεριά αναμμένα. Το πρώτο πιάτο μετά τη νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας ήταν σούπα με ψιλοκομμένο συκώτι αρνιού, κρεμμύδι, μαϊντανό, μπαχαρικά, κυρίως πιπέρι.  Μόνο στις μονές και τα μετόχια είχαν ξύλινα σήμαντρα που τα χτυπούσαν για να ειδοποιήσουν για την Αναστάσιμη ακολουθία. Το απόγευμα της Κυριακής, γινόταν η ακολουθία της αγάπης. Στην ακολουθία της αγάπης γινόταν και το έθιμο των αδελφοποιτών. Ο ιερέας τους διάβαζε και τους όρκιζε στο ευαγγέλιο. Τη Δευτέρα του Πάσχα και την Τρίτη της Λαμπρής γίνονταν οι συγγενικές και φιλικές επισκέψεις. Ήταν ένα τριήμερο χαράς και αγάπης που το περίμεναν οι χριστιανοί όλο το χρόνο.

Σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, οι Έλληνες είχαν υψηλό επίπεδο εθνικής αυτοσυνειδησίας. Με οδηγό την Εκκλησία και τη λατρευτική ζωή διατήρησαν την αίσθηση του «βελτίστου» έθνους. Οι σχετικές πηγές και αναφορές είναι πολλές και εντυπωσιάζουν. Πώς ήταν δυνατόν, μέσα σε κείνες τις ζοφερές συνθήκες, να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα;

Την απάντηση μας τη δίνει η γραμμένη στα γαλλικά, δια χειρός του Κερκυραίου λόγιου Ανδρέα Μουστοξύδη, 7σέλιδη επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια από τη Γενεύη προς τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας και πρώην Άρτας Ιγνάτιο, με ημερομηνία 12 Απριλίου 1823. Η επιστολή θα έμενε στα αζήτητα της ελληνικής ιστοριογραφίας αν το πλήρες περιεχόμενό της δεν είχε διασωθεί σε ελληνική μετάφραση στην εφημερίδα «Αιών» του Ιωάννη Φιλήμονα, στο φύλλο της 30ης Σεπτεμβρίου 1850.

Στην επιστολή αυτή, ο Καποδίστριας ενημερώνει τον Ιγνάτιο ότι μελέτησε παλιά και νέα συγγράμματα που αναφέρονται στην ιστορία της Ελλάδος, και ότι συναντήθηκε στη Γενεύη με τον Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό, ο οποίος είχε ετοιμάσει ένα σχετικό πόνημα δεχόμενος όμως τις παρατηρήσεις του Καποδίστρια με αποτέλεσμα να προκύψει ένα κοινό σύγγραμμα. Ο Καποδίστριας ζητούσε τη γνώμη του Ιγνάτιου.

Το σχέδιο του πονήματος, σε τρία «βιβλία»/κεφάλαια, που πρότεινε ο Καποδίστριας, εν έτει 1823, ήταν:

«Το πρώτον θέλει δείξει την κατάστασιν του Ελληνικού έθνους επί της εποχής της προόδου του Οθωμανικού κράτους εν Ευρώπη και εν Ασία, ήγουν από του 1300 μέχρι του 1574. Το δεύτερον θέλει δείξει ωσαύτως την κατάστασιν του Ελληνικού έθνους επί της εποχής της παρακμής του Οθωμανικού κράτους, ήγουν από του 1574 μέχρι του 1823. Το τρίτον θέλει περιέχει γενικάς σκέψεις επί των δύο προηγουμένων βιβλίων, και θέλει παραστήσει σύντομόν  τινα έποψιν των περιστάσεων και των συμβάντων, τα οποία παρήγαγον την ενεστώσαν της Ελλάδος κατάστασιν».

Με τη δομή αυτή του συγγράμματος, κατά τον Καποδίστρια, θα ήταν εύκολο να πεισθεί κάποιος ότι οι Έλληνες ουδέποτε έπαυσαν ν’ αποτελώσι κυρίως έθνος και ως εκ τούτου θα ήταν ευκολότερο να τους εξολοθρεύσει κάποιος παρά να τους υποτάξει και πάλι στη δουλεία των μουσουλμάνων. Παρακάτω, ο Καποδίστριας αναλύει γιατί οι Έλληνες ουδέποτε έπαυσαν να αποτελούν ένα έθνος και την περίοδο της μουσουλμανικής κατάκτησης: «διότι α΄.) διέσωσαν καθαράν την κοινήν καταγωγήν των. β΄) εσυλλογίσθησαν και ωμίλησαν εις την γλώσσαν των πατέρων αυτών. γ΄.) και υπήκουσαν εις μίαν μόνην και αμετάβλητον εξουσίαν, εις την εξουσίαν της Εκκλησίας των. Ούτοι δε οι τρεις όροι είναι οι μόνοι, οίτινες εκ μίας συνενώσεως ανθρώπων αποτελούσιν ό,τι καλείται έθνος».

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το βιβλίο του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού εκδόθηκε το 1828 στα γαλλικά και ουδέποτε εκδόθηκε στα ελληνικά! Το αμετάφραστο στα ελληνικά βιβλίο του Νερουλού “Histoire Moderne de la Grèce depuis la chute de l’Empire d’Orient” (Νεότερη Ιστορία της Ελλάδος από την πτώση της Αυτοκρατορίας της Ανατολής) είναι το πρώτο βιβλίο για τη νεότερη ελληνική ιστορία, και μάλιστα εκδοθέν πριν την επίσημη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Οι ιστορικοί ερευνητές σπανίως το προσεγγίζουν για το σύνολο των πληροφοριών και διαπιστώσεων που περιέχει, με κεντρικό μοτίβο τη διατήρηση του ελληνικού έθνους μέσα στους σκοτεινούς αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης υπό τη σκέπη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ένα μικρό δείγμα από το εισαγωγικό σημείωμα του Νερουλού:

«Όσο για το ελληνικό έθνος, ξεχασμένο απ’ όλο τον κόσμο μετά την πτώση του, δεν θεωρήθηκε άξιο αναφοράς ακόμα και από τους ξένους ιστορικούς. Επίσης, τίποτα πιο σκοτεινό από την ιστορία της δουλείας του. Δεν είχε καν ένα μοναδικό τύπο σκλαβιάς. Οι κυριότεροι τύραννοί του, άλλοι με τουρμπάνια και άλλοι με κελεμπίες του στέρησαν ακόμη και το δικαίωμα να θεραπεύει τα δεινά που υπέφερε. Αν και οι Τούρκοι κατέλαβαν τα νησιά της Κύπρου, της Κρήτης, της Εύβοιας, της Πελοποννήσου ή κάποιες άλλες περιοχές της Ελλάδας, δεν γινόταν καμία αναφορά στους Έλληνες κατοίκους αυτών των χωρών, αλλά στους Ενετούς, τους Γενουάτες, ή στους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ. Το όνομα των Ελλήνων δεν αναφερόταν καθόλου. Έτσι η ιστορία της Ελλάδος έχει γίνει η ιστορία των Οθωμανών, των Ενετών, των Γενουατών και των Ιπποτών της Μάλτας».

Ο ομιλητής με την κ. Γεωργία Μιχαήλ


 

Ο συγγραφέας με τη Σύμβουλο Εκπαίδευσης κ. Μαρία Συργιάννη.



Ομιλία του συγγραφέα στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, στις 23 Απριλίου 2024.

 

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Η ΑΥΤΟΑΝΑΙΡΟΥΜΕΝΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΑΚΡΟΥ

«Γιατί η επιδίωξη του βρώμικου κέρδους, όσο ταπεινωτικό και ποταπό μπορεί να φαίνεται, είναι, και πάντοτε ήταν, μία απάνθρωπη αναγκαιότητα, απαραίτητη για την επίτευξη ακόμα και των πιο υψηλών και ευγενέστερων ιδανικών».

Arminius Vambéry 

(Dervishes, Dracula and Diplomacy. Arminius Vambéry and the British

Foreign Office).

 Του ΒΑΣΙΛΗ Σ. ΚΑΡΤΣΙΟΥ

booksonthesites.blogspot.com

Η αναίτια ανθρωποσφαγή του Μεγάλου Πολέμου, 1914-1918, σχεδιάστηκε μεθοδικά και διεκπεραιώθηκε από ένα «είδος», (genre), που ανήκε στον εσωτερικό κύκλο ενός σχήματος τεσσάρων ομόκεντρων κύκλων, στον εξώτατο των οποίων ανήκει η αποχαυνωμένη ανθρωπότητα. Στο εξωτερικό αυτό επίπεδο, η επικοινωνία μεταξύ των μελών είναι κάτι το αδύνατο. Υπάρχουν τόσοι διαφορετικοί τρόποι κατανόησης των πραγμάτων, όσοι και οι άνθρωποι. Κάθε άνθρωπος και ένας διαφορετικός κόσμος. Συνεπώς, οι άνθρωποι καθίστανται εύκολα θύματα πολιτικής, φιλοσοφικής, αποκρυφιστικής, κοινωνικής και ιδεολογικής χειραγώγησης. Κατά τον μυστικιστή φιλόσοφο Γεώργιο Γκουρτζίεφ (1866-1949), ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια του βίου του «ζει σε μία μορφή ύπνου και σχεδόν καθ’ ολοκληρία μηχανικά, χωρίς να έχει πραγματική γνώση ούτε της εξωτερικής αλλά κυρίως ούτε της εσωτερικής πραγματικότητας».

Υπό το πρίσμα αυτό, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν πάντοτε στις τάξεις τους «περίεργους» τύπους, όπως ο «κουτσός απόγονος ενός ξεπεσμένου Ταλμουδιστή» Arminius Vambéry (Αρμίνιους Βαμπέρι), από την Ουγγαρία, γνωστός στην αρχή ως Χέρμαν Βάμπερζερ. Ο Αρμίνιους ήταν καθηγητής των ανατολικών γλωσσών στο πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης από το 1865 μέχρι το 1905, και είχε μία καταπληκτική ευρυμάθεια για την εθνογραφία, τα ήθη και τα έθιμα, τη φιλολογία, τη φιλοσοφία, και τις δοξασίες του Ισλάμ στην Οθωμανική και την Περσική Αυτοκρατορία.

Ο συγγραφέας του «Δράκουλα» Μπραμ Στόκερ είχε εμπνευστεί το βιβλίο του από τις ιστορίες του Αρμίνιους για τα βαμπίρ της Τρανσυλβανίας. Ο Αρμίνιους Βαμπέρι υπήρξε για περισσότερα από 20 χρόνια ανεπίσημος κατ’ αποκοπή πληροφοριοδότης, κατάσκοπος, διαμεσολαβητής, αρθρογράφος για το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, στον αγώνα για την προώθηση των βρετανικών συμφερόντων στην κεντρική Ασία απέναντι στις ρωσικές επιδιώξεις στην περιοχή. (The records of the Permanent under-Secretary’s Department, FCO Historians, March 2005).

Ο αποκρυφιστής Ρενέ Γκενόν έκανε μία απόπειρα να ερμηνεύσει την παρουσία αυτού του «είδους» με μυστικιστικούς όρους, και μέσα από τις αποκρυφιστικές δοξασίες, αλλά η αλληλογραφία του δείχνει ότι, αν και θήτευσε επί δεκαετίες σ’ αυτούς τους χώρους, δεν κατάφερε τελικά να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα (René Guénon, Correspondance avec Vasile Lovinescu, non publié, 1934-1940). Συμπερασματικά, κατ’ ορισμόν, το «είδος» αυτό αποτελεί έναν ιδιαίτερο τύπο «Αρμαγεδώνος» υπό τον έλεγχο των δαιμονίων εναντίον της ανθρωπότητας.

Ο Βέρνερ Γκέρσον έγραψε ότι η μύηση δεν είναι άλλο από την προσπάθεια να κινητοποιηθούν, όσο το επιτρέπουν οι δυνατότητες που έχει από τη φύση του κάθε νεόφυτος, αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον καθένα μας, και που ο Φρόιντ ονόμασε συλλήβδην «Υποσυνείδητο», ενώ ο Γιούγκ μιλά για «Σκιές» για «Άνιμα» και «Άνιμους». Δηλαδή, υπάρχουν μέσα στον καθένα μας εν υπνώσει, ή εν δυνάμει, μυστηριώδεις και άγνωστες ικανότητες που μπορεί η «μύηση» να τις αποκαλύψει, να τις ενεργοποιήσει προς πάσα κατεύθυνση. Και τότε, ο άνθρωπος μετεξελίσσεται σε κάτι πνευματικά ανώτερο προς τη σωστή ή τη διαβολική κατεύθυνση. Τότε είναι που μετεξελίσσεται σε «είδος».

Από την πλευρά του, ο Γκενόν επινόησε τον όρο αντιμύηση «κάτι που παρουσιάζεται ως μία μύηση και το οποίο μπορεί να δώσει αυτήν την ψευδαίσθηση, αλλά το οποίο οδηγεί στην αντίστροφη θεώρηση της πραγματικής μύησης». Όσοι προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τη θεωρία Γκενόν περί μύησης και αντιμύησης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί και ως η έναρξη μίας διαδικασίας, ένα είδος αρχικοποίησης που προκαλεί την αντίστροφη θεώρηση της πραγματικής μύησης, την αντιμύηση, δηλαδή την έναρξη μίας αντι-διαδικασίας. Σε γήινη γλώσσα όλα αυτά οδηγούν στη δημιουργία των δίπολων μύησης και αντιμύησης, όπως η Μαύρη και η Λευκή Αδελφότητα, ο Μπολσεβικισμός και ο Ναζισμός, η Σοβιετική Ένωση και οι ΗΠΑ, οι Σουνίτες και οι Σιίτες, οι Καθολικοί και οι Προτεστάντες κ.ο.κ.

Κατά Γκενόν, ο άλλος πόλος, ο υποτιθέμενος αντίπαλος, είναι μία ψευδαίσθηση: «Αυτό είναι ένα σημείο που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, επειδή πολλοί αφήνοντας τον εαυτό τους να ξεγελαστεί από αυτό που βλέπουν, φαντάζονται ότι υπάρχουν στον κόσμο δύο αντιτιθέμενες οργανώσεις-δυνάμεις, αμφισβητώντας η μία την κυριαρχία της άλλης, παρανόηση που αντιστοιχεί, στη θεολογική γλώσσα, με εκείνη που τοποθετεί τον Σατανά στο ίδιο επίπεδο με το Θεό, και που άδικα ή δίκαια, συνήθως αποδίδεται στους Μανιχαϊστές». Είχε, λοιπόν, δίκαιο ο Άντονι Σάτον όταν έγραφε, σε ανύποπτο χρόνο, για τους «υποτιθέμενους εχθρούς» της διεθνούς ολιγαρχίας. Παρανόηση! Είναι όλοι τους δημιούργημα της Αδελφότητας του Σκότους. Η διαβολική ελίτ τροφοδοτεί, συχνά πυκνά, το τεραστίων διαστάσεων χάλκινο πύρινο άγαλμα του Μολώχ - με τα επτά δωμάτια ή τα επτά παρεκκλήσια – με εκατομμύρια ανθρωποθυσίες (Johann Lund, Die Alten Jüdischen Heiligt-hümer, 1711,1738).

Για παράδειγμα, ο Γκενόν τοποθετεί τον Μπάζιλ Ζαχάρωφ σε ηγετική θέση στο χώρο της «αντιμύησης», δίπλα σε τύπους όπως ο κόμης του Σεντ Ζερμέν ή ο Ροδόσταυρος Σερ Φράνσις Μπέικον. Η δράση του Μπάζιλ ως εμπόρου όπλων, τραπεζίτη, και ως υπερ-κατασκόπου στη μυστικιστική και αποκρυφιστική Ιντέλιτζενς Σέρβις, δένει θαυμάσια με το ρόλο του δαιμονίου στον Αρμαγεδώνα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ο Μπάζιλ τροφοδότησε τον Μολώχ, τον σπουδαιότερο πολεμιστή των έκπτωτων αγγέλων, με εκατομμύρια ανθρώπινες σάρκες: «Πρώτε Μολώχ, τρομερέ βασιλιά βουτηγμένε στο αίμα/ της ανθρωποθυσίας και στα δάκρυα των γονιών/ …(John Milton, Paradise Lost, 1667)».

Εκφάνσεις αυτής της ψευδαίσθησης ανιχνεύονται καθημερινά στον πολιτικό λόγο και στη δημοσιογραφική γραφή. Η θεωρία του ενός άκρου αναιρεί αυτόματα την ύπαρξη και των δύο πόλων, στο επίπεδο της μύησης και της αντιμύησης, και οδηγεί στην ορατή πραγματικότητα των δύο άκρων που γεννούν τερατουργήματα.

Εν κατακλείδι, ο «ορατός» κόσμος είναι λογικός και μπορεί να κατανοήσει τα κίνητρα και τις πράξεις των ανθρώπων. Μπορεί να ανιχνεύσει και να δει τις δυνάμεις που διαμορφώνουν την Ιστορία, αρκεί να διατηρήσει τη λογική του. Αλλά όταν ξυπνούν οι «Σκιές» κάποιοι χάνουν τη λογική τους.